Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2019

Πανεπιστημιακού Ασύλου το ανάγνωσμα [Μέρος 5ο]

8 - Αστυνομοκρατία

Η γενική θέση μου για την Αστυνομία γίνεται εύκολα αντιληπτή απ' τις διάσπαρτες αναφορές στο κείμενο : δεν είναι παρά ο απαραίτητος κρίκος ώστε να μη σπάει η αλυσίδα εκβιασμών κι απομείνει η κρατική εξουσία γράμμα κενό και άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε. Δίχως την ιδιαίτερη αυτή κοινωνική «τάξη», το Κράτος δεν θα μπορούσε να έχει την παραμικρή επιρροή, εφόσον ο καθένας και δίχως καμία συνέπεια θα μπορούσε ν' αγνοεί οποιαδήποτε απόφαση, κρίνοντας κατά του κεφαλιού του. Η πάταξη της εγκληματικότητας είναι μία μόνο απ' τις δεκάδες χαμαλοδουλειές τις οποίες καλείται να φέρει εις πέρας κι όχι απαραίτητα η σημαντικότερη, αν κρίνει κανείς απ' το πού βρίσκεται αποσπασμένο ένα σημαντικό μέρος της αστυνομικής δύναμης. Η πάταξη της εγκληματικότητας είναι, επίσης, σε κάποιο βαθμό προσχηματική, αν αναλογιστεί κανείς πως είναι το Κράτος που αποφασίζει τελικά τι συνιστά έγκλημα και τι όχι. Μ' άλλα λόγια, η Αστυνομία είναι ένας από τους πολλούς τρόπους που το Κράτος καταφέρνει ν' ασκεί πολιτική ή για να παραφράσουμε το τετριμμένο : είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Υπάρχουν πολιτικά συστήματα και κοινωνίες, τα οποία θα μπορούσαν να λειτουργούν εύρυθμα κι αρμονικά, δίχως το βούρδουλα και το καρότο ή μήπως μια αστυνομία αποτελεί αναπόφευκτο «δεινό» οποιουδήποτε καθεστώτος; Ένα μεγάλο και δύσκολο ερώτημα, το οποίο ωστόσο δε θα μας απασχολήσει εδώ. Όπως δεν κρίναμε την ιστορική αιτιολόγηση του ασύλου, παρά μόνον το είδος του σήμερα, όμοια θα πράξουμε και για την αστυνομία : δε θα εξετάσουμε πώς μας προέκυψε τούτο εδώ το μόρφωμα, αλλά το είδος και την ποιότητά της.

Όπως έχω επισημάνει και νωρίτερα, μία από τις πλέον εύλογες απορίες που μπορεί να εκφράσει οποιοσδήποτε εξετάζει την κοινωνία μεταπολιτευτικά είναι και τούτη : πού διάολο εξαφανίστηκαν όλοι εκείνοι οι ένθερμοι ή έστω τυπικοί διεκπεραιωτές της δικτατορικής πυγμής : οι βασανιστές, οι ανακριτές, οι κουβαλητές, η ξυλοκόποι και οι λογιώ-λογιώ παρατρεχάμενοί τους; Προσωπικά δεν έχω την παραμικρή ιστορική γνώση οποιασδήποτε αποκατάστασης (δεν είναι σχήμα λόγου, μα ειλικρινής άγνοια), μα κι ούτε θα το θεωρούσα πρακτικά δυνατό (εξαιρώντας ίσως μια χούφτα ηγετικών στελεχών) να συσταθούν δικογραφίες τέτοιας έκτασης. Απομένει μόνο να δεχτούμε πως η νεόκοπη δημοκρατία προσπάθησε απλά να διαχειριστεί κι όχι να επιλύσει το πρόβλημα της Αστυνομίας. Μ' άλλα λόγια, όλη ετούτη η ανθρώπινη σαβούρα από συνειδητούς δολοφόνους, ευσυνείδητους υπαλληλίσκους έως και ταπεινούς γλείφτες του καθεστώτος συνέχισαν να δολοφονούν, να υπηρετούν και να γλείφουν, ίσως μόνο με περισσότερες προφάσεις και μεγαλύτερη διακριτικότητα.

Δε θα φτιάσουμε εδώ μια αναλυτική ιστορία μεταπολιτευτικής αστυνομοκρατίας. Για όποιον επιθυμεί να ερευνήσει με καλή διάθεση, υπάρχουν αστείρευτες πηγές και παραδείγματα, τα οποία περιγράφουν με τον πλέον γλαφυρό τρόπο πως το μακρύ χέρι του νόμου δεν είναι μόνο μακρύ, μα βαρύ και τραχύ επίσης. Μελετώντας ό,τι μπορεί να βρει κανείς εύκαιρο, δεν απέχει πολύ απ' το να παρασυρθεί σε ακραία συμπεράσματα, περισσότερο όμως υπό μορφή ερωτημάτων παρά βεβαιοτήτων. Διαφορετικά θα έπρεπε όχι απλά ν' ανησυχούμε, μα να τρομάζουμε ως το μεδούλι για τη δημοκρατία μας. Να μην τα πολυλογώ, δεν αργεί κανείς ν' αναρωτηθεί μην είναι φόβος η Αστυνομία να συνιστά σε κάποιο βαθμό - ας κρίνει το βαθμό ο καθένας μοναχός του - τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από ένα κράτος εν κράτει. Καταρχάς, οι άνθρωποι ετούτοι έχουν σχεδόν το ακαταδίωκτο, εφόσον εύκολα καλύπτει ένας τον άλλο στα ελαφρύτερα ή σκοτεινότερα αδικήματα από φόβο ή συναδελφική αλληλεγγύη. Μα και στη χειρότερη εκείνη περίπτωση, όταν το σκηνικό ξεφύγει στη δημοσιότητα κι η πολιτική κάλυψη υποχωρήσει, οι υπαίτιοι πέφτουνε σχεδόν κατά κανόνα στα μαλακά. Μέσα σ' όλα τα μικρά και μεγάλα συμβάντα, που στοίχειωσαν το αστυνομικό σύμπαν, δεν είναι περίεργο - ή ευστοχότερα εξαιρετικά ύποπτο - το γεγονός πως ουδέποτε ή ίσως σπάνια έχουν απασχολήσει την κοινή γνώμη και τα ΜΜΕ σοβαρά σκάνδαλα στο εσωτερικό της αστυνομίας; Τη στιγμή, μάλιστα, που ο πολιτικός κόσμος βρωμά και ζέχνει, δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος να υποθέσει κανείς πως η Αστυνομία παραμένει αμόλυντη, χάρη σε κάποια ιδιαίτερη αρετή της.

Δε χρειάζεται ν' ανατρέξει κανείς στα κραυγαλέα γεγονότα ενός Καλτεζά ή ενός Γρηγορόπουλου. Αν όχι οι ίδιες μας οι μνήμες, το διαδίκτυο βρίθει πλέον από αμέτρητα κτηνώδη παραδείγματα, από «ζαρντινιέρες» και βασανισμούς στα κρατητήρια, έως ευθείες κι απροσχημάτιστες επιθέσεις μπροστά στα μάτια του κόσμου. Εγκλήματα τα οποία έμειναν - φυσικά - για πάντα ατιμώρητα, παρότι δεν υπήρξε ποτέ κανένα ιδιαίτερο άσυλο να προστατεύει τους αστυνομικούς. Να θυμίσουμε πως δε μιλούμε για τη Χούντα, μιλούμε πάντα για το λαμπρό, μεταπολιτευτικό πολιτισμό μας. Όλως περιέργως, κανενός δε φαίνεται να καίγεται καρφάκι για το ήθος των δυνάμεων καταστολής, στο βαθμό που διαρρυγνύονται ιμάτια για την ανυπόφορη κατάσταση «ανομίας» των πανεπιστημίων. Και τρομάζει κανείς, σαν τολμήσει ν' αναλογιστεί τον πιθανόν όγκο των γεγονότων, που δεν βρήκαν ποτέ διέξοδο προς τη δημοσιότητα. Τρομάζει κανείς σαν συνθέσει μαζί με τα προηγούμενα κι όλες εκείνες τις καθημερινές ιστορίες χρηματισμών και πώλησης προστασίας, όλες εκείνες τις μαρτυρίες κατάχρησης εξουσίας για να σπάσουν πλάκα με κάνα πιτσιρικά ή να πουλήσουν αντριλίκι σε κοπέλες ή, πιο ανώδυνα, τη χοντροκομμένη βλαχιά κι αγένεια των προϊσταμένων σαν παει να βγάλει κανείς ταυτότητα ή άλλο αχρείαστο έγγραφο. Κι ακόμα χειρότερα, τρομάζουν όλες εκείνες οι περιπτώσεις αδράνειας, αδιαφορίας κι απαξίωσης, τη στιγμή που συντελούνταν εγκλήματα μπροστά στα μάτια τους. Όπως τρομάζουν, τέλος, κι οι πάμπολες ενδείξεις για το βαθμό ακροδεξιάς διείσδυσης.

Το γεγονός πως καμία πολιτική ηγεσία δεν έχει τολμήσει καν να θίξει το ζήτημα ετούτο, το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι θηριώδες και θεμελιώδες για τη δημοκρατία - μα και κάθε διάλογο της προκοπής, ικανό να καλλιεργήσει την εμπιστοσύνη - δεν υποδεικνύει μόνο το μέγεθος του πολιτικού κόστους, γιατί ποια κυβέρνηση θα «κρεμούσε» εκείνους ακριβώς που την προστατεύουν και (ξ)υλοποιούν τις προσταγές της, μα και το μέγεθος ισχύος και διαπλοκής της αστυνομικής τάξης με την πολιτική τάξη και φυσικά το παράλληλο σύμπαν τους : τον υπόκοσμο.

Σίγουρα δεν είμαι από εκείνους που γελούν και ειρωνεύονται αν οι μπάτσοι έχουνε μάνες, για δεν έχουν. Σίγουρα όχι, απ' τη στιγμή που η πλήρωση των αστυνομικών τάξεων είναι πρωτίστως κοινωνικό φαινόμενο κι όχι ιδεολογία, βλέποντας ξεκάθαρα πόσα λαϊκά παιδιά καταφεύγουν στα σώματα ασφαλείας για την μισθολογική ασφάλεια. Αν ήταν από πριν καθάρματα, αν έγιναν μετά ή αν έγιναν ποτέ, δεν είναι ένα ζήτημα για να γελά κανείς και ν' αστειεύεται. Όχι βέβαια, αν αγαπά στ' αλήθεια τους ανθρώπους και δεν υποκρίνεται την ευαισθησία, μονάχα εκεί που είναι εύκολη. Όχι αν θλίβεται ειλικρινά από τούτην την κατάντια. Απεχθάνομαι ετούτη τη στρεβλή ή ψευδή επαναστατικότητα που δεν συγκινείται μα χαιρεκακεί, βλέποντας να συντρίβονται, από άγνοια ή ό,τι άλλο, οι όποιες δυνατότητες κι ελπίδες ενός πνεύματος ν' απελευθερωθεί . Ενός πνεύματος που αντιθέτως υποτάσσεται όλο και βαθύτερα στην υπηρεσία του τέρατος, αναγκασμένο να γίνεται ολοένα πιο συνένοχο, να στραβώνει τα μάτια, να εκλογικεύει το παράλογο. Απεχθάνομαι την στρεβλή ή ψευδή επαναστατικότητα, η οποία προκειμένου να παλέψει χρειάζεται να πλάθει και να διατηρεί εχθρούς, παρά ν' αντιμετωπίζει αντιπάλους κι η οποία έχει ανάγκη να μισεί περισσότερο, παρά να ονειρεύεται.

Έγραψα ήδη πολλά και δεν θα επαναλάβω αναλυτικά εκείνα που έγραψα κι αλλού : μ' όλα τα στραβά της η Αστυνομία επιτελεί ωστόσο κάποιο ρόλο κι ελλείψει της ο ρόλος ετούτος θ' απόμενε κενός. Έτσι κακά, ψυχρά κι ανάποδα που 'ναι δομημένη η κοινωνία μας, πρόκειται για κωλοδουλειά μα κάποιος πρέπει να την κάνει. Κάποιος θα πρέπει να βγάζει κάποτε το φίδι από την τρύπα. Μιλάμε, φυσικά, για τους κοινούς εγκληματίες κι όχι για τους φοιτητές ή τους μικροπωλητές της ΑΣΟΕΕ. Ως τότε, ώσπου δηλαδή να βρεθεί μια σοβαρή αντιπρόταση αντίς γι' αφελή επαναστατικά προτάγματα που υπερτιμούν το αγαθό στον άνθρωπο, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι - μαζί με τ' άλλα - ν' απαιτήσουμε μια κατά το δυνατόν καλύτερη Αστυνομία, ό,τι κι αν σημαίνει τελικά αυτό και, φυσικά, δίχως να πάψουμε στιγμή να γυρεύουμε διεξόδους προς μια καλύτερη κοινωνία συνολικότερα, δίχως να πάψουμε στιγμή να ονειρευόμαστε ανατροπές και ουτοπίες. Ποτέ μα ποτέ, ωστόσο, δεν πρέπει να εθελοτυφλούμε ως προς το βαθύτερο ρόλο της Αστυνομίας, αυτής που γνωρίζουμε σήμερα, κι ο οποίος είναι να επιβάλλει τον κρατικό αυταρχισμό με το χυδαιότερο δυνατό τρόπο.

9 - Το άσυλο ως ιδέα - Προσωπική θέση

Στην ουσία το άσυλο δε μπορεί παρά να είναι εθιμικό, υποστηρίζουν πολλοί. Αν θέλουμε να τηρήσουμε το νόημα των λέξεων και των εννοιών, οφείλουμε να συμφωνήσουμε μαζί τους. Αλλά θα πρέπει να επισημάνουμε πως ετούτο έχει σημασία σε μια κοινωνία ζωντανή, συνειδητοποιημένη, μια κοινωνία που πληροί το περιεχόμενο του ονόματός της. Σίγουρα δε ζούμε, σήμερα, σε μια παρόμοια κοινωνία. Διαφορετικά, οποιαδήποτε θεσμοθέτηση δε θα μπορούσε παρά να είναι δευτερεύουσας - αν όχι μηδενικής - σημασίας. Τι σημασία έχει αν το άσυλο κατοχυρώνεται συνταγματικά, νομοθετικά ή στόμα με στόμα, όταν ένας λαός είναι έτοιμος να το υπερασπίσει με τη «σωματικότητά» του, όπως πολύ όμορφα γράφει στη κατακλείδα του ο αναρχικός Κοσμάς στον «Απάτριδα» (1). Στην περίπτωση ετούτη κάθε γωνιά και σπιθαμή γης θα ήταν άσυλος χώρος, μ' άλλα λόγια ολάκερη η επικράτεια μιας παρόμοιας κοινωνίας θα ήταν εικόνα και ομοίωσή της.

Ίσως επίσης να είναι αληθές και τούτο, πως δηλαδή η θεσμοθέτηση του ασύλου ήταν πιθανότατα κι η αρχή του τέλους του, προδιαγράφοντας την επερχόμενη έκπτωση και κατάχρησή του. Βέβαια, σ' εκείνα τα χρόνια του '82, όταν η κοινωνία διακατεχόταν ακόμη από ισχυρές δυναμικές κι ο κόσμος ξεχυνόταν ευκολότερα στους δρόμους για τον ένα ή τον άλλο λόγο, η φθορά κι ο σημερινός εκπεσμός μπορεί να φάνταζαν αδιανόητα. Να, όμως, που φτάσαμε στο σήμερα, τώρα που το άσυλο είναι περισσότερο νομική υποχρέωση, διεκπεραιωτική και γραφειοκρατική επιταγή, παρά ήθος κι αληθινός σεβασμός. Σε λίγους καίγεται καρφάκι κι αν εξαιρέσεις τις κομματικές υστεροβουλίες και τους δεκάρικους, τότε απομένουν ακόμα λιγότεροι μ' ειλικρινές το αίσθημα του ιερού. Κάτω από την σύγχρονη αυτή οπτική, το θεσμοθετημένο άσυλο απομένει και πάλι γράμμα κενό, εφόσον εναποθέτει την προστασία του στον πλέον επικίνδυνο παραβάτη ασύλων, δηλαδή το ίδιο το Κράτος.

Σ' αυτή τη γκρίζα ζώνη, όμως, που μήτε εμείς συνιστούμε συγκροτημένη κοινωνία, μήτε οι «άλλοι» συγκροτημένη δικτατορία, οφείλουμε ν' αντικρύσουμε την πραγματικότητα ως έχει, δηλαδή ένα γκρίζο χυλό. Μήτε να ωρυόμαστε πως ζούμε, τάχα, σε φασιστικό καθεστώς έχει κανένα νόημα, μήτε να επαναπαυόμαστε πως απολαμβάνουμε μια αγαθή και τίμια δημοκρατία. Το δημοκρατικό κράτος μπορεί να μην είναι φασιστικό κατ' όνομα, είναι ωστόσο φασιστικό κατά τόπους και χρόνους. Η φύση του κράτους είναι, ούτως ή άλλως, ολοκληρωτική κι επομένως πρέπει κατά καιρούς να δείχνει τα δόντια του, ειδάλλως θα γίνει περίγελως και του τελευταίου κακομοίρη. Όταν, δηλαδή, μια κοινωνία συντάσσεται γύρω από ένα Κράτος κι όχι αυτόνομα, οφείλει ν' αναγνωρίσει στον προαγωγό της τη δύναμη της πειθούς του, που δεν είναι άλλη από τον κλώτσο και τον μπάτσο.

Ακόμα κι ένας καλοπροαίρετος αστός, μάλλον, προτιμά να εθελοτυφλεί και να χαριεντίζεται, όσον αφορά στον τρόπο που το Κράτος επιβάλλει τη θέλησή του, δηλαδή με την ανήθικη κι ακαλλιέργητη αστυνομική πυγμή. Προφανώς, ο κατά συνείδηση αστός αρνείται ν' αναλάβει τις πολιτικές ευθύνες που του αναλογούν άλλοτε από αδιαφορία, άλλοτε από φόβο, το πιο συχνά μάλλον απ' τη βολή του. Γιατί διαφορετικά θα 'πρεπε να ξεκουνιέται και να βροντά τους δρόμους κάθε τρεις και λίγο, κάθε δηλαδή που καταστρατηγείται οποιαδήποτε έννοια δικαίου κι ευνομίας από τους πολιτικούς ή τους αστυνομικούς λειτούργους του (ο τόνος ορθά). Ή θα 'πρεπε να πιάσει τα θεσμικά εργαλεία που τόσο λατρεύει (την πολιτική και δικαστική του εξουσία, τα ΜΜΕ, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς) και να τα ξεζουμίσει, να τα τραβήξει στ' άκρα τους, απαιτώντας μιαν άμεση αποκατάσταση του μέτρου, αντί μιαν άμεση υπεκφυγή. Προσωπικά, δε θυμάμαι να 'χει συμβεί ποτέ κάτι αντίστοιχο.

* * *

Εκείνο το οποίο συλλαμβάνει η ιερότητα του ασύλου, για το οποίο οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μεσάνυχτα είναι το εξής : μ' οποιοδήποτε μέτρο κι αν συνταχθεί μια κοινότητα ανθρώπων, πάντοτε θα περισσεύει κάτι (οσοδήποτε μεγάλη ή μικρό) το οποίο θα παραμένει άρρητο κι ανένταχτο στην ερμηνεία ή γενικότερα την εξουσία του λόγου. Οι ζωντανές κοινωνίες, ακόμα κι αν δε μπορούνε να το συγκροτήσουν τούτο φιλοσοφικά, ωστόσο νιώθουνε στα σωθικά τους την ισχύ του. Νιώθουνε δηλαδή πως ένα μέρος της ύπαρξης και των σχέσεων ξεπερνά τον άνθρωπο κι επομένως δεν είναι στο χέρι του ούτε η δυνατότητα, ούτε η δικαιοδοσία να το κρίνει. Στις περιπτώσεις αυτές είναι που αναδύεται η έννοια του ιερού, εκείνη δηλαδή η ιδιότητα στην οποία ο άνθρωπος καταφάσκει με σεβασμό δίχως να μπορεί, ωστόσο, να ορίσει.

Ο αστικά φιλελεύθερος νους έχει μάθει να θέτει όρια - ακόμα κι εκεί που δεν χωρούνε - προκειμένου να διαχειριστεί μιαν αντίληψη του κόσμου συνεπή και παστρικιά από ασάφειες. Ετούτη η εμμονή με την τάξη και την καθαρότητα έχει, μάλλον, μια κάποια σχέση με την αποστροφή της αδιάλειπτης ποιητικής συνέχειας της ζωής και τον εναγκαλισμό όχι απλά του ορθολογισμού - ο οποίος δε μας φταίει σε τίποτα - αλλά ενός μονοδιάστατου ορθολογισμού ο οποίος βασίζεται στις απόλυτες διάκρισεις των εννοιών κι ως εκ τούτου, αναπόφευκτα, στις διακρίσεις παντός είδους : κοινωνικές, φυλετικές, επαγγελματικές, φιλοσοφικές και πάει λέγοντας. Ο αστός δεν αντέχει να σηκώσει τον άρρητο πλούτο της πραγματικότητας, κάτι που οδηγεί (ή οφείλεται - άλλη κουβέντα) σε μια ψυχοσύνθεση φοβική και ιδεοληπτική. Εδώ δεν τσουβαλιάζω κοινωνικές ομάδες, αλλά ποιότητες ανθρώπων. Φυσικά και δεν είναι όλοι οι αστοί όμοιοι, παρεκτός φυσικά από εκείνους που πληρώνονται ν' αρθρογραφούν σε φυλλάδες όπως η Athens Voice, η Καθημερινή ή άλλες χειρότερες, οι οποίοι κι έχουν αμέτρητα κοινά χαρακτηριστικά.

Ετούτο ωστόσο είναι αναπόφευκτο σε ανθρώπους που μαθήτευσαν να συνεννοούνται με μεσάζοντα το Κράτος. Προκειμένου να μην χάνεται τίποτα στη μετάφραση, οι έννοιες, οι ορισμοί, οι νόμοι, τα πάντα οφείλουν να συμμορφώνονται σε κάποιο αυστηρό πρότυπο. Διαφορετικά η επικοινωνία θα καταρρεύσει, καθώς οι πολίτες αυτού του τύπου δεν έχουν τίποτ' άλλο κοινό να συνεννοηθούν, πέρα απ' την κρατική ορολογία και το συντακτικό. Στον αντίποδα βρίσκεται η αυτόνομη και λειτουργική κοινότητα των ανθρώπων που θεσμίζουν την κοινότητα αυτή στην άμεση βάση των καθημερινών τους σχέσεων, που λειτουργούν ως πρόσωπα κι όχι απλά ως άτομα. Όπως δηλαδή συμβαίνει σε μια οικογένεια. Μόνο μια τέτοια ζωντανή ομάδα μπορεί να ψυχανεμιστεί την έννοια του ιερού - άρα κι ενός ασύλου - καθόσον το ιερό κοινωνείται βιωματικά κι όχι φορμαλιστικά ή νομοθετικά. Να προσφέρεις, για παράδειγμα, ένα ποτήρι νερό σ' αυτόν που το 'χει ανάγκη είναι μια κίνηση ελάχιστη, αλλά κίνηση ασύλληπτου μεγαλείου. Δεν κατοχυρώνεται όμως νομοθετικά - μάλιστα θα 'ταν παντελώς κενή νοήματος, αν όχι γελοία, μια τέτοια φιλοδοξία. Η αυθόρμητη προσφορά του αναγκαίου μπορεί να στηριχθεί και ν' ανθίσει μόνο στη βάση των κοινών βιωμάτων : της πείνας, της δίψας, της ανέχειας, του πόνου, της απώλειας. Ένας άνθρωπος που δεν του 'χει λείψει ποτέ τίποτα, δε μπορεί εύκολα να νοήσει τούτον τον ξέχωρο, φωτεινό πολιτισμό της προσφοράς, που δεν έχει μετρήσιμο αντάλλαγμα, παρά μόνο την αναγνώριση στον άλλο ενός εαυτού. Έτσι αποκτούν και διαυγέστερο νόημα οι κοινωνικές κατηγορίες, όχι απλά στην ποσοτική βάση μιας οικονομικής μεζούρας (που έχει φυσικά μερίδιο αιτιότητας), μα περισσότερο στην ποιοτική βάση του κοινού τρόπου ζωής. Γι' αυτό κι ο σύγχρονος διαχωρισμός τάξεων τα βρίσκει μπαστούνια : ο εργάτης κι ο βιομήχανος μπορεί να διασκεδάζουν σε διπλανά τραπέζια ή να ψωνίζουν απ' τις ίδιες αλυσίδες καταστημάτων, οπότε μιλάμε για οικονομικό χάσμα από τη μία, αλλά σύμπτωση ήθους απ' την άλλη. Άντε βγάλε μετά άκρη.

* * *

Κι έτσι, ενώ κάποιοι - όχι άστοχα - επισημαίνουν ότι ίσως η πρώτη φορά που έγινε πραγματική χρήση του ασύλου στη μεταπολίτευση ήταν το 2011 με την «κατάληψη» της Νομικής (2, 3) (ουσιαστικά ενός ανενεργού κτιρίου της) από ομάδα μεταναστών απεργών πείνας, θα πρέπει να διαφωνήσουμε ωστόσο ως προς το «πρώτη φορά». Καθώς μια πορεία μαθητών ή μια διαδήλωση, οι οποίες βρίσκουν καταφύγιο από τα δακρυγόνα και την ωμότητα, μέσα στο προαύλιο του Πολυτεχνείου, της Νομικής ή οπουδήποτε αλλού είναι μια τέτοια ακριβώς κίνηση ανθρώπων, οι οποίοι διώκονται και των οποίων η σωματική ακεραιότητα - ή ακόμα κι η ίδια η ζωή ους - τελεί υπό απειλή. Δεν είναι καθόλου υπερβολή ή αστείο, να φοβάσαι για τη ζωή σου όταν σε πλησιάζει μια διμοιρία κανίβαλων με όπλα. Είναι μια πραγματικότητα επιβεβαιωμένη πολλάκις. Θεωρώ πως δίχως να συγκρίνεται άμεσα η ιδιαίτερη φύση των δύο περιπτώσεων (μετανάστες - διαδηλωτές) ωστόσο η ουσία του ασύλου πληρούται σε κάθε περίπτωση τόσο στο γράμμα, όσο και στο πνεύμα της.

Η αντίφαση η οποία μπορεί να λανθάνει συχνά, μεταξύ γράμματος και πνεύματος, πάει κάπως έτσι : ενώ το πανεπιστημιακό άσυλο συγκροτήθηκε πρός όφελος της πανεπιστημιακής κοινότητας, δηλαδή για συγκεκριμένο σκοπό, χρησιμοποιείται για χίλιους άλλους λόγους, συνεπώς γίνεται κατάχρησή του. Αυτά λέει το γράμμα. Το πνεύμα λέει το εξής : το άσυλο είναι ο χώρος εκείνος ακριβώς στον οποίο δεν έχει κανένα δικαίωμα το δίκαιο του ισχυροτέρου. Είναι ο χώρος εκείνος που επιβάλλει στους ανθρώπους να σταματήσουν για λίγο και να φερθούν ακριβώς ως τέτοιοι, δηλαδή ως άνθρωποι αντί για κτήνη. Υπ' αυτή την αντίληψη, η έννοια του ικέτη διαστέλλεται ώστε ν' αγκαλιάζει τον εν γένει αδύναμο, εκείνον που στερείται όχι μόνο ζωής αλλά και φωνής. Σ' αυτή την περίπτωση το Κράτος, δηλαδή ο υπέρτατος ισχυρός μιας επικράτειας - ή ορθότερα η Αστυνομία του, δηλαδή ο υπέρτατος ασύδοτος - είναι κι ο τελευταίος που θα 'πρεπε ν' ανακατεύεται.

Υπάρχει, ωστόσο, κάτι ακόμα που θα πρέπει να επισημάνουμε και το οποίο διαφοροποιεί ποιοτικά το άσυλο που κληρονομήσαμε απ' την αρχαιότητα με τις σημερινές συνθήκες. Είναι γεγονός πως οι σύγχρονες πολιτείες των ανθρώπων, δηλαδή τα έθνη-κράτη, έχουν διασταλλεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Δεν υπάρχει κώχη στη γης και σπιθαμή που να μην ανήκει σε κάποιον, να μην υπάγεται στη δικαιοδοσίας τινός. Γίνεται, δηλαδή, το αδιαχώρητο. Πολύ περισσότερο, με τα πλέγματα των μυριάδων διακρατικών συμφωνιών, κι αυτές οι αυστηρά οριοθετημένες επικράτειες μοιάζουν να διαχέονται ακόμα περισσότερο, μία μέσα στην άλλη, πάνω στην άλλη και πέρα από την άλλη. Η δυνατότητα να αυτο-εξοριστεί κανείς, δίχως το φόβο να εκδοθεί και πάλι πίσω, η δυνατότητα να ζήσει κανείς έξω απ' τις συντεταγμένες πολιτείες σαν ασκητής, σαν άγριος, σα λεύτερος, η δυνατότητα να μαζέψει κανένας τους ομοίους του και να ζητήσει διέξοδο στήνοντας νέες κοινότητες και αποικίες, οι εναλλακτικές ετούτες έχουνε πια εκμηδενιστεί από αιώνες. Θέλω να πω : ο άνθρωπος είχε κάποτε την ελευθερία να κρατηθεί μακριά απ' τους ανθρώπους, ζητώντας άσυλο στη φύση, στο χώρο, στο χρόνο. Στην εποχή μας δεν είναι τέτοια ελπίδα. Τα πάντα κατακυριαρχούνται και τα πάντα ευθυγραμμίζονται. Στις συνθήκες αυτές το άσυλο - ένα οποιοδήποτε άσυλο - έχει πολλαπλάσια σημασία : σε μια παγκόσμια επικράτεια, το άσυλο είναι η πρεσβεία ενός άλλοτε κι ενός αλλού, είναι ένας χωρόχρονος εκτός της γης, όπου η εξουσία και η κατακυριαρχία του ανθρώπου για λίγο παύει και για λίγο ταπεινώνεται. Είναι εκεί όπου φυλάσσονται τα άμετρα και τα αστάθμιστα, τα αδιανόητα και τα αδιαμέριστα, μ' άλλα λόγια εκείνο που 'ναι στον άνθρωπο ανυπότακτο.

* * *

Με βάση τα προηγούμενα, η προσωπική μου θέση είναι νόμισμα με δύο όψεις. Η πολιτική του όψη μου επιτάσσει, δίχως πολλές αμφιβολίες, τη διατήρηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Τη διατήρηση ενός απαράβατου ορίου, απέναντι στην ανεξέλεγκτη βιαιότητα η οποία μπορεί να χαρακτηρίσει έναν ισχυρό γενικά ή ένα κράτος ειδικά - δημοκρατικό ή μη, δεν έχει σημασία. Η διατήρηση αυτή είναι κατά ένα μέρος ουσιαστική, δηλαδή αφορά στο ίδιο το περιεχόμενο της έννοιας του ασύλου, και κατά ένα μέρος στρατηγική : να μπορεί κάποτε να διωχθεί, να κριθεί δηλαδή και να καταδικαστεί κι αυτό το Κράτος - στο πρόσωπο μιας αλαζονικής κυβέρνησης - μ' αυτά τα ίδια του τα μέσα, δηλαδή το σύστημα απονομής δικαιοσύνης του. Όσο κι αν τέτοιες κινήσεις καταλήγουν συνήθως σε καταδίκη αποδιοπομπαίων τράγων, είναι και τούτο κάτι απ' τ' ολότελα: η βία για λίγο καιρό φιμώνεται, αναδύονται νέες ισορροπίες και η κοινή γνώμη συσπειρώνεται και δυναμώνει.

Η άλλη όψη του νομίσματος, δηλαδή η ενδοσκοπική και αυτοκριτική, μας επιβάλλει να παραδεχτούμε ότι υπάρχει πράγματι ένα σοβαρό πρόβλημα στον τρόπο που το άσυλο διαμόρφωσε τις και διαμορφώθηκε στις συνειδήσεις μας. Είναι δύσκολο ν' αμφισβητήσει κανείς τις αλλεπάληλες καταχρήσεις, όχι μόνο από τ' αυθαίρετα κι α-πολιτικά στοιχεία μα κι απ' τους καθαυτό δικαιούχους. Υπάρχει καταφανέστατο πρόβλημα κοινότητας, οργάνωσης και συννενόησης κι αυτό θα πρέπει κάπως ν' αντιμετωπιστεί. Πρώτο βήμα φυσικά προς αυτή την κατεύθυνση, θα ήταν η κοινή παραδοχή, η αναγνώριση ετούτης της έκπτωσης απ' όλες τις μεριές, δίχως υπεκφυγές και πολιτικαντισμούς : τους καθηγητάδες, το φοιτητικό κόσμο, τη μικρο-αστική κοινωνία, μα και τους εξω-πανεπιστημιακούς πολιτικούς αγωνιστές, οι οποίοι όταν είναι τίμιοι δεν πρέπει να χαίρουν λιγότερου σεβασμού απ' τους υπόλοιπους.

Κάθε πλευρά εκλαμβάνει την άλλη ως εχθρό της κι αν υπάρχει κάποιος κοινός τόπος είναι μονάχα αυτός : η κοινή έλλειψη εμπιστοσύνης κι ο εγωισμός. Αν οι φοιτητές οι ίδιοι δε συγκροτηθούν κάποτε σε ζωντανή κοινότητα, η οποία πρώτη θα νοιάζεται και θα μεριμνά για το χώρο εκείνο, ο οποίος της δίνει ακριβώς τη δυνατότητα να συγκροτείται και να υπάρχει ως τέτοια, κάθε μου σκέψη οδηγείται σ' αδιέξοδο. Γιατί μήτε απ' την αδιάφορη κοινωνία περιμένω προκοπή, μήτε τη μεγαλοψυχία των ισχυρών, μήτε τη μυωπία των επαναστατικών καιροσκόπων. Αν το στοίχημα ετούτο δεν κερδηθεί πρωτίστως απ' την ίδια τη φοιτητική κοινότητα, κόντρα στις πολιτικές ύαινες και τα κοράκια όλων των χρωμάτων, είναι ένα στοίχημα εξαρχής καταδικασμένο, με το άσυλο ή χωρίς αυτό.

(1) Άπατρις @ «Άσυλο: ιστορία, περιεχόμενο και το ανταγωνιστικό κίνημα»
(2) Βασίλης Ξυδιάς @ «Οι μετανάστες κρίνουν το άσυλο»
(3) Θεόδωρος Παντούλας @ «Άσυλο στην υποκρισία»

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019

Πανεπιστημιακού Ασύλου το ανάγνωσμα [Μέρος 4ο]

6 - Καταλήψεις

Μια κατάληψη, μια παρέμβαση, ένας ξεσηκωμός, δεν πρέπει να νοούνται σαν παραφωνίες της ακαδημαϊκής ευταξίας - του να 'χουμε δηλαδή το κεφάλι μας ήσυχο - ή εκτροπές που χρειάζεται να παταχθούν  άμεσα, μ' αντίθετα μια ζωντανή φωνή, η οποία γυρεύει ν' ακουστεί, ζητά ν' αποκαταστήσει μιαν αδικία, μ' άλλα λόγια μιαν ασυμμετρία. Η φωνή ετούτη, που παλεύει ν' ακουστεί συνήθως άτσαλα, υπονοεί λόγο κι αιτίες κατά πολύ βαθύτερες κι από εκείνες, που οι ίδιοι οι εξεγερμένοι καταφέρνουν συχνά να ψελλίσουν. Ακόμη κι αν τα αιτήματα ακούγονται υπερβολικά ή φαιδρά, το βαθύτερο αίτημα είναι πάντα το δικαίωμα ενός νέου (ή κι οποιουδήποτε) στη ζωή του, μ' άλλα λόγια στις αποφάσεις που τον αφορούν. Μ' όλες τις ενστάσεις που μπορεί κανείς να ορθώσει απέναντι στις ικανότητες αυτής της ηλικίας ν' αποφασίζει για τα μέγιστα, κάθε τίμια συζήτηση οφείλει να καταλήγει ή να ξεκινά απ' την εξής παραδοχή : μιλώντας για φοιτητές μιλούμε ουσιαστικά γι' ανθρώπους αποκλεισμένους, φιμωμένους, χειρίσιμους. Μιλάμε γι' αυτούς σα να μιλούσαμε για μαθητές δημοτικού ή γυμνασίου, που δεν τους πέφτει λόγος και τρώνε και καμιά ανάστροφή στο σπίτι. Μα τα είκοσι δεν είναι τα ίδια με τα δέκα, ούτε με τα δεκαπέντε κι ο άνθρωπος απαιτεί πλέον να τόνε παίρνουν σοβαρά, να τον αντιμετωπίζουν ίσο προς ίσο.

Την πραγματική, δηλαδή τη θεσμοθετημένη εξουσία - όσο κι αν επιμένουν για το αντίθετο πολλοί που καίγονται να επιβεβαιώσουν τις εντυπώσεις τους - δεν την έχουν φυσικά οι φοιτητές, οσοδήποτε μπαχαλάκηδες κι ανώριμοι, μα οι καθηγητάδες κι οι κρατικοί φορείς. Κι αν οι τελευταίοι ετούτοι διακατέχονταν έστω και στον ελάχιστο βαθμό από διάθεση κατανόησης και διαλόγου - αν με άλλα λόγια είχαν συνείδηση της πραγματικής τους ευθύνης, η οποία δεν είναι απλά διεκπεραιωτική, αλλά πολιτική και παιδαγωγική - θ' αναγνώριζαν σ' ετούτες τις διακοπές της ακαδημαϊκής συνέχειας, μια βαθύτερη κοινωνική αναγκαιότητα, μιαν αναπάντεχη αφορμή να θεαθούν εαυτούς και ν' αναθεωρήσουν στάσεις και τακτικές.  Αντί να κλείνουν τα μάτια σ' εκείνους που δεν έχουν παρά έναν μοναδικό τρόπο να εκφραστούν (έστω κι αν είναι υπερβάλων) : τους αδύναμους, τους άσημους, τους υφιστάμενους. Ας αδράξουν την ευκαιρία, λοιπόν, ετούτοι οι δυνατοί και ώριμοι, ώστε ν' αποκαταστήσουν την ισορροπία και τη δικαιοσύνη. Στο κάτω-κάτω, αν την πραγματική εξουσία την είχαν οι «μπαχαλάκηδες» τότε δε θα 'ταν μπαχαλάκηδες, αλλά οργανωμένοι και συντεταγμένοι, με άριστες μάλιστα διασυνδέσεις στα τηλεοπτικά δελτία, στο Πρώτο Θέμα και στην Καθημερινή, όπου η εικόνα τους θα παρουσιαζόταν εντελώς διαφορετική.

Οι φοιτητές δεν είναι ούτε εγκληματίες, ούτε παράνομοι, ούτε ανήθικοι. Είναι εκείνοι - και συχνά οι μόνοι - που παλεύουν να συγκροτήσουν τις έννοιες, να βρουν το σωστό λόγο, την κατάλληλη αναλογία, ψαχουλεύοντας τα σωθικά τους και το περιβάλλον τους. Οι φοιτητές είναι το διαρκές ερώτημα, που ο μεσήλικας απάντησε άπαξ, μόνο και μόνο για να το κουκουλώσει, δηλαδή να το θάψει διαπαντός. Είναι ο οίστρος που αναγκάζει την κοινωνία ν' αντικρύσει τον εαυτό της καταπρόσωπο (δηλαδή ένας τον άλλον) και να ζωογονηθεί, αντί να ψιμυθιώνεται μπροστά σε κάτοπτρα. Ένα «έκτροπο», λοιπόν, είναι το καμπανάκι, είναι η αφορμή για μια κοινωνία ή μια κοινότητα να προχωρήσει μπροστά και να συνειδητοποιηθεί ως τέτοια. Μ' άλλα λόγια να ξεκινήσει, το λιγότερο, έναν διάλογο, αντί για μία σειρά συλλήψεων. Αυτό, φυσικά, ισχύει για τις περισσότερες κοινωνικές αναταραχές κι όχι μονάχα για τις πανεπιστημιακές.

Σημείωση #1

Είναι, επίσης, σφάλμα να ονομάζονται «καταληψίες», όσοι καταφεύγουν στη χρήση του ασύλου κι είναι ένας εύκολος τρόπος ν' αποσυνδέσεις τις έννοιες, ώστε να αιτιολογήσεις οποιαδήποτε ηθική ασυδοσία. Είναι εύκολο να ξεχωρίσει τις διαφορές, οποιοσδήποτε στέκει καλοπροαίρετος. Μια εξέγερση, φοιτητική ή άλλη με γνήσια αιτήματα, χρησιμοποιεί το άσυλο ώστε να μη φιμωθεί ο λόγος της από τις συλλήψεις, μια μαθητική πορεία ώστε να βρει καταφύγιο από την άκριτη αστυνομική βία, ένας οποιοσδήποτε ρημαγμένος από την ανάγκη ν' αποκτήσει πρόσωπο και να γίνει φανερός σε μια σουρεαλιστική κοινωνία, που περί άλλα τυρβάζει. Μια αλλοπρόσαλλη εξέγερση, ωστόσο, όταν δεν έχει πρόσωπο κι άρα δεν έχει δυνατότητα διαλόγου, όπως οι σπασμωδικοί επετειακοί ξεσηκωμοί ή άλλοι, είναι ηλίου φαεινότερον πως δεν πρόκειται γι' αληθινούς ικέτες, παρά για ανθρώπους με χαλασμένο μπούσουλα ή κακομαθημένους ομφαλοσκόπους. Πώς περιμένουν τελικά, οι άνθρωποι ετούτοι που επιλέγουν να μην έχουν πρόσωπο, πώς περιμένουν από τον οποιονδήποτε να τους αντιμετωπίσει σοβαρά και ως πολίτες;

Σημείωση #2

Το Σεπτέμβριο του 2018 παραδόθηκε, επίσης, ένα πρώτο πόρισμα πάνω στα ζητήματα της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της ειρήνης . Δεν βλάπτει να του ρίξει κανείς καμιά ματιά. Φανερώνει αν μη τι άλλο πως αν υπάρχει καλή διάθεση και ψυχραιμία μπορούν να συγκεντρωθούν ένα σωρό βελτιωτικές προτάσεις, οι οποίες παρακάμπτουν σχεδόν εντελώς την αστυνομική παράμετρο, αναζητώντας ένα κοινό μέτρο κι έναν κοινό τόπο. Προκειται για μια πρώτη προσέγγιση, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και αφελής στα σημεία. Ωστόσο, τούτο θα ήταν μικρό κακό αν υπήρχε πραγματική διάθεση απ' όλες τις μεριές να βρεθεί μια συναινετική λύση. Δυστυχώς, οι αντιδράσεις ήταν τόσο χαμηλού επιπέδου και πολιτικάντικες, ώστε δε διαφαίνονται και πολλές ελπίδες προς αυτή την κατεύθυνση.

Σημείωση #3

Μάλλον είναι αληθές, αλλά κι ανοιχτό προς συζήτηση, πως πάνω στην κωλοκαούρα τους να οργανώσουν μιαν αντίσταση, οι εμπνευστές των καταλήψεων συχνά εκβιάζουν τ' αποτελέσματα μ' ελλιπείς ψηφοφορίες και μαγειρέματα. Μπορώ να το καταλάβω, αν όντως συμβαίνει, έχοντας την εικόνα της αδιάφορης πλειοψηφίας, που δυσχεραίνει οποιοδήποτε πολιτικό αγώνισμα με την παθητικότητά της. Κι ωστόσο, μια κατάληψη νομίζω πως οφείλει να «νομιμοποιείται» απ' την πραγματική πλειοψηφία. Δίχως την τελευταία, καταντάει τελικά καταχρηστική και βλαπτική, ακόμη και για δίκαια αιτήματα. Φυσικά, δεν είναι άστοχο να ελπίζει κανείς πως η μαχητικότητα και το ευγενές πάθος του μέρους για το δίκαιο μπορεί να κινητοποιήσει και να εμπνεύσει κάποτε κι αυτό το ίδιο το σύνολο. Φιμώνοντας έτσι το μέρος φιμώνει κανείς και την ελπίδα. Αλλά πόσο συχνά το πάθος είναι ευγενές και οι στόχοι δίκαιοι; Κι αν δεν είναι δική μου δουλειά μα της ίδιας της κοινότητας να κρίνει, κατά πόσο η κοινότητα των φοιτητών συνιστά τελικά κοινότητα κι όχι άγονο συνονθύλευμα ατόμων; 

* * *

7 - Μπαχαλάκηδες & καταστροφές

Το πλέον σοβαρό κομμάτι της όλης αστικής φιλολογίας και παραφιλολογίας και - μη γελιώμαστε - το πλέον δυνατό χαρτί για να κερδίσει κανείς την «κοινή γνώμη». Το σχόλιο ετούτο θα 'πρεπε να 'ναι ολόκληρο κεφάλαιο από μόνο του, αλλά μιλώντας εξ ανάγκης χοντρικά, θα μπορούσαμε ίσως να διακρίνουμε τα ακραία στοιχεία στις παρακάτω κατηγορίες :

(α) θερμοκέφαλοι αγωνιστές
(β) ΜΑΤ
(γ) παρακρατικοί και προβοκάτορες
(δ) κοινοί εγκληματίες

Για τους κοινούς εγκληματίες - όπως ήδη μιλήσαμε στο [3] - δεν υπάρχει τίποτα να σχολιάσει κανείς κι ούτε καλύπτονται από καμία πολιτική πρόφαση ή επίφαση. Άσχετοι με τα όσα συζητούμε εδώ, κοινοί εγωϊστές, η σχέση τους με την κοινωνία, το πανεπιστήμιο και την κουβέντα μας είναι κυρίως κοινωνιολογικού ενδιαφέροντος. Ούτε για τους όποιους προβοκάτορες και παρακρατικούς, όμως, είμαι σε θέση να σχολιάσω οτιδήποτε. Σκιώδεις, εξαφανισμένοι μέσα σ' ένα ζόφο προθέσεων, θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι από μέλη της Ασφάλειας ως μέλη τρομοκρατικής οργάνωσης. Ετούτο το θέμα στέκει παντελώς ξένο προς τις γνώσεις και την ιδιοσυγκρασία μου και δηλώνω αδυναμία οποιασδήποτε υπεύθυνης γνώμης - πέραν δηλαδή της καταδίκης. Αυτό δε σημαίνει πως δεν είναι βαρύνουσα παράμετρος, που χρήζει περαιτέρω μελέτης.

Τα ΜΑΤ τ' αναφέρω για λόγους που θα μπορούσαν να είναι και προφανείς : η ωμή δύναμη είναι πάντα άκριτη και ασεβής, είτε προέρχεται από α-κρατικούς, είτε από παρα-κρατικούς, είτε από κρατικούς. Οι κτηνάνθρωποι διαφέρουν μονάχα ως προς το βαθμό οργάνωσης. Κανείς δεν εγγυάται πως η δράση των ΜΑΤ καθαυτή δεν πρόκειται να προκαλέσει ζημιές και μάλιστα ασύμμετρα μεγαλύτερης κλίμακας : για παράδειγμα, δε γνωρίζω κατά πόσο έχει εξεταστεί επαρκώς ο ισχυρισμός πως η πυρκαγιά του Πολυτεχνείου το 1991 προκλήθηκε τελικά από κροτίδες των ΜΑΤ και παρακρατικούς, παρά τους όποιους καταληψίες. Τα ΜΑΤ είναι η άλλη όψη του μπαχαλάκια, μόνο που η όψη ετούτη φέρει τη στρογγυλή σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας και φυσικά περίστροφο. Άτομα στην πραγματικότητα ανεξέλεγκτα, γεμάτα ψυχοπαθολογίες, συμπλεγματικοί και μισάνθρωποι. Είναι οι μπαχαλάκηδες εκείνοι, απ' τους οποίους κατά πάσα πιθανότητα δε θα τη σκαπουλάρεις μόνο με μερικούς μόλωπες

Για τους «ευγενείς», ωστόσο, εξω-πανεπιστημιακούς, οι οποίοι εκμεταλλεύονται το άσυλο ως στρατηγικό ατού για τις σπασμωδικές εξεγέρσεις και τις πολεμικές τους, νομίζω πως τελικά το ευτελίζουν, θυσιάζοντας στις ψευδείς αναγκαιότητες του εφήμερου ένα χώρο κι ένα αίσθημα, που τους ξεπερνά κατά πολύ σε αξία. Όχι δίχως κάποιο θράσος από μέρους μου, θεωρώ μεγάλο μέρος από τούτη την επαναστατική φιλολογία του δρόμου ψευδοεπαναστατικό, για τον απλό λόγο πως δεν έχει την παραμικρή σύνδεση με την κοινωνία, μα κυρίως με ιδεολογήματα και αντιδραστικά κακέκτυπα. Ισχυρίζεται, παρόλα αυτά, πως αναλαμβάνει δράση και έργα εκ μέρους της κοινωνίας (όπως εύκολα μπορεί κανείς ν' αντιληφθεί από τις κατά τόπους και χρόνους προκηρύξεις), δίχως φυσικά καμία εξουσιοδότηση, πέραν της προσωπικής ευαισθησίας ή καύλας. Όλοι ετούτοι, δίχως να είναι πραγματικοί ικέτες - συνεπώς ιεροί και διαχρονικοί - μήτε και αληθινοί μαχητές, κοντόφθαλμοι, ανοργάνωτοι και αλαζόνες, καταχρώνται το κοινωνικό σώμα και το αίσθημα σεβασμού προς όφελος μιας εκτόνωσης, δίχως αντίκρυσμα και άγονης. Πολύ χειρότερα, «κουράζοντας» το επαναστατικό ζητούμενο με την στείρα επανάληψη των ίδιων μοτίβων, απομακρύνουν την κοινωνία από τη δυναμική της επαναστατικής αντίστασης και την κρατούν μακριά από το γνήσιο μήνυμα του ξεσηκωμού, το οποίο δεν είναι μόνο η αντίσταση αλλά και η σύνθεση. Είμαι βέβαιος ότι όλος αυτός ο εξεγερτικός αχός, δεν κρύβει μόνο «πλέμπα» αλλά και ψυχές πραγματικά ελεύθερες, ατιθάσευτες κι ακτινοβόλες. Τι να τις κάνουμε, ωστόσο, όταν επιθυμούν να καούν μονάχες τους κι όχι να ριχτούν μέσα στους ανθρώπους και να τους μπολιάσουν;

* * *

Θα μπορούσε κανείς, συνεχίζοντας, να προβεί στη μια ανάλυση μετά την άλλη για κάθε ξεχωριστή κατηγορία και τελειωμός να μην είναι. Όλα ετούτα δε βγάζουν νόημα της προκοπής, αν δεν πιάσουμε να σκεφτούμε συνολικά κι όχι για κάθε παραφωνία ξέχωρα. Κι η αναζήτηση του συνολικού μας οδηγεί αναπόφευκτα στην αναζήτηση μιας ευθύνης. Γιατί πέραν συνταγμάτων και νομοθεσιών, φιλοσοφίας και δικονομίας, εκείνο που λείπει παντελώς, η παράμετρος πάνω στην οποία θεμελιώνεται τελικά το αδιέξοδο, είναι η παντελής έλλειψη ευθύνης και διάθεσης, εκ μέρους φυσικά όλων, αλλά κυρίως εκείνων στους οποίους το άσυλο πρωτίστως αφορά, δηλαδή εκ μέρους των φοιτητών και των καθηγητών. Στη συνέχεια θα επιμείνω ιδιαίτερα στους πρώτους, καθώς δε θυμάμαι να έχει γίνει ποτέ επίκληση του ασύλου απ' τη μεριά καθηγητών - εκτός κι αν είναι να μιλήσουν για την άρση του. Το κύριο εξεγερσιακό στοιχείο (εκτός ιδιαίτερων περιπτώσεων) είναι προφανώς το φοιτητικό. Για τη συγκεκριμένη κατηγορία συμπολιτών μας, αν βάλουμε στην άκρη τους αδιάφορους που κοιτάνε να πιουν κάνα καφέ, να τελειώνουν τη δουλειά τους και να φύγουν (σ' αυτή την κατηγορία θα τοποθετούσα και τον εαυτό μου, την εποχή εκείνη), η ρήση που θαρρώ συγκεφαλαιώνει την ιδιοσυγκρασία τους είναι : και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Κι εξηγούμαι.

Είτε μας αρέσει, είτε όχι, η κοινωνία στηρίζεται σε κάθε φάση της σε συγκεκριμένες ισορροπίες. Μια «σχολή» επαναστατικής σκέψης θα προτιμούσε να δει τα πάντα να καταρρέουν και να διαλύονται, προκειμένου να συσταθεί η κοινωνία εκ νέου, σε νέες ισορροπίες και τιμιότερες βάσεις. Ετούτη η προσέγγιση είναι, φυσικά, μία από τις δυνατές προσεγγίσεις και δε μονοπωλεί την εξεγερτική νοοτροπία. Ευτυχώς, κατά τη γνώμη μου, καθότι δεν αντιλαμβάνεται διόλου το κοινωνικό κόστος ή το θεωρεί αναπόφευκτο δεινό, όμως με πολύ αλαφρύτερη καρδιά απ' ότι θα επέτρεπε μια ειλικρινής και βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο και τη ζωή. Υπερτιμά το θετικό δυναμικό που κρύβει ο άνθρωπος, τη στιγμή που υπάρχουν βάσιμες υποψίες πως ξεθυμαίνει γρήγορα όταν δεν συνδυαστεί με άλλους παράγοντες. Υπόψιν πως τους άλλους αυτούς παράγοντες, όπως να πούμε δημιουργικότητα, οργάνωση, αλληλεγγύη, ενότητα, διαλεκτική διάθεση, εμπιστοσύνη δε θα τα συναντήσει κανείς με τα καντάρια εντός των επαναστατικών κύκλων. Μια περαντζάδα απ' το ήθος των διαλόγων που αναπτύσσονται π.χ. στο Indymedia (κι αλλού) αφήνει τον αναγνώστη μ' ανάμεικτα συναισθήματα, αν όχι μ' απροκάλυπτη ξινίλα. Αλλά χρησιμοποίησα ετούτο το ακραίο παράδειγμα, όχι ως αντιπροσωπευτικό, όσο για να υπονοήσω το κενό που δημιουργείται όταν κανείς καταλύει οτιδήποτε και την ευθύνη που φέρει για τούτο το κενό.

Στο βαθμό που η κοινωνία δεν αλλάζει ή αλλάζει με πολύ δειλά και ανεπαίσθητα βήματα, θα πρέπει να υπολογίζουμε στο μυαλό μας τις ήδη διαμορφωμένες ισορροπίες, ώστε με κάθε ανατροπή ή αντικατάσταση να μεριμνούμε, στο βαθμό του εφικτού, για 'κείνο που πρόκειται να καλύψει το έλλειμμα, το οποίο δημιουργείται από τη δράση μας. Μ' όλα τα στραβά της, η Αστυνομία διαχειρίζεται ετούτη τη στιγμή έναν συγκεκριμένο όγκο παραβατικότητας - νοώντας την τελευταία, για χάρη της συζήτησης, με την εντελώς συμβατική της ερμηνεία και διάσταση - κι έχει την οργάνωση και το δυναμικό (υλικό κι ανθρώπινο), το οποίο απαιτείται για τούτη τη δουλειά. Οποιοσδήποτε επιθυμεί να υποκαταστήσει τον όποιο προστατευτικό της ρόλο θα πρέπει, προφανώς, να το 'χει σχεδιάσει με τρόπο τέτοιον, ο οποίος να μην αφήνει την ευθύνη μετέωρη και τους ανθρώπους ή τους θεσμούς ακάλυπτους. Το άσυλο αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια περίπτωση. Η αποτυχία π.χ. των αναρχικών - με όλη την καλή τους διάθεση - να ελέγξουν την (συντονισμένη;) επικράτηση των ναρκωτικών στην πλατεία Εξαρχείων είναι μια ένδειξη των πρακτικών δυσκολιών, που μας απασχολούν. Αν επιθυμούμε - καλώς - να κρατούμε την Αστυνομία μακρυά από το πανεπιστήμιο ή αλλού, θα πρέπει ωστόσο να προτείνουμε (και να εφαρμόζουμε) λύσεις για τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργούνται από εξω-πανεπιστημιακά λούμπεν στοιχεία, θερμοκέφαλους «σύντροφους» που διαρκώς χαϊδεύουμε, ανεξέλεγκτους συμφοιτητές ή καθηγητές (1) και, φυσικά, την κοινή εγκληματικότητα.

Κι ωστόσο, από τα προσωπικά φοιτητικά χρονια έως και σήμερα - στο βαθμό που αντιλαμβάνομαι ακόμη τα πράγματα, μέσω των μαθητών μου που τώρα σπουδάζουν ή σπούδασαν - ουδέποτε θυμάμαι το φοιτητικό κόσμο να συγκροτήθηκε ως ζωντανή κοινότητα, με πραγματικό νοιάξιμο για το χώρο στον οποίο συμβιώνει - με την ευρύτερη διάσταση του χώρου, εννοώντας και τους ανθρώπους που περιλαμβάνει. Δεν είναι καθόλου προπαγάνδα των καθεστωτικών μέσων η αδιαφορία του μέσου, πολιτικοποιημένου ή όχι φοιτητή κι αρκεί κανείς να χαζέψει ένα αμφιθέατρο ή τον όποιο χώρο μετά από μια συνέλευση ή μια κατάληψη. Δε θα κάνω φτηνή αντιπολίτευση μιλώντας γι' αφίσες, συνθήματα και τα σχετικά. Θα μιλήσω ωστόσο για τη μπίχλα που απομένει ως μάρτυρας της ανθρώπινης διπροσωπίας : χυμένοι καφέδες, πλαστικά σκουπίδια, μισοφαγωμένες τροφές, αποτσίγαρα. Οι άνθρωποι ετούτοι έχουν ακόμα την πασοκική νοοτροπία των παππούδων τους : να κάνουμε τη δουλειά μας και στον πούτσο μας τα υπόλοιπα. Προσοχή εδώ, δε μιλώ για την κρατική απουσία προϋπολογισμού καθαριότητας ή επισκευών, η οποία είναι απείρως καταφανέστερη από την όποια νεανική «ασυδοσία» κι όποιος δεν τη βλέπει είναι απλά υποκριτής. Αρκεί μια βόλτα στο Καποδιαστριακό, ώστε να μετρήσει κανείς σε πόσα του φταίει ο φοιτητής και σε πόσα η εικόνα κρατικής εγκατάλειψης κι ερήμωσης, για να βρει ένα σωστό μέτρο σύγκρισης προτού πετάξει τη μαλακία του.

(Παρένθεση)

Ο αστός, εκτός από την τάξη και τη νομιμότητα, έχει μια εμμονή με την καλαισθησία (πανάθεμά τον) στο βωμό της οποίας είναι διατεθειμένος να θυσιάσει κάθε ανθρώπινη διάσταση. Το πιο απλό και χαρακτηριστικό παράδειγμα - τετριμμένο πια - είναι πως δεν τον ενδιαφέρει πού ακριβώς θα καταλήξει ένα πρεζόνι, ένας άστεγος, αρκεί να μην του χαλάνε τη βιτρίνα ενός καταστήματος. Το 2016 ο αστικός κόσμος έφριττε με την αδιανόητη εικόνα του ΑΠΘ να 'χει μετατραπεί σε κάμπινγκ «αναρχο-απλύτων», με αφορμή το φεστιβάλ «No Border» (2). Να μην τα πολυλογώ, αν χαζέψει κανείς τις φωτογραφίες και τα video, στην πραγματικότητα, θα μείνει εντυπωσιασμένος από την καθαριότητα και την τάξη του χώρου - όταν μάλιστα η επίσκεψη της δημοσιογράφου ήταν incognito κι απρογραμμάτιστη. Δε μπορεί, επίσης, παρά να επικροτήσει την ακεραιότητα της «υπευθύνου», η οποία δεν της απαγορεύσε την είσοδο, αλλά μάλιστα τη συνόδευσε - βέβαια, κάπως αποτρεπτικά - καθώς η δημοσιογράφος δεν έπαυε να είναι μια άγνωστη, μέσα σ' ένα χώρο ευθύνης. Εκείνο, όμως, που πιθανότατα δεν παρατηρεί κανείς εύκολα είναι η αντίθεση μεταξύ των ζωηρών χρωμάτων της φυσικής ατμόσφαιρας και της ευχάριστα νωχελικής ανθρώπινης συνύπαρξης, από τη μία, και της άψυχης, αποθαρρυντικής, ψυχρά διεκπεραιωτικής εικόνας των εσωτερικών πανεπιστημιακών χώρων, από την άλλη. Δεν είναι σε καμία περίπτωση ένδειξη βαρβαρισμού, όταν η ζωή που ξεχειλίζει επιθυμεί συνειδητά-ασυνείδητα να μπολιάσει τα πάντα με την παρουσία της. Τα συνθήματα, οι αφίσες, κάθε αυθόρμητη παρέμβαση στο χώρο - που δεν είναι απλή βρωμιά - δεν είναι παρά η αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου να δαμάσει το περιβάλλον στο βλέμμα του, να οικειοποιηθεί το ξένο και ανοίκειο, να θερμάνει το ψυχρό, να δώσει μορφή στο απρόσωπο. Αν η αισθητική του γκράφιτι δεν αποτελεί κομμάτι της αστικής αντίληψης, ωστόσο, δεν αναιρείται το γεγονός πως πρόκειται για έναν ιδιαίτερο κώδικα μιας άλλης κοινότητας, που διόλου δεν αφαιρεί από το χώρο, αλλά τον εξυψώνει - ακόμα κι αν ετούτο δε γίνεται άμεσα αντιληπτό ή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

(Κλείνει η παρένθεση)

Πιάσαμε, όμως, το πλέον ανώδυνο κομμάτι, εκείνο του καθημερινού πολιτισμού και της συμπεριφοράς. Ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι αν στα ελαφρύτερα η φοιτητική «κοινότητα» αποτυγχάνει - τουλάχιστον, σε βαθμό εμφανή - ποια περιμένουμε να είναι η συμβολή και η προσφορά της στα σοβαρότερα, εκείνα δηλαδή τα οποία έχουν να κάνουν με την ασφάλεια του χώρου, τη φύλαξη, την επίλυση των διαφορών, τις ακραίες συμπεριφορές, τη διατήρηση ενός κοινού ήθους; Αν με ρωτούσατε αν ο φοιτητικός κόσμος σήμερα αξίζει το άσυλό του, θα σας απαντούσα πως από πολιτική σκοπιά αναμφισβήτητα, μ' από τη σκοπιά της δικής του υπευθυνότητας και ωριμότητας αποτυγχάνει παταγωδώς.

Φυσικά, μην ξεχνούμε πως για τ' οποιοδήποτε άσυλο συνυπεύθυνη είναι κι ολόκληρη η κοινωνία - μην απομονώνουμε, κατά τα συμφέροντα. Δεν αρκεί να εφησυχαζόμαστε στη νομική κατοχύρωση, προκειμένου να κοιμόμαστε ήσυχοι τα βράδια, παρατώντας την επίλυση των προβλημάτων σ' εκείνους ακριβώς, από τους οποίους το άσυλο ορίσθηκε να μας προστατεύει - μ' άλλα λόγια, την κρατική και την αστυνομική αυθαιρεσία. Το παράδοξο ετούτο συμβαίνει για τον πιο απλό λόγο : η κοινωνία παραμένει πρακτικά και ανησυχητικά αδιάφορη - οι μεν δεξιοί ψάχνοντας αφορμή γι' ανώδυνες καταδίκες, οι δε αριστεροί για πολιτικές αρπαχτές.

Σημείωση #1

Σε μια πολύ ενδιαφέρουσα κι εκτενή ανάλυση επιδίδεται κι ετούτος ο Αλέξανδρος Απ. Μαντζούτσος (3), φανερά υπέρ της κατάργησης. Αξίζει να διαβαστεί ακόμα κι από διαφωνούντες, καθώς εξετάζει το ζήτημα όχι φυσικά από κάθε δυνατή μεριά - κάτι που είναι απίθανο να καταφέρει κανείς - αλλά σχεδόν από κάθε δυνατή μεριά την οποία μπορεί να φανταστεί ένας καθαρόαιμος αστός. Μ' όλη, ωστόσο, την «αγαθή» του διάθεση, γενικεύσεις όπως η παρακάτω :

« Και οι «ισχυροί» του ελληνικού πανεπιστημίου είναι προφανώς οι «κουκουλοφόροι», οι «καταληψίες», οι «ηγέτες» των φοιτητικών παρατάξεων και οι κάθε είδους «κακοποιοί» οι οποίοι βρίσκουν καταφύγιο στους χώρους των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. »

όπου μπαίνουν στο ίδιο καζάνι οι κακοποιοί με τους καταληψίες, αδικεί τη νοημοσύνη τόσο του ιδίου, όσο και του αναγνώστη του. Κι ακόμη, όχι, οι «ισχυροί» του πανεπιστημίου δεν είναι φυσικά οι προηγούμενοι, παρά μόνο σε δεδομένες στιγμές. Ή θα μπορούσαμε να πούμε, ορθότερα, πως έχουν κι αυτοί κάποια μορφής εξουσία, μα όχι ΤΗΝ εξουσία. Στο κάτω-κάτω, ετούτο δεν είναι η σύγχρονη δημοκρατία μας, παρά μια πάλη εξουσιών; Σε αντίθεση με την αρχαιότητα όπου άπαντες μετείχαν εξίσου στη διακυβέρνηση, η δυτικογενής δημοκρατία του διαχωρισμού των εξουσιών σε ανομοιογενείς πολιτικές ομάδες βασίζεται σε αυτήν ακριβώς την σύγκρουση και την ισορροπία των ετερογενών δικαίων ή συμφερόντων. Το να υπάρχουν, λοιπόν, πολλά και διάφορα είδη «εξουσιών» σε κάποιον χώρο, τούτο εξασφαλίζει τη δημοκρατικότητα, σε αντίθεση με την ολοκληρωτική επικράτηση του μονόλογου και του μονοδιάστατου.

Σημείωση #2

Είναι σωστό, ωστόσο, να παραδεχτούμε πως οι καταχραστές του ασύλου είναι ουσιαστικά και καταλύτες του. Δε μπορώ να σκεφτώ την παραμικρή δικαιολόγηση ενός ικέτη που γίνεται αλαζόνας καταστρέφοντας και βλασφημώντας και νομίζω πως οι συνέπειες θα πρέπει να καταπέσουν επάνω του δριμύτερες, καθότι ασεβής ο ίδιος επιθυμεί να εκμεταλλευτεί την ευσέβεια των αλλονών. Αν το άσυλο είναι στη δικαιοδοσία του «θεού», πρώτος ο επηρμένος εγκαταλείπει το θεό άρα κι απ' το θεό εγκαταλείπεται κι απ' τους ανθρώπους. Μπορεί να 'ναι ωραία όλα ετούτα και καθαρογραμμένα, αλλά καταλήγουμε και πάλι σε αδιέξοδο : ποιος τελικά θα κρίνει τι συνιστά κατάχρηση του ασύλου και τι όχι; Για πολλούς η κατάληψη μια Σχολής, ακόμα και προς διεκδίκηση δίκαιων αιτημάτων, συνιστά παρόλα αυτά εκτροπή και συνεπώς θα πρέπει να πατάσσεται. Είναι σωστό να εξισώνεται η εγκληματική επίθεση και η εμπορία ουσιών μ' έναν πολιτικό αγώνα και μια φωνή που αγωνίζεται ν' ακουστεί; Κατά τη γνώμη μου, σε καμία περίπτωση.

Παραπομπές

(1) Νατάσσα Αργυράκη @ «Γιατί δεν πρέπει να καταργηθεί το πανεπιστημιακό άσυλο»
(2) «Σκηνές απείρου κάλλους στο ΑΠΘ: Μετατράπηκε σε "κοινόβιο" »
(3) Αλέξανδρος Μαντζούτσος @ «ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΑΣΥΛΟ: δημοκρατική κατάκτηση ή θεσμοθετημένη ασυδοσία;»

Πανεπιστημιακού Ασύλου το ανάγνωσμα [Μέρος 3ο]

4 - Ελευθερία έρευνας και διδασκαλίας

Ό,τι πιο πιασάρικο, καθότι λειτουργεί κι ως μπαλαντέρ, τόσο από τους πολέμιους του ασύλου όσο κι από τους υποστηρικτές, ο καθένας φυσικά για τους δικούς του λόγους. Στην πραγματικότητα, η κατοχύρωση ετούτη είναι από τις πλέον ευνόητες σ' ένα δημοκρατικό καθεστώς και αρκεί η συνταγματική της κατοχύρωση. Το ίδιο, φυσικά, θα μπορούσε να διατυπώσει κανείς και γενικότερα για το άσυλο ή οποιοδήποτε ανθρώπινο δικαίωμα, πως δηλαδή στα πλαίσια μιας συνταγματικά θεμελιωμένης δημοκρατίας οι περισσές δικλείδες στερούνται παντελώς νοήματος. Τούτο θα το εξετάσουμε από μόνο του, αργότερα.

Το πρόβλημα της ακαδημαϊκής ελευθερίας, λοιπόν, είναι ισοδύναμο μ' εκείνο οποιασδήποτε άλλης ελευθερίας : η ίδια η δημοκρατική ουσία θα έπρεπε να την υπονοεί, χωρίς περαιτέρω διευκρινήσεις. Τέτοιες διευκρινήσεις γίνονται απαραίτητες για καθεστώτα, εντός των οποίων οι ελευθεριακές ευαισθησίες δεν χαίρουν ούτως ή άλλως καμίας εκτίμησης. Γιατί, για παράδειγμα, να κατοχυρωθεί η ακαδημαϊκή ελευθερία σ' ένα ναζιστικό καθεστώς ή μια δικτατορία, αν όχι δηλαδή για λόγους προπαγάνδας; Όπερ άτοπον. Κι όσον αφορά στην δημοκρατική μας περίπτωση πλεονασμός.

Η προσέγγιση αυτή μας οδηγεί σε μια αναπόφευκτη υποψία :  επιβαρύνοντας κάτι ζωντανό και λειτουργικό με μιαν έξτρα παράμετρο (το άσυλο, δηλαδή, με τη νομική του κατοχύρωση), μπορεί τελικά τούτο ν' αποβεί εις βάρος του. Φαντάζομαι πως κάτι τέτοιο, υπονοεί ο Απόστολος Δοξιάδης σε προηγούμενο σχόλιο. Αν το άσυλο ήταν πράγματι περιττό, η νομική θεσμοθέτησή του - στο βαθμό που δε θα μπορούσε να προσθέσει τίποτε περισσότερο - θα ήταν φόβος ν' αφαιρέσει κάτι, τελικά να το καταντήσει αντικείμενο κατάχρησης. Η ανησυχία αυτή, διόλου παράλογη, βασίζεται ωστόσο στην αξιωματική του άσπρου-μαύρου : είτε έχουμε δημοκρατικό καθεστώς, είτε δεν έχουμε. Ετούτοι οι αγαθοί (;) προθέσεων νόες, ολίγον τι αφελείς, υπονοούν ότι η δημοκρατία μας μπορεί να μην είναι τέλεια, αλλά τα ελαττώματά της είναι καθαρά δημοκρατικού τύπου : κακή οργάνωση, κάποιος βαθμός διαφθοράς, οικονομική στενότης και τα σχετικά σεμιναριακά. Αρνούνται να παραδεχτούν πως ένα σημαντικό ποσοστό φασισμού και υποκόσμου διαπλέκεται και παρασιτεί στα σωθικά της, χρησιμοποιώντας τους μηχανισμούς εξουσίας προς όφελός του. Αρνείται να παραδεχτεί πως το δημοκρατικό του καθεστώς, δεν είναι μόνο ο «πολιτισμός» του Μουσείου της Ακρόπολης, αλλά και τα ματοβαμμένα πλακάκια των αστυνομικών τμημάτων.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, ισοπεδώνει : πού χάθηκαν, άραγε, όλοι εκείνοι οι υπερβάλοντες ενός προηγούμενου συστήματος, οι άνθρωποι εκείνοι που συλλάμβαναν, ξεφτίλιζαν και βασάνιζαν κατά συρροή, εκείνοι οι πλήρεις ζήλου δημόσιοι υπάλληλοι που «έκαναν τη δουλειά τους» κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και λίγο μετά; Μιλώ, φυσικά, για το αστυνομικό πρόβλημα. Υποθέτω πως απορροφήθηκαν από το νέο σύστημα κι εξακολούθησαν να κάνουν τη δουλειά τους, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα - πέραν δηλαδή της αναγκαιότητας να περιορίσουν κάπως το ζήλο τους. Το τέρας της Χούντας δεν εξαφανίστηκε, φυσικά, εν μία νυκτί. Μ' άλλα λόγια, εξαρθρώθηκαν οι δικτάτορες μα η δικτατορία ουδόλως. Συνέχιζε να ζει, ν' αναπνέει και να λανθάνει, κάτω απ' το πετσί της νεόκοπης δημοκρατίας και με κάθε ευκαιρία έδειχνε πως τα δόντια του παρέμεναν εξίσου κοφτερά με πάντα. Η καχυποψία ενός δημοκρατικού ατόμου απέναντι στο άσυλο έχει κάτι απ' την αφέλεια, την ανοησία ή την εθελοτυφλία ενός ανθρώπου που αρνείται να παραδεχτεί την αστυνομία του ή γενικότερα τη βία, η οποία σαρκώνεται από τον κρατικό απολυταρχισμό, δημοκρατικό ή άλλο. Γιατί ένα κράτος δε μπορεί παρά να είναι απόλυτο κι οι διαδοχικές κυβερνήσεις, άλλες τ' οπλίζουν περισσότερο κι άλλες το αφοπλίζουν, αλλά το κράτος παραμένει διαρκώς, ως  μία από τις πιο κοινές μεταμφιέσεις του θανάτου. Νομίζω πως δεν υπάρχει καλύτερη αλληγορία για την αστική εθελοτυφλία από την κινηματογραφική εκείνη σκηνή, όπου η εβραία παλλακίδα του γερμανού διοικητή, φανερά εκνευρισμένη, χώνει το κεφάλι κάτω απ' το μαξιλάρι της, την ίδια στιγμή που ο τελευταίος, ακροβολισμένος στην προσκείμενη βεράντα, πυροβολεί αδιακρίτως αιχμαλώτους με την ελπίδα να σκοτώσει την πλήξη του [Λίστα του Σίντλερ, 1993 > 1:13:45].

* * *

Οι πολέμιοι του ασύλου υπονοούν, ωστόσο πολύ πιο πεζά, ότι το άσυλο βλάπτει τελικά τις ακαδημαϊκές ελευθερίες παρεμποδίζοντάς τις, με βασικότερο αίτιο την ασυδοσία των ταραχοποιών ή άλλων ακραίων στοιχείων. Με άλλα λόγια, οι καθηγητές δε μπορούν οι άνθρωποι να κάνουν σωστά ούτε τη διδασκαλία τους, ούτε την έρευνά τους. Οι λόγοι μπορεί να είναι οι εξής βασικοί:

(α) Καταστροφή πανεπιστημιακού υλικού
(β) Απειλές
(γ) Παρακώλυση εισόδου (ή εξόδου, αναλόγως περιστάσεων)

Καταρχάς, να σημειώσουμε για τα (α) και (β) πως δε νομίζω να υπάρχουνε πολλοί κι απ' οποιονδήποτε πολιτικό χώρο, οι οποίοι θα συμφωνούσαν με ανάλογες πρακτικές. Στις περισσότερες περιπτώσεις φυσικά δεν υπάρχει άμεση πρόθεση, αλλά αδυναμία ελέγχου των θερμοκέφαλων ή των εξω-πανεπιστημιακών. Προσωπικά επιμένω πως η διατήρηση ενός ασύλου συνεπάγεται και μεγάλη ευθύνη, κάτι που δε φαίνεται πως γίνεται πάντοτε αντιληπτό από τους φοιτητές, συνθέτοντας και οργανώνοντας ομάδες περιφρούρησης, κανόνες δεοντολογίας ή ό,τι άλλο χρειάζεται. Μ' άλλα λόγια, δεν είναι οι φοιτητές «σπίρτα», ως θα όφειλαν, στις ιδιαίτερες επιταγές των κινητοποιήσεων ή της καθημερινότητας, αλλά ολίγον  «μπούφοι» και νωθροί, αμάθητοι στην πραγματική ευθύνη. Μα παρόλα αυτά οι φοιτητές δεν είναι εγκληματίες. Να σημειώσουμε, ακόμα, πως απειλές πιθανότατα δεχονται και οι ίδιοι οι φοιτητές από καθηγητές τους αλλά, τιμιότεροι από τους τελευταίους, ετούτοι προσπαθούν τουλάχιστον να επιλύσουν τα ζητήματα μονάχοι τους, έστω κι άγαρμπα, και δεν προστρέχουν με το παραμικρό στο μπαμπούλα της Αστυνομίας. Η νοοτροπία των φοιτητών - παρά τις ιδιαίτερες εν θερμώ εξαιρέσεις και τα ελαττώματά της - είναι, φυσικά, τιμιότερη καθόσον είναι περισσότερο πολιτική, παρά αστυνομική. Κι αυτό, φυσικά, τους τιμά περισσότερο απ' τους καθηγητές τους.

Οι ιδιαίτεροι διαπληκτισμοί που καταλήγουν προσωπικοί δεν έχουν, φυσικά, καμία σχέση με την υπεκφυγή του ασύλου, αλλά με το ανθρώπινο αλισβερίσι μέσα στην τύρβη της κοινωνικής καθημερινότητας - από καταβολής κόσμου ετούτο. Ένας καθηγητής έχει περισσότερες πιθανότητες να τον ξυλοκοπήσουν εκτός Σχολής, στο σύμπαν της «τάξης και της νομιμότητας», γιατί δεν έβγαλε φλας σε μια στροφή και με την Αστυνομία ακόμα να 'ρχεται, παρά εντός τους πανεπιστημιακού ασύλου, γιατί «τσεκούρωσε» έναν αδιάβαστο νταή ή τη γκόμενά του. Ναι, είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι ενίοτε παρεκτρέπονται. Κι ωστόσο δεν είναι ετούτη η καθημερινή εικόνα της πανεπιστημιακής πραγματικότητας - δεν υπάρχει αρθρογραφία, όπου να εκφράζεται μία αδιαμφισβήτητη ομοφωνία ως, προς αυτό. Θα πρέπει να κατανοήσουμε πως η εκτόξευση ή και πραγματοποίηση απειλών, όσο κατάπτυστη, δεν είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κι ενώ χρήζει άμεσης αντιμετώπισης, ετούτη η αντιμετώπιση δε μπορεί παρά να είναι επί τούτου, όπως συμβαίνει πρακτικά και στην υπόλοιπη κοινωνία, και όχι με ισοπεδωτικές «λύσεις», οι οποίες βλάπτουν την πανεπιστημιακή κοινότητα περισσότερο απ' όσο την οφελούν. Η κατάργηση του ασύλου δεν έχει την παραμικρή σχέση με τις απειλητικές εκρήξεις, οι οποίες μπορούν κάλλιστα να εκδηλωθούν, με εκδικητική καρτερία, έξω απ' το σπίτι οποιουδήποτε καθηγητή ή στον περίπατό του.

Υπάρχει, ακόμη, μια απροκάλυπτη τάση να διογκώνονται τα γεγονότα είτε ως προς τις πραγματικές τους διαστάσεις, είτε ως προς τη συχνότητά τους. Είναι πολύ εύκολο να πετύχει κανείς και τα δύο αυτά : το πρώτο προβάλλοντας συμβάντα που μπορεί να είναι όντως σοβαρά ως χαρακτηριστικό παράδειγμα κι όχι ως έκτροπο, το δεύτερο δια της συνεχούς επανάληψης. Όταν για παράδειγμα, σ' ένα άρθρο και μέσα σε τρεις σειρές συμπυκνώνονται γεγονότα, τα οποία μπορεί και να καλύπτουν εικοσαετία, ο αναγνώστης αποπροσανατολίζεται εκ του πονηρού, εξαιτίας της φυσικής κλίσης των ανθρώπων να συνδέουν τα ενδιάμεσα κενά πλάθοντας κανονικότητες. Αν συνυπολογίσεις μάλιστα πως αυτά τα ίδια γεγονότα ξαναπαρουσιάζονται αυτούσια και παρθένα, τα ίδια ξανά και ξανά, σε μια ακολουθία άρθρων αντί σ' ένα μονάχα και τούτο μάλιστα για χρόνια συναπτά, βάλε με το νου σου την εντύπωση που δημιουργείται τελικά στο μέσο κι ανεκπαίδευτο αναγνώστη. Υπάρχει, τέλος, μια κατηγορία γεγονότων, τα οποία παρουσιάζονται ως τραγικά, όταν αντιθέτως είναι η αποκορύφωση του πολιτικού χιούμορ και της φαντασίας. Το συμβάν με τους... εντοιχισμένους καθηγητές δεν είναι, φυσικά, απόδειξη καμίας ανομίας, μ' αντιθέτως  ένδειξη πως μια ομάδα ανθρώπων κατάφερε να ελιχθεί αγωνιστικά δίχως να γίνει πραγματικά βίαιη, καθιστώντας όμως την παρουσία και τα αιτήματά της αναπόδραστα.

Είναι εύκολο, επίσης, να καταλάβεις το χαρακτήρα του άρθρου που πρόκειται να διαβάσεις (συνεπώς, σε κάποιο βαθμό, και του αρθρογράφου) από την πρώτη μόλις παράγραφο. Ο πολέμιος θα σου κουνά επιδεικτικά το δάχτυλο, θα είναι καταφανώς ειρωνικός ή ασύστολα εξυπνάκιας, ενίοτε θα διαρρηγνύει ιμάτια ή θα φέρνει την καταστροφή του κόσμου. Πολύ συχνά θα είναι «προσωπικά» εξομολογητικός : ένας φοιτητής μ' έπιασε και μου είπε, τα παιδιά μου εκμυστηρεύθηκαν, έχει συμβεί σε μένα ή σε μια έμπιστη φίλη μου. Ετούτοι οι φτηνοί κώδικες είναι σε μεγαλύτερο βαθμό χαρακτηριστικοί του δεξιού ύφους (αλλά δε μονοπωλούνται από αυτό), καθώς μόνο το τελευταίο νιώθει την ανάγκη να πείσει για τη λαϊκότητά του, αναζητώντας τεχνηέντως τρόπους κι εκφραστικές ικανά ν' αμβλύνουν την πηγαία έπαρση ενός κάλπικου φιλελευθερισμού.

5 - Ελευθερία έκφρασης και διακίνησης ιδεών

Το μόνο που οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ είναι η γενική αστοχία πολλών να ταυτίζουν εκείνο το «ιδεών» με το μονοδιάστατο «ακαδημαϊκών ιδεών» - ό,τι κι αν σημαίνει αυτό - και όχι, των ιδεών εν γένει (1). Μάλλον των ακίνδυνων ιδεών. Μ' ακόμη σωστότερο θα 'ταν αν λέγαμε (πως εννοούν) όλων των ιδεών ΕΚΤΟΣ των πολιτικών. Ετούτες οι τελευταίες φαντάζουν σε πολλούς εντελώς άσχετες με την αποστείρωση της όποιας ακαδημαϊκότητας και την εργαλειακή απόκτηση ενός πτυχίου. Αν πάρει κανείς στα σοβαρά τέτοιες διαθέσεις, σε όλη τους την έκταση, δε θα 'πρεπε ν' ασχολείται κανείς με την πολιτική, παρά μόνο μερικά δευτερόλεπτα κάθε τέσσερα χρόνια, πίσω από το παραβάν : οι σπουδές είναι σπουδές, ο στρατός είναι στρατός, η δουλειά είναι δουλειά και, γενικά, πουθενά δε θα 'ταν πρέπον να 'χει κανείς πολιτικές ανησυχίες, παρά μόνο όταν του υποδεικνύει η νομοθεσία. Για τις φοβικές ή απονεκρωμένες ετούτες συνειδήσεις, η πολιτική δεν είναι άθλημα και τρόπος ζωής, κοινωνίας, αλλά νομική επιταγή ή ευθύνη ίδιου τύπου με την αποπληρωμή μιας δόσης στην εφορία.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, εξαιρουμένων οικογενειών με ζωηρές πολιτικές ανησυχίες και ειδικών περιστάσεων όπως ένας αντίστοιχος Δεκέμβρης του '08, οι περισσότεροι νέοι έρχονται σ' επαφή με το πολιτικό στοιχείο, πρώτη φορά μετά το Λύκειο, μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους και τις συναναστροφές. Πρώτη φορά τότε είναι αναγκασμένοι - εφόσον έχουν διάθεση ωρίμανσης - ν' αφήσουν την προτηγανισμένη πολιτική ατάκα της τηλεόρασης και τους πατρογονικούς βερμπαλισμούς και να συνθέσουν ένα ολοκληρωμένο επιχείρημα με νόημα κι ίσως μια πρόταση. Δε μ' ενδιαφέρει εδώ, πώς διαμορφώθηκε ιστορικά ετούτη η σύνδεση της πολιτικής με το φοιτητικό χώρο, αλλά πως είναι γεγονός. Ψυχολογικά μου φαίνεται το πλέον ευνόητο πράγμα στον κόσμο. Η ηλικία ετούτη είναι η πλέον πρόσφορη : έχει ακόμα κάτι απ' την εφηβική ενεργητικότητα και αμφισβήτηση, κάτι απ' τη λογική ψυχραιμία και αναλυτική φιλοδοξία και τέλος, το πιο σημαντικό, δεν έχει ακόμη αλλοιωθεί απ' τον εργασιακό και κοινωνικό κομφορμισμό, ο οποίος φοβάται μη χάσει το, πάνω σε πολλές κατουρημένες ποδιές, υλικό κεκτημένο που δεν υπάρχει ακόμα στα 19 και στα 20. Είναι μια ηλικία απολύτως γόνιμη, όπου ο άνθρωπος δεν είναι ακόμα μύωπας και μπορεί να οραματιστεί μια στάλα πέρα από την πάρτη του, ολάκερη δηλαδή την κοινωνία της οποίας είναι μέλος. Αν καμιά φορά τούτο γίνεται με όρους ισοπεδωτικούς κι απόλυτους, ας καταλογιστεί στο πάθος και τον πυρετό της ηλικίας, παρά σε κακή πρόθεση ή εγκληματικότητα.

Τούτων λεχθέντων, ωστόσο, είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε και στο επόμενο σκαλί : πώς, λοιπόν, να διαχωρίσει κανείς την πολιτική σκέψη απ' την πολιτική δράση και στο κάτω-κάτω γιατί; Ετούτα είναι διαχωρισμένα, μόνο σε μυαλά αβασάνιστα και νωθρά ή αφελή και κατακερματισμένα. Είναι εμπειρικά κατατεθειμένο, αλλά και βιωματικά εγνωσμένο, πως ο υγιής άνθρωπος θέλει να βάλει κάτω στην πράξη ό,τι τον βασανίζει κι απασχολεί το νου του, να το δει ν' αναμετράται με την πραγματικότητα, με την ευθύνη. Πώς μπορεί κανείς, αφελώς, να δέχεται την ελευθερία πολιτικών ιδεών, δίχως την ελευθερία πολιτικής δράσης; Εθελοτυφλεί αν νομίζει κανείς πως νέοι γεμάτοι ορμή και ζήλο - μα κι οποιοσδήποτε υγιής νους - θα μπορούν να διυλίζουν αενάως τον κώνωπα πίνοντας μπύρες και ρουφώντας καφέδες, δίχως να διψούν για το αγώνισμα της ευθύνης και μια θέση ύπαρξης στην κοινωνία των «μεγάλων» - συνεκδοχικά στις ίδιες τις ζωές τους;

* * *

Κι ενώ η μονοδιάστατη σκέψη των πολέμιων επιμένει να βλέπει μόνο την «ασυδοσία» των φοιτητών, η άλλη ασυδοσία των καθηγητών καλά κρατεί, έως ότου αποφασίσει κανείς ν' ανοίξει τα μάτια του. Ευτυχώς που στην εποχή μας ένα σωρό κόσμος έχει περάσει πια από κάποια σχολή κι έχει διαπιστώσει, με τα ίδια του τα μάτια, πως οι διδάσκοντες δεν είναι τα ιερά τέρατα κι οι αυθεντίες που διαφημίζονται στα ΜΜΕ. Μήπως παράγουν έργο αφειδώς, τιμώντας εαυτούς ή την κοινότητά τους; Μήπως συμπληρώνουν τις ώρες διδασκαλίας τους ανελλιπώς; Αντιμετωπίζουν τους φοιτητές τους με σεβασμό κι ως μέλλοντες συναδέλφους ή μήπως ως αναπόδραστο πάρεργο; Πόσοι καθηγητές ξεχώριζουν που να μην είναι αδιάφοροι, αλαζόνες, εξαφανισμένοι, εριστικοί; Κατά πόσον απέχουν απ' τη διαπλοκή με τις φοιτητικές παρατάξεις ή τα ίδια τα κόμματα; απ' τη σεξουαλική παρενόχληση; απ' το χρηματισμό; Κάνουν χρήση του χώρου και των υλικών για 'κείνο που ετάχθησαν ή για εντελώς αντίθετους σκοπούς, προσωπικούς και ιδιοτελείς; Αλλά κι απέναντι στους συναδέλφους τους, πώς συμπεριφέρονται; Είναι ακριβοδίκαιοι και τίμιοι ή μικροπρεπείς και υστερόβουλοι; (2)

Όλα ετούτα, βέβαια, ρυθμίζονται ή καλύπτονται σε κάποιο βαθμό από το Κράτος μα, ωστόσο, όπως και κάθε ρύθμιση χρήζει κι αυτή κάποιας φροντίδας, οσάκις απορρυθμίζεται. Ετούτα όμως είναι θέματα που άπτονται της λεπτότητας ενός ωρολογοποιού, παρά της δεινότητας ενός σιδερά. Φυσικά κανείς δε θ' άφηνε το ρολόι του για επιδιόρθωση σ' ένα μποξέρ κι ως εκ τούτου να επιτρέπει κανείς στην Αστυνομία - αυτή που όλοι γνωρίζουμε - ν' αλωνίζει σε χώρους τόσο ευαίσθητους, όπως οι πανεπιστημιακοί, είναι ζήτημα που δε χρειάζεται δα και πολύ ζόρι να το ζυγίσει κανείς.

Μιλούν συχνά για 'κείνο που γίνεται σε άλλα κράτη κι εγώ έχω να πω πως τ' άλλα κράτη είναι αυτό ακριβώς : άλλα κράτη. Ετούτη η σύγκριση είναι μία από τις μεγαλύτερες καραμέλες. Κι ωστόσο δίχως να στερείται γοητείας ένας οποιοσδήποτε οργανισμός φαίνεται να λειτουργεί με σφρίγος κι αποτελεσματικότητα, η πραγματική ομορφιά και δύναμη δεν κρύβεται στην υγεία που διατηρείται φαρμακολογικά, παρά σ' εκείνη την ισορροπία που 'ναι το καταστάλλαγμα κι η αρμονία των μερών - όλων των μερών. Το ζήτημα δεν είναι ν' αντιγράψουμε συνταγές πετυχημένες σε συνθήκες εντελώς διαφορετικές και ξένες. Ακόμα κι αν τούτο επιτευχθεί επαρκώς, θα 'ναι μια επιτυχία υποδεέστερης ποιότητας και φοβούμαι πρόσκαιρη, τι ως ξένο σώμα θα 'ναι ευεπίφορη στις απορρυθμίσεις και χρήζουσα διαρκών παρεμβάσεων. Νομίζω πως η κακεκτυπία του ελληνικού κράτους, γενικότερα, είναι ένα καλό παράδειγμα ανάλογης ιστορικής αποτυχίας.

Το ζήτημα είναι να πάρουμε το θέμα σοβαρά, μ' άλλα λόγια να μην τ' αφήσουμε σε καμία περίπτωση - ή όσο το δυνατόν λιγότερο - στα χέρια του Κράτους. Τούτο σημαίνει ν' αναθεωρήσουμε τη χαιρέκακη στάση μας ως προς τους φοιτητές και να τους αντικρύσουμε ως ισοδύναμους συνομιλητές κι υπεύθυνους συνοδοιπόρους, όχι ως αλήτες, παρακατιανούς και γενικότερα αποδιοπομπαίους τράγους ξένων προς αυτούς ελλειμάτων. Το βάρος της πρωτοβουλίας σ' αυτήν την κίνηση πέφτει, φυσικά, στον κάτοχο της θεσμικής εξουσίας και του διαχειριστικού μονοπωλίου, δηλαδή τα θεσμικά όργανα του Πανεπιστημίου κι όχι στην ασύντακτη και δυσκίνητη φοιτητική μάζα. Θα μου πείτε : καλά, συ άνοιξες καινούργια παράγραφο για τους καθηγητές και μας ντριμπλάρεις ξανά πίσω στους χιμπατζήδες φοιτητές. Κι όμως ο φοιτητικός λόγος μπορεί να σταθεί καταλυτικής σημασίας στη διάκριση της καθηγητής ήρας από το σιτάρι, στη σωστή διαχείρηση των πανεπιστημιακών χώρων και του υλικού, στην διατήρηση και την προστασία ενός χώρου πολύτιμου και ζωντανού. Αν δηλαδή τους λαμβάναμε, όπως είπα, στα σοβαρά υπόψιν.

(1) Βασίλης Ξυδιάς @ «Οι μετανάστες κρίνουν το άσυλο»
(2) Γεώργιος Σαρηγιάννης @ «Η ατέρμων και αναποτελεσματική συζήτηση για το Πανεπιστημιακό Ασυλο»

Πανεπιστημιακού Ασύλου το ανάγνωσμα [Μέρος 2ο]

3 - Ναρκωτικά & Εγκληματικότητα

Αν θέλουμε να συζητήσουμε για το πρόβλημα των ναρκωτικών, δηλαδή την επίλυσή του, πρέπει να συμφωνήσουμε πως πρόκειται για μονόδρομο : είτε είμαστε υποχρεωμένοι να το εξετάσουμε συνολικά κι ως πολυσύνθετο κοινωνικό πρόβλημα, είτε μας αρέσει να κρυβόμαστε πίσω απ' το δάχτυλό μας. Μ' άλλα λόγια, είναι αδύνατη η «αποτοξίνωση» των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων αν ο κόσμος γύρω τους εξακολουθεί να παραμένει τοξικός. Αν δε συμφωνήσουμε στην ελάχιστη ετούτη επισήμανση, δύσκολα θα βρούμε κοινό τόπο να κουβεντιάσουμε με όλους όσοι επιθυμούν απλά καθαρό το πεζοδρόμιό τους. Το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο είναι να κλείνουμε τα μάτια, κάνοντας τους εξαρτημένους μπαλάκι από τη μια πιάτσα στην άλλη (1), μέχρι να εξαφανιστούν απ' το πανεπιστήμιο, από τις πλατείες και τελικά απ' τον αστικό ορίζοντα και τις συνειδήσεις μας. Με αυτό πάντα κατά νου, αναρωτιέμαι εδώ όχι πάνω στους σωστούς τρόπους αντιμετώπισης των ναρκωτικών, εν γένει, που είναι ένα εντελώς διαφορετικό και δαιδαλώδες πρόβλημα, αλλά πάνω στο ζήτημα να κρατηθούν μερικοί ευαίσθητοι χώροι μακριά από κινδύνους που δεν αφορούν την καθαυτή λειτουργία τους. Όπως δε νοεί κανείς αφελώς π.χ. την ελεύθερη συναναστροφή των ναρκομανών με τα παιδιά στις παιδικές χαρές, τους μαθητές στα σχολεία ή τους ασθενείς στα νοσοκομεία, έτσι δεν βλέπω κανέναν απολύτως λόγο γιατί να έχουν πρόσβαση στους χώρους όπου κινούνται, σχεδόν ανέμελα, οι φοιτητές. Τελικά, για λόγους δημόσιας υγείας και ασφάλειας κι όχι προκειμένου να υπεκφύγει κανείς του προβλήματος και των ευθυνών ή να δαιμονοποιήσει μια ομάδα ανθρώπων για ό,τι του φταίει. Μα τούτα είναι λεπτά ζητήματα και μπορεί να σφάλλω.

Αν, ακόμη, αληθεύει σε κάποιο βαθμό το άρθρο του καθηγητή Νίκου Παρασκευόπουλου (2), πως δηλαδή η εγκληματικότητα όχι μόνο δε μειώθηκε μ' αντιθέτως αυξήθηκε κατά τα χρόνια της προηγούμενης άρσης (ΝΔ, 2011), είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε πως η όποια άρση δεν έχει την παραμικρή συνάρτηση με την αποτελεσματικότητα - αν δηλαδή το ζήτημα αντιμετωπίζεται μεμονωμένα, αποσπασματικά και κοντόφθαλμα :

«Ας δούμε την πραγματική κατάσταση. Η αλήθεια δεν είναι ότι, όσο είχε καταργηθεί το άσυλο, δηλαδή από το 2012 που ψηφίστηκε ενώ ήταν να ψηφιστεί από το 2009, μέχρι τώρα, δεν άλλαξε η κατάσταση της παραβατικότητας καθόλου. Η αλήθεια, η πραγματική κατάσταση, είναι ότι τα πράγματα έγιναν χειρότερα όσο δεν είχαμε το θεσμό του ασύλου και είχε καταργηθεί. Σας θυμίζω και την κατάσταση στους χώρους του Πανεπιστημίου Αθηνών και την κατάσταση στους χώρους του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Φυσικά, δεν πρόκειται να κάνω την αφελή εξήγηση ότι η κατάργηση του θεσμού του ασύλου, ήταν αυτή που έφερε την περισσότερη εγκληματικότητα. Την περισσότερη εγκληματικότητα την έφερε η διεύρυνση ή εξάπλωση, αν θέλετε ιδίως, της διακίνησης ναρκωτικών και σε χώρους των Πανεπιστημίων και στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη ιδιαίτερα, που είναι ένα φαινόμενο, το οποίο εξελίσσεται, με κοινωνικούς όρους, με όρους, που μελετάει η εγκληματολογία αλλά και ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή δεν υπάρχει θεσμός. Όχι μόνο λοιπόν η κατάργηση, δεν έφερε καταστολή της παραβατικότητας, αλλά την αύξησε.»


Τελικά, αν η χρήση και η εμπορία εξακολουθούν να υφίστανται και ν' ακμάζουν στους χώρους γύρω απ' το πανεπιστήμιο, με σχεδόν ξεδιάντροπη ευθύτητα ή θράσος, πρέπει να παραδεχτούμε πως η απόσταση του μέσα με το έξω είναι μια μάντρα δρόμος. Στα όρια εκείνα, όπου η κοινωνία ούτως ή άλλως αποδομείται, το άσυλο είναι το λιγότερο που ευθύνεται για την κατάντια της.

Εκείνο που εκπλήσσει είναι ότι παρά το γεγονός πως η εμπορία ναρκωτικών συνιστά κακούργημα κι ουδεμία νομοθεσία απέτρεψε την Αστυνομία απ' το να ασκήσει την αυτεπάγγελτη δίωξή της, χρόνια τώρα συζητούμε για τα ίδια και τα ίδια και μάλιστα με την ίδια διάθεση έκπληξης, η οποία δεν έχει κανένα απολύτως νόημα μετά την εκατοστή φορά που θίγεται το ίδιο ζήτημα. Ακόμα και για τους πλέον κυνικούς της «καθαριότητας», αν υπήρχε πραγματική αποφασιστικότητα τα ακαλαίσθητα «πρεζόνια» θα είχαν εξαφανιστεί απ' τα πανεπιστήμια, εν μία νυκτί - χωμένα φυσικά κάτω απ' το χαλάκι, όπως πολύ καλά γνωρίζει κάθε κράτος που σέβεται τον εαυτό του και το οποίο δεν έχει διάθεση ή συμφέρον ν' αντιμετωπίσει ριζικά τα κοινωνικά του προβλήματα. Σε ανάλογες σκέψεις θα μπορούσε να οδηγηθεί κανείς και για οποιοδήποτε άλλο είδος σοβαρής εγκληματικότητας, για βιασμούς, ξυλοδαρμούς κι όλα τα θεσπέσια εκείνα που καθιστούν τον άνθρωπο ξεχωριστό, ανάμεσα στα κτήνη.

Μόνο στον κακοπροαίρετο δεν είναι προφανές πως εκείνος που τελικά καλύπτει την εγκληματικότητα (μέσα κι έξω απ' τα πανεπιστήμια) είναι η διάβρωση  και η ανικανότητα του ίδιου του κράτους και όχι, φυσικά, τ' αντίστοιχα ελαττώματα του όποιου ασύλου. Δεν είναι περίεργο πως σπάνια αναφέρεται στα άρθρα των πολέμιων το γεγονός πως όταν υπήρξε αγαστή συνεργασία και συναίνεση όλων των μερών, όπως στο ΑΠΘ το 2018, η Αστυνομία επιτέλεσε μια χαρά τη δουλειά της, δίχως να διαμαρτυρηθεί κανείς και δίχως ν' ανοίξει ρουθούνι (3); Πόσο δύσκολο είναι, λοιπόν, η συνεργασία ετούτη να παραμείνει διαρκής και πόση σχέση έχει, τελικά, με την άρση του ασύλου περισσότερο, παρά με την καλή διάθεση και τις υπολογισμένες κινήσεις; Να το πούμε κι αυτό, ωστόσο, προκειμένου να καταλάβει κανείς το πολυσύνθετο του προβλήματος κι ότι δεν κάνει διαφορά με ή χωρίς το άσυλο, αν δεν υπάρχει ειλικρινής πολιτική βούληση : μια βδομάδα μετά το ΑΠΘ είχε γεμίσει ξανά από τους ίδιους άρρωστους ανθρώπους (4), σα να μην τρέχει τίποτα.

Να πούμε και για το άλλο εκείνο θέμα με τους μικροπωλητές έξω απ' την ΑΣΟΕΕ και την «κατάσταση της Πατησίων» (ή αλλού) πως είναι μια ιστορία κυριολεκτικά για γέλια. Αυτό το ακούραστο παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, χρόνια τώρα, δεν είναι καν έγκλημα άξιο λόγου, ούτε και πρόβλημα της προκοπής. Είναι η «χαριτωμένη» πλευρά της φτώχειας, γιατί φυσικά οι μικροπωλητές δεν είναι τίποτα μεγιστάνες της διαφθοράς. Αν ζούσε ο Τσιφόρος, όλο και κάποιο χρονογράφημα θ' αντλούσε απ' αυτή την ειρωνική διαλεκτική του ανθρώπου με τη μοίρα του. Σ' ετούτο το γραφικό ανθρώπινο σκηνικό, ωστόσο, η μόνη απάντηση που μπορεί ν' αρθρώσει ένα Κράτος είναι οι δακρύβρεχτες δηλώσεις των «καταστηματαρχών» (π' ούτως ή άλλως απευθύνονται σε άλλα κοινωνικά βαλάντια, συνεπώς δε θίγονται ιδιαίτερα), η υποβάθμιση της εξαιρετικής κατά τ' άλλα αισθητικής του περιβάλλοντος χώρου κι η αστυνομική αρβύλα. Αν σε όλα ετούτα, δε μπορεί να διακρίνει κανείς (που δεν είναι φυσικά πολιτικάντης) μια γερή δόση ειρωνίας και ματαιότητας, μέσα σε μια κοινωνία μεγάλων αντιθέσεων κι ανισοτήτων, κατά πάσα πιθανότητα πάσχει από κοινωνικό αστιγματισμό. Δεν πρόκειται, ευτυχώς, για θανάσιμο νόσημα κι αν το προλάβει κανείς στην αρχή του αντιμετωπίζεται εύκολα με λίγη καλή διάθεση, μια τζούρα συζήτηση και μπόλικο διάβασμα. Αν όμως το αμελήσει μπορεί να γίνει ακόμα και θανατηφόρο.

Τέλος, όσον αφορά στην ασφάλεια των ΑΤΜ και τη σχετική παραφιλολογία δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος να χάσουμε το χρόνο μας. Όποιος έχει λόξα με τις τράπεζες ας πιάσει να το κάνει ο ίδιος. Όταν, πάντως, βρεθεί τρόπος ν' αντιμετωπιστεί το ζήτημα επιτυχώς εκτός πανεπιστημίων, εκεί δηλαδή όπου οι λωποδύτες αλωνίζουν ανενόχλητοι δίχως καμιά σκασίλα περί ασύλου, τότε θα γεννηθεί η καλή διάθεση να συζητήσουμε για την επίλυση του προβλήματος κι εντός των πανεπιστημίων. Μέχρι τότε η καλύτερη λύση είναι ίδια μ' οπουδήποτε αλλού : να μην προβαίνει κανείς σε αναλήψεις όντας παντελώς μόνος ή μόνη.

Σημείωση #1

Σε άρθρο της Εφημερίδας των Συντακτών (5) διαβάζουμε για την περίοδο πρώτης κατάργησης του 2011  :

«Στην πράξη, το νέο πλαίσιο εφαρμόστηκε κυρίως από την κυβέρνηση Σαμαρά, με τα ΜΑΤ να μπαινοβγαίνουν στα ΑΕΙ για ψύλλου πήδημα αλλά και μεμονωμένους νταήδες της ΕΛ.ΑΣ. να προκαλούν αυτόβουλα διάφορα επεισόδια με φοιτητές. Η σχετική ειδησεογραφία της τριετίας, όπως αποτυπώθηκε σε εφημερίδες και πόρταλ, είναι κάτι παραπάνω από εύγλωττη.»

Ποια είναι, λοιπόν, ετούτη η σχετική ειδησεογραφία και σε ποια περιστατικά αναφέρεται;  Πώς συνάδει ετούτο με την παρατηρούμενη αύξηση της εγκληματικότητας εκείνη την περίοδο, την οποία θίγει ο καθηγητής Παρασκευόπουλος προηγουμένως; Μ' όλη την καλή διάθεση, δε μπορώ να βασιστώ στην εντύπωση ή το λόγο οποιουδήποτε, ακόμα κι αν (ή πολύ περισσότερο αν) συμφωνώ μαζί του. Χρειάζονται πηγές!

Παραπομπές

(1) Νικολέττα Γεροντάκη @ «Θέλω να πω κάτι για το άσυλο»
(2) Νίκος Παρασκευόπουλος @ «Για το πανεπιστημιακό άσυλο»

(3) Μεγάλη αστυνομική επιχείρηση στο ΑΠΘ @ ΕΡΤ - 11/12/2018
(4) Χρήστες ναρκωτικών ξυλοκόπησαν φύλακα του ΑΠΘ @ ΑΝΤ1
(5) Τάσος Κωστόπουλος @ «180 χρόνια κρατά η συζήτηση για το πανεπιστημιακό άσυλο»

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2019

Πανεπιστημιακού Ασύλου το ανάγνωσμα [Μέρος 1ο]

Για το πανεπιστημιακό άσυλο έχουν ειπωθεί τα πάντα. Άρθρο πάνω, άρθρο κάτω, σταγόνα στον ωκεανό. Όταν όμως τα πάντα έχουν ειπωθεί, το μόνο που απομένει σε κάποιον είναι να πάρει θέση. Να πάρει θέση, όχι κάτω από την πίεση κανενός ασπρόμαυρου μανιχαϊσμού, ούτε γιατί ελλείψει θέσης θα βρεθεί εχθρός και μόνος έναντι όλων. Μακριά από μας ετούτες οι εκβιαστικές στρατολογήσεις ιδεολογικών μισθοφόρων. Οφείλει κανείς να πάρει θέση πολιτικά, στο βαθμό που οι περιστάσεις απαιτούν τελικά τη λήψη μιας απόφασης. Διάβασα και ξαναδιάβασα ό,τι πιο εύκαιρο κατάφερα να αλιεύσω απ' το διαδίκτυο, συζήτησα με κόσμο δεξιά και κόσμο αριστερά και τώρα οφείλω στον εαυτό μου να συμμαζέψω λίγο τον καταιγισμό σκέψεων - ενίοτε και αντιφατικών. Θα προτιμήσω την πεζή απαρίθμηση διακριτών συλλογισμών, καθώς ένα πλήρες και ολοκληρωμένο κείμενο με ειρμό και συνέπεια είναι, στην παρούσα φάση, υπεράνω των δυνατοτήτων μου. Το βασικότερο ελάττωμα σ' αυτή την προσέγγιση είναι πως συχνά θα επανέρχομαι και θα επαναλαμβάνομαι. Δεν έχει σημασία. Αν αποσταχθεί τελικά κάποια ουσία, απ' όλα ετούτα, ίσως κάποτε να την εμφιαλώσω σε καταλληλότερο δοχείο.

* * *

1 - Ιστορικότητα του θεσμού

Στη μικρή ετούτη αναδίφηση, δεν πρόκειται να μας απασχολήσουν οι ιδιαίτερες ιστορικές λεπτομέρειες του θεσμού, τοπικά ή πανευρωπαϊκά. Ούτε, πάλι, θ' ασχοληθουμε με την ιδιαίτερη φόρτιση την οποία προσέλαβε το άσυλο στα πρώτα χρόνια της δικής μας μεταπολίτευσης.

Θεωρώ το πρώτο ως μια χλιαρή ακαδημαϊκή ανησυχία, η οποία επί του παρόντος στέκει αποπροσανατολιστική απ' την ουσία : ασχέτως του πώς ή πότε δημιουργήθηκε, έχουμε ωστόσο ένα άσυλο. Το διατηρούμε και το υπερασπιζόμαστε, έχει δηλαδή κάποιο νόημα για μας, ή το καταλύουμε και προχωρούμε τη ζωή μας για το καλύτερο ή για το χειρότερο; Νομίζω είναι σφάλμα κι άσχετο να συνδέουμε το άσυλο με την ιστορικότητά του, είτε από ιδρύσεως πανεπιστημίων, είτε μεταγενέστερα. Ο λόγος δηλαδή που επιθυμούμε το άσυλο δε μπορεί να είναι η διαχρονικότητά του, γιατί τότε θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς το ίδιο και για τη βασιλεία ή τη σκωληκοειδή απόφυση. Ετούτο είναι, φυσικά, άγονος συντηρητισμός. Η διαχρονικότητα είναι, βεβαίως, ένδειξη κάποιου ήθους, μα όχι κι απόδειξη αυτού, καθόσον θα μπορούσε να είναι απλά τυπολατρική. Το ζητούμενο είναι αν μια οποιαδήποτε κοινωνία διατηρεί το ήθος ετούτο ζωντανό, αν είναι μέρος του ανασασμού της. Μιλούμε, φυσικά, για το ήθος εκείνο, που γεννά κι υπερασπίζεται άσυλα, είτε μετατρέπει σε άσυλο την ίδια την κοινωνία. Είτε έχουμε κάτι ιερό να προστατεύσουμε - αληθινά κι όχι του καναπέ - είτε απομένουμε κλασομπανιέρες κι αεράκηδες. Τα υπόλοιπα είναι εγκυκλοπαιδικότητες.

Η δεύτερη επισήμανση, η ιδιαίτερη δηλαδή φόρτιση του πανεπιστημιακού ασύλου στη χώρα μας, αφορά σε μιαν αλήθεια τόσο γυμνή, που δε χρειάζεται υπεραναλύσεις : είμαστε η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα, όπου στρατιωτικό άρμα σοδόμισε ένα χώρο πολιτικά ιερό, σχεδόν από τη φύση του. Βάλε τώρα εσύ με τη λογική και τη φαντασία σου τις συμβολικές (και όχι μόνο) διαστάσεις, που μπορεί να πάρει ένα τέτοιο γεγονός στη λαϊκή συνείδηση. Την τελευταία ετούτη επισήμανση τη βρίσκω τόσο εξόφθαλμα ευνόητη και δεδομένη - αν δεν ονομάζεται κανείς Πλεύρης - ώστε δεν υπάρχει κανένας λόγος να σχολιαστεί περαιτέρω. Αν οφέλησε ή όχι τελικά η νομική κατοχύρωση είναι, βεβαίως, ένα ανοιχτό θέμα προς συζήτηση, αλλά νομίζω πως είναι τίμιο και τούτο το ερώτημα : τι 'ναι εκείνο που στραβώνει πρώτο, το άσυλο ή η κοινωνία;

Αξίζει, φυσικά, τον κόπο ν' αναφέρει κανείς πως - εξαιρώντας την κορύφωση των γεγονότων της 17ης Νοεμβρίου - το άσυλο, τουλάχιστον θεωρητικά, τελούσε υπό κάποια στοιχειώδη κατάφαση ακόμα κι υπό το απριλιανό καθεστώς, εφόσον το τελευταίο αναζητούσε ενίοτε προφάσεις άρσης του.

Διάφορα Ιστορικά

Τα “Γαλβανικά”, η πρώτη παραβίαση πανεπιστημιακού ασύλου στην Ελλάδα

Όταν ο αστυνόμος Μπαϊρακτάρης πολιορκούσε το Πανεπιστήμιο

Άσυλο: ιστορία, περιεχόμενο και το ανταγωνιστικό κίνημα

180 χρόνια κρατά η συζήτηση για το πανεπιστημιακό άσυλο

* * *

2 - Το νομοθετικό ζήτημα

Το βασικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει κανείς, σαν πιάσει να μελετήσει τις ισχύουσες νομοθεσίες από το '82 - θέτοντας στην άκρη τις μικροδιαφορές - είναι πως ο νομοθέτης φροντίζε σε κάθε περίπτωση για την απρόσκοπτη επέμβαση σε αυτόφωρες κακουργηματικές πράξεις ή πράξεις κατά της ζωής. Πράγμα που σημαίνει στις περιπτώσεις εκείνες όπου η πράξη δεν χωράει κάτω από κανέναν πολιτικό προσχηματισμό κι είναι απλά ένα αδικαιολόγητο έγκλημα και μάλιστα παγιωμένο στη κοινωνική συνείδηση ως τέτοιο, όπως π.χ. η εμπορία ναρκωτικών, ένας φόνος, ένας βιασμός.

Εδώ δε θα μιλήσουμε ούτε για τις καταλήψεις και τις καταστροφές, ούτε για τις τετριμμένες διενέξεις μεταξύ φοιτητών και καθηγητών, όπου σπανιότερα απ' όσο θα επιθυμούσανε τα ΜΜΕ και σαν ανάψουνε τα αίματα, μπορεί να σηκωθεί και κάνα χέρι εκατέρωθεν. Τέτοιες αψιμαχίες, οσοδήποτε σοβαρές ή τραγελαφικές, είναι χρέος να λύνονται επί τούτου από την παρέμβαση της ίδιας της πανεπιστημιακής κοινότητας (εφόσον υπάρχει κάτι τέτοιο) κι όχι απ' το άγαρμπο, εξουσιαστικό τσαλαπάτημα του όποιου κράτους. Το κράτος δεν πρέπει να έχει τον παραμικρό λόγο, ως αυτεπάγγελτος τρίτος όταν ο τιμιότερος λόγος που ξέρει να εκφέρει είναι ο αστυνομικός. Περισσότερα για τούτο το ιδιαίτερο θέμα θα γίνει αργότερα.

Εφόσον, λοιπόν, ο νομοθέτης έχει προβλέψει και ο πολιτικός κόσμος αποδεχτεί (κοντεύουν σαράντα χρόνια, μ' εξαίρεση τις νεοδημοκρατικές ευαισθησίες) ετούτη τη μέση οδό της υπό όρους επέμβασης, τότε που βρίσκεται το πρόβλημα;; Γιατί δηλαδή χρησιμοποιούνται, υπέρ της άρσης του ασύλου, επιχειρήματα τα οποία καλύπτονται ήδη, αν όχι προσχηματικά; Δύο λόγους μπορώ να σκεφτώ :

(α) είτε τα επιχειρήματα είναι, ακριβώς όπως έγραψα προηγούμενως, προσχηματικά κι ο αληθινός λόγος της άρσης είναι άλλος από αυτόν που παρουσιάζεται,

(β) είτε, όπως έχει ειπωθεί πολλάκις, η Αστυνομία, αποφεύγει για λόγους διακριτικότητας ή κοινωνικού/πολιτικού κόστους να πράξει ακόμα και το αυτονόητο, όταν της δίνεται η ευκαιρία κι η αφορμή είναι θεμιτή.

Όσον αφορά στο πρώτο, δεν είναι σκοπός μου εδώ να εξετάσω ή να αναλύσω τους αληθινούς λόγους (αν  είναι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή άλλοι), παρά μόνο να υποδείξω αυτή την ασυνέπεια. Αν, από την άλλη, οι επικεφαλής της Αστυνομίας στέκονται, σε κάθε περίπτωση, διστακτικοί στη λήψη αποφάσεων - είτε για λόγους κοινωνικής ευαισθησίας (όχι δικής τους απαραίτητα), είτε προς αποφυγήν μιας δύσκολα ελεγχόμενης κλιμάκωσης - τι ακριβώς ελπίζει κανείς ν' αλλάξει ως προς αυτό, με τη διαπαντός άρση του ασύλου και την ακύρωση της όποιας νομοθετικής αιγίδας; Τι είναι αυτό, δηλαδή, που θα κάνει τις αστυνομικές διοικήσεις περισσότερο θαρρετές, ως προς τις αντιδράσεις τους;

Μα προφανώς (για τη χρονική στιγμή που μιλούμε), τι άλλο από την πολιτική κάλυψη, την οποία θα χαίρουν εκ μέρους μιας κυβέρνησης, η οποία όχι μόνο δεν προτίθεται να διώξει καμία αστυνομική εκτροπή, μ' αντιθέτως επικροτεί κιόλας τον υπερβάλοντα αστυνομικό ζήλο. Στο βαθμό, όμως, που ο κατασταλτικός φορέας χαίρει όντως ετούτης της πολιτικής κάλυψης, τελικά δεν υπάρχει καμία απολύτως αναγκαιότητα για παραπανίσια μέριμνα : η Αστυνομία θα μπορούσε να επιτελέσει απερίσπαστη το όποιο έργο της μέσα στα ήδη υπάρχοντα νομικά περιθώρια, δίχως τη δυσκαμψία και τις επιφυλάξεις τα οποία θα μπορούσε να συνεπάγεται μια αναποφάσιστη κεντρο-αριστερή κυβέρνηση. Καταλήγουμε, ως εκ τούτου, στο συμπέρασμα (αν έχουν κάποια ισχύ τα προηγούμενα) πως η άρση του ασύλου δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη νομιμοφροσύνη, ως προς την οποία ουδέποτε υπήρξε σοβαρό κώλυμα, μα περισσότερο με τη διάθεση να κατασταθεί σαφές ποιος είναι εκείνος που κάνει, τελικά, κουμάντο.

Φυσικά, ετούτη η κυβερνητική επίφαση αποφασιστικότητας δεν είναι πολιτικός λόγος, καθώς ο μόνος πολιτικός λόγος είναι ο διάλογος. Η ΝΔ κατέστησε σαφές πως δεν έχει τέτοια διάθεση. Διαφορετικά, τα μέτρα θα έπονταν ενός αποτυχημένου διαλόγου, παρά θα προηγούνταν ως προϋποθέσεις του. Η ΝΔ αίρει όχι τίποτε υπαρκτά εμπόδια, τα οποία δυσχέραιναν το ειλικρινές έργο των κυβερνήσεων ίσαμε σήμερα, μα προκειμένου να διευκολύνει το δικό της ιδιαίτερο έργο - όχι φυσικά εκείνο της τάξης και της νομιμότητας, το οποίο έχει καταντήσει ανέκδοτο προτού καλά-καλά συμπληρώσει τον πρώτο μήνα θητείας. Προοικονομώντας τις επόμενες κινήσεις της και το ενδεχόμενο να εγείρουν έντονες αντιδράσεις, η ΝΔ φροντίζει από τώρα να μπορεί να πατάσσονται οι φοιτητικές ανησυχίες κι οι όποιες καταλήψεις, δίχως να 'χει συγχρόνως κανένα νταλκά να δικαιολογήσει τις πράξεις τις, εφόσον θα είναι πλέον σύννομες.

Ένα ελάχιστο ζήτημα ακόμη, σε όλα εκείνα που ακούει κανείς συχνά από τα στόματα των υπέρμαχων της άρσης δεν είναι τα επιχειρήματα καθαυτά - τα οποία πιθανότατα ν' ακούγονται και λογικά - μα τα νοήματα που βρίσκονται κρυμμένα ανάμεσα στις λέξεις, με άλλα λόγια, στον τρόπο και στο ήθος έκφρασης. Για έναν υποψιασμένο αναγνώστη δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει στον κυρίαρχο δεξιό λόγο τ' αποτυπώματα της έπαρσης, της συναισθηματικής φόρτισης και του απωθημένου, του αυταρχισμού και της απολυταρχίας - ή αν το θέλετε περισσότερο ποιητικά, το ίχνος του μονοδιάστατου, του άγονου και του νεκρού.

Σημείωση #1

Ακούγοντας σήμερα μια συνέντευξη της Νίκης Κεραμέως, ειπώθηκε κάτι λογικοφανές. Ο νόμος, ισχυρίζεται, ουσιαστικά υπεκφεύγει των ευθυνών του. Προφανώς, για να χαρακτηριστεί κάτι ως κακούργημα θα πρέπει αυτό ακριβώς : κάποιος να το χαρακτηρίσει, ώστε να είναι η αστυνομία νομικά κατοχυρωμένη. Είτε τώρα πρόκειται για την πρυτανεία, είτε γι' άλλο όργανο, όλοι καταλαβαίνουμε πως η ρύθμιση ετούτη καταντά μια χρονοβόρα γραφειοκρατική διαδικασία, η οποία δεν έχει ελπίδες να τελεσφορήσει παρά κατόπιν εορτής. Της απαντάει, σε κάποιο βαθμό, ο καθηγητής Σαρηγιάννης στο #2, πιο κάτω.

Τώρα, δε χρειάζεται να είναι κανείς φιλόσοφος για ν' αντιληφθεί πως οι γραφειοκρατικές διαδικασίες είναι αναπόφευκτα χρονοβόρες, όση καλή διάθεση και να υπάρχει. Φυσικά, στους καθημερινούς μας προβληματισμούς, δεν αντιμετωπίζουμε αναλόγως τις αντίστοιχες καταστάσεις. Συνήθως, κουνάμε το κεφάλι, συγκατανέβοντας μελαγχολικά : πόσες φορές έχει ακούσει κανείς για περιπολίες συνεπείς στα ραντεβού τους : την ώρα της διάρρηξης, το λεπτό του βιασμού ή τη στιγμή του φόνου; Σχεδόν εξ ορισμού το έγκλημα προηγείται και δεν είναι παρά θέμα τύχης να το προλάβει κανείς εν τη τελέσει του. Είναι, δηλαδή, άδικο να επιρρίπτουμε τις ευθύνες στο άσυλο ή άλλες υπεκφυγές, όταν πουθενά στην κοινωνία η δράση δεν είναι όσο άμεσος θα επιθυμούσαμε - εκτός κι αν είσαι τράπεζα. Στο σημείο αυτό, τον πρώτο λόγο δέον θα ήταν να τον έχει η πρόληψη, μα τούτα είναι βέβαια ψιλά γράμματα για οποιαδήποτε κυβέρνηση, πόσο μάλλον για μία δεξιά.

Το πρόβλημα στις κουβέντες αυτές είναι πως πρέπει ο πολίτης να κάτσει και να σπουδάσει νομικά, προκειμένου να παρακολουθήσει τους σοφιστικούς συλλογισμούς κάθε πλευράς, δίχως κενά ή παγίδες. Εφόσον, ωστόσο, σε κανένα από τ' άρθρα του συρμού δε διευκρινίζεται διαφορετικά, δικαιούται πράγματι κανείς να χαρακτηρίσει το νόμο αδικαιολόγητα ασαφή ως προς το ποιος μπορεί να καταγγείλει ποιον και σε ποιον. Αδικαιολόγητα απούσα βλέπω, επίσης, οποιαδήποτε φοιτητική πρόταση ή αντιπρόταση (μέχρι εκεί που βάσταξε η έρευνά μου), ώστε ν' απλοποιηθούν και να διευκολυνθούν οι επεμβάσεις για τις δυο-τρεις κακουργηματικές πράξεις, οι οποίες μας βρίσκουν όλους σύμφωνους - όπως έγινε π.χ. στο ΑΠΘ το 2018. Η ανευθυνότητα προφανώς δεν είναι μόνο κρατική : η θεσμοθέτηση συνιστά μια χαρά άλλοθι και για τη φοιτητική ραθυμία του πέρα βρέχει, οι οποίοι φυσικά νίπτονται χειροπόδαρα.

Τώρα, εύλογα ερωτήματα που προκύπτουν από τα προηγούμενα, για κάποιον αδαή :

α. Κάθε φορά που συντελείται κακούργημα, εκτός πανεπιστημίου υπάρχει κάποιος που το χαρακτηρίζει, πέραν της Αστυνομίας;

β. Είναι δουλειά του πανεπιστημιακού οργάνου να χαρακτηρίσει το έγκλημα, όταν και το ίδιο θα βασίζεται μόνο στη μαρτυρία του καταγγέλοντα; Ποια η διαφορά με το να γίνει η καταγγελία απευθείας στην Αστυνομία;

γ. Πόσο δύσκολο είναι πια, μετά από τόσες δεκαετίες, να μην έχει ακόμη επιτευχθεί μια κοινά αποδεκτή λύση, όσον αφορά στις εξώφθαλμες παραβιάσεις όπως καταγγελίες βιασμών ή εμπορίας; Πού κρύβεται η υστεροβουλία και πού η ανικανότητα σ' αυτή τη διελκυστίνδα αποτυχίας σύμπασας της κοινότητας;

Σημείωση #2

Επί του ζητήματος του χαρακτηρισμού, ο καθηγητής Γ.Μ.Σαρηγιάννης τοποθετείται ως εξής :

«Για ένα τέτοιο συμβάν -ισχυρίζονται οι κύκλοι αυτοί- μέχρι να συγκληθεί το Πρυτανικό Συμβούλιο ή έστω να ειδοποιηθεί ο πρύτανις να επιτρέψει την είσοδο της Αστυνομικής Αρχής και το έγκλημα θα έχει συντελεστεί και οι δράστες θα έχουν διαφύγει (συνήθως αυτά συμβαίνουν βραδινές ώρες με ελάχιστη παρουσία μελών της Πανεπιστημιακής Κοινότητας).

Νομίζω ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όχι ο πρύτανις (ή το Πρυτανικό Συμβούλιο ή η Σύγκλητος) χρειάζεται να πάρει Αποφάσεις, αλλά αρκεί ο απλός κλητήρας υπηρεσίας, ο οποίος μπορεί να καλέσει το «100» να αντιμετωπίσει το συμβάν, χωρίς κανένα πρόβλημα «παραβίασης του Πανεπιστημιακού Ασύλου».

Οχι ο κλητήρας, που σίγουρα έχει πείρα από την εργασία του, αλλά και η γάτα μου σίγουρα μπορεί να ξεχωρίσει μια πολιτική πράξη από μια παραβατικότητα του κοινού Ποινικού Δικαίου και είναι σε θέση να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο συμβάν.

Το γιατί δεν θεσπίζεται μια τέτοια διάταξη, είναι απλώς η παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης: ο φοιτητικός χώρος δεν εμπιστεύεται τη Διοίκηση και δεν είναι σίγουρος ότι δεν θα κληθεί το «100» ή ολόκληρη διμοιρία των ΜΑΤ, όχι για να συλλάβει δυο κλεφτρόνια, αλλά για μια πολιτική πράξη όπως αυτές που αναφέρθηκαν πριν.»

Σημείωση #3

Με αφορμή μια ατάκα του Απόστολου Δοξιάδη, πως ο νόμος του 1982 ήταν καταστροφικός, ακόμα κι αν στέκει, διαβάζοντας τις περιστάσεις και τις διαστάσεις τις εποχής εκείνης, έχω την εντύπωση πως υπήρχε μια κοινωνική πίεση - δεν είχαν περάσει καν δέκα χρόνια από το Πολυτεχνείο - η οποία καθιστούσε τη θεσμοθέτηση, σε κάποιο βαθμό, αναπόφευκτη. Αν επομένως, στη μετεξέλιξη του θεσμού, αναδύθηκε κάποια καταστροφική παράμετρος, μάλλον θα πρέπει ν' αναζητήσουμε τα αίτιά της σε λόγους βαθύτερους των νομικών. Είναι το ίδιο με το ερώτημα που έθεσα νωρίτερα: τι 'ναι που στραβώνει πρώτο, η κοινωνία ή το άσυλο;

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

Κρατόσφαιρα #01

Σαν πιάσει να μιλήσει κανείς για τις αποχρώσεις ενός εκρηξιγενούς αισθήματος ή για τη σπορά που αφήνει το βαθύ όργωμα ενός βιώματος, σαν πιάσει δηλαδή να στριμώξει τα ζωντανά του σωθικά στα προμελετημένα καλούπια της καθομιλουμένης θα διαπιστώσει πως η εσωτερική ζωή ξεχειλίζει κι αντιστέκεται στον τιθασεμό. Σαν το εικαζόμενο σεντόνι του Χαλεπά πάντα κάτι θα περισσεύει, κάτι θα μένει ξέσκεπο. Σημαίνει πως δε χωρούν τα πάντα στις κοινές λέξεις, δηλαδή στις κανονικότητες των λεξικογραφικών ορισμών τους. Γι' αυτό κι ο άνθρωπος - ο άνθρωπος δηλαδή εκείνος που έχει κάτι να εκφράσει και δεν είναι κύμβαλο αλαλάζον - είναι αναγκασμένος να βρίσκει πάντοτε στήριγμα στην πράξη και την ποίηση προκειμένου να θεμελιώσει την ύπαρξή του στον κόσμο. Γίνεται, δηλαδή, ο άνθρωπος πολίτης και δημιουργός. Αν δεν είναι κανείς παντελώς ζώον θα πρέπει να παραδεχτεί πως τόσο στην ανθρώπινη υπόσταση όσο και στην κοινωνία θα υπάρχει πάντοτε κάτι το οποίο θα διαφεύγει, κάτι που θα παραμένει άρρητο και ανερμήνευτο, με όποιο μέτρο κι αν αποφασίσουμε να μετρηθούμε. Ο άνθρωπος που φοβάται την αληθινή ελευθερία δε μπορεί να τη χωνέψει ετούτη την παραφωνία, που ξεγλιστρά από τα ρυθμικά και καθησυχαστικά του εμβατήρια. Γελώ όταν ακούω ανθρώπους που παλεύουν να κατανοήσουν τον κόσμο με μόνα τους εργαλεία την τάξη και τη νομιμότητα. Λέω : πρόκειται μάλλον γι' ανθρώπους εσωτερικά νεκρούς και δίχως την παραμικρή ελπίδα. Αλλά συνάμα τρομάζω. Γιατί όπως είπαμε, το ζωντανό ξεχειλίζει απ' το καλούπι και λυσσά να δραπετεύσει κι έτσι τρομάζω σαν πεισμώνουν μερικοί να καλουπώσουνε τ' ανθρώπινα, δηλαδή τους ανθρώπους. Καθώς, τότε, εκείνο που θα περισσεύει δεν θα 'ναι αέρινα αισθήματα και προσωπικές ιδιοτροπίες μ' αληθινά διαμελισμένα σώματα, πετσοκομμένα μεριά, τσακισμένα ποδάρια, κεφάλια ανοιγμένα απ' άκρη σ' άκρη, κορμιά εις τον αφρό της θάλασσας τουμπανιασμένα. Έννοιες όπως άσυλο, αλληλεγγύη, ανθρωπιά είναι αδύνατον να τις βαστάξουν τα κοινά λογάκια του συρμού και οι κοινές νομοθεσίες. Είτε είναι καταστάσεις ύπαρξης και ζωντανές θεμελιωμένες σχέσεις των ανθρώπων, είτε δεν υπάρχουν καθόλου. Θέλω να πω : δεν υπάρχει ευκολότερος τρόπος, προκειμένου να καταστήσεις γράμμα κενό και απολίθωμα τ' οποιοδήποτε κοινωνικό ή πολιτικό κεκτημένο, άλλος απ' το να αναθέσεις στο Κράτος και τη νομοθεσία - οποιουδήποτε χρώματος - την επιμέλειά του.

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2019

Αναρχικό στιγμιότυπο [Νο 1]

Όταν δε λειτουργεί σωστά εκείνο που απεχθάνεσαι, όταν αποτυγχάνει παντελώς εκείνο που μισείς ή φοβάσαι, η χαιρεκακία πάει σύννεφο και μάλιστα δίχως την παραμικρή ενοχή. Αν για παράδειγμα, ένας γλιτσερός φασιστάκος (ακροδεξιού τύπου) σκοντάψει και του καρφωθεί το μαχαίρι στη βουβωνική χώρα, το πρώτο συναίσθημα που θα νιώσω και με κάθε τιμιότητα είναι εκείνο (δεν το κρύβω) της ανακούφισης. Σα να λέμε : επιτέλους, ένας μαλάκας λιγότερος! Βέβαια, κάποιες τύψεις θα καταφτάσουν κάποτε, αλλά σε χρόνο δεύτερο ή δέκατο-δεύτερο. Δε μιλώ για τίποτα υποκριτικές εκλογικεύσεις, στη βάση ηθικών επιταγών και τα συναφή. Μιλώ για τύψεις ειλικρινείς και πηγαίες, μα όπως και να το κάνουμε καθυστερημένες και στο κατόπι της από μηχανής «δικαίωσης». Για να μην υπάρχει ωστόσο παρεξήγηση, δεν πρόκειται για τύψεις αναίρεσης του πρωταρχικού αισθήματος, για μετάνοια. Όχι. Πρόκειται για τύψεις μιας χαμένης ευκαιρίας. Σα να λέμε μιας νίκης που μας τη στέρησε η τυχαιότητα. Κάθε "εχθρός" που αφανίζεται, πέραν από το λυπηρό της ακυρωμένης ύπαρξης, είναι ένας αποτυχημένος διάλογος ή μια ανεπίτευκτη ανακωχή. Ετούτη είναι η πραγματική ήττα : μια συνεννόηση, η οποία ουδέποτε ευοδώθηκε μέσα σε μια ισορροπία δυνάμεων ή στη βάση μιας αμοιβαιότητας. Θα μου πείτε τι είδους αμοιβαιότητα θα μπορούσε ποτέ να συνδέσει την καταφάσκουσα ζωή με το θάνατο του φασισμού; Ιδεολογικά καμία. Ωστόσο κανείς άνθρωπος δεν είναι ένα παγιωμένο στιγμιότυπο κι ιδεολογικός γρανίτης, ένας ερμηνευτικός μονόλιθος άπαξ και διαπαντώς αυτοσυνεπής. Σε αυτό το διαρκές γίγνεσθαι πάντα θα παρεισφρέει μια ελάχιστη ή μέγιστη ελπίδα, να χτιστεί επιτέλους ένα γιοφύρι της Άρτας πάνω στο θεμέλιο ενός κοινού λόγου ή μιας κοινής εμπειρίας. Όχι δίχως την απαραίτητη θυσία, δεν τ' αρνούμαι. Ελπίζοντας όμως, ετούτη τη φορά, να θυσιαστεί κάτι από τους εαυτούς μας, αντί των τυχαίων ή άτυχων εξιλαστήριων θυμάτων.

Όταν από την άλλη αποτυγχάνει εκείνο που αγαπάς, εκείνο που συμμερίζεσαι και πάνω του χτίζεις τις ουτοπίες σου, συλλογιέσαι τη ζωή σου ή έστω τον πολιτικό σου εαυτό, τότε τα πράγματα παύουν να είναι αστεία κι από ένα σημείο και μετά ξεπερνούν ακόμα και τα όρια της στεναχώριας ή της απογοήτευσης : απλά εξοργίζεσαι με τη μαλακία των ανθρώπων! Μιλώ, φυσικά, για τον αναρχισμό και τους αναρχικούς κι αποφεύγω τα κεφαλαία, ώστε ν' αποσυνδέσω τις έννοιες από τ' απολιθώματα των «ιδεολογιών». Ο αναρχισμός (οι λέξεις πραγματικά τον αδικούν) είναι μια χαρά θέαση του κόσμου γιατί είναι διαλεκτική με τον κόσμο και όχι κατάκτηση κι επιβολή. Αναρχικός είναι ο άνθρωπος εκείνος που βρίσκεται σ' ένα διαρκή αγώνα απελευθέρωσης. Για παράδειγμα ο μέσος αστός δε μπορεί να είναι ένας άνθρωπος καταρχήν ελεύθερος γιατί είναι δέσμιος των ιδεολογημάτων και των υλικών του μέσων. Ο αναρχικός του συρμού και της μαζικής παραγωγής είναι το ίδιο δέσμιος, φυσικά, γιατί και τούτος αστός είναι κατά βάση. Αλλά είναι μεγάλη κουβέντα αυτή. Είναι αλήθεια πως υπάρχουν άνθρωποι με ψυχή τόσο ελεύθερη, ώστε τρομάζεις κι αποθαρρύνεσαι από τον προσωπικό σου εξανδραποδισμό. Είναι επίσης αλήθεια, παρόλα αυτά, πως η ελευθερία είναι μια διαρκής κατάκτηση και ατελεύτητη ωρίμανση. Ετούτο το τελευταίο, στο βαθμό που ισχύει, παρηγορεί κάπως εμάς τους ελευθεριακά ανάπηρους. Από την άλλη τώρα, οι αναρχικοί όχι ως ορισμός μα ως άνθρωποι, μάλλον ορθότερα ως πολιτικά πρόσωπα, μου φαίνονται κάπως για το μπούτσο και μάλιστα σε ποσοστό που ανησυχεί. Για άλλη μια φορά δε θα μιλήσω εν γένει για τον αναρχισμό, αν και κάποτε φιλοδοξώ να το κάνω μόνο και μόνο για τη ματιά του κόσμου που μου χάρισε και την αφύπνιση, αλλά θα μιλήσω με αφορμή κάποιο περιστατικό, όπως παλαιότερα είχα μιλήσει με αφορμή μια ανακοίνωση , από εκείνες του συρμού. Το πρόσφατο ανακοινωθέν περιστρέφεται γύρω από την αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας Μαρία Ευθυμίου και μερικά ευτράπελα που πρόκειται να σχολιάσουμε.

Εν όψει των επερχόμενων εκλογών, όπου τα πράγματα φαίνεται να πηγαίνουν απ' το κακό στο χειρότερο, με τις γαλάζιες εκσπερματίσεις πάλι προ των πυλών, έτοιμες να γονιμοποιήσουν ό,τι απόμεινε ακόμη παρθένο, τα πνεύματα στον ελευθεριακό κι ελευθεριάζοντα χώρο έχουν αρχίσει πιθανότατα να οξύνονται. Όλο και κάποια νέα Βίλα Αμαλίας μας περιμένει στη συμβολή των οδών Ιστορίας κι Επανάληψης κι ανησυχώ ότι θα γίνουμε και πάλι μάρτυρες εξαιρετικών αντιπαραθέσεων. Μέσα σ' όλα φαίνεται πως ετούτη η Ευθυμίου έπιασε να σκαλίζει τα κακάδια από τις κλασικές πληγές περί ασύλου και καταλήψεων με αποτέλεσμα να βρεθεί στο στόχαστρο πολλών κι αιχμηρών σχολίων. Μέσα στα αιχμηρά ετούτα περιλαμβάνεται και το χαριτωμένο ραβασάκι, το οποίο ανάρτησε το «Αναρχικό Στέκι της Φιλοσοφικής» εδώ κι εκεί , προκειμένου να μας ενημερώσει για τα καθέκαστα. Βασικά, το σύντομο ανακοινωθέν θα ήταν όντως χαριτωμένο αν δεν ήταν παντελώς ηλίθιο μα κι επικίνδυνο, καθώς προοικονομεί την ασυναρτησία που κυοφορείται στους αναρχικούς εγκεφάλους των δεκαετιών που πρόκειται ν' ακολουθήσουν! Θα γελούσα αν δεν ήμουν φανερά εκνευρισμένος κι αν δεν ένιωθα βαθιά ηττημένος απ' την ανοησία των ανθρώπων, με τους οποίους θα επιθυμούσα κάποτε να φτιάξω κάποιας μορφής κοινό μέτωπο (θα μου πεις : πότε; στα γεράματα; έχεις κοντέψει να πεθάνεις 3-4 φορές, τι περιμένεις;). Φυσικά δεν είναι όλοι οι αναρχικοί ίδιοι όπως δεν είναι κι όλοι οι άνθρωποι. Στο βαθμό, ωστόσο, που ανακοινώσεις αποφασίζονται από συλλογικότητες και όχι άτομα, ομολογώ πως έχω πολύ καιρό να διαβάσω ένα κάλεσμα, το οποίο να είναι πραγματικό μπόλιασμα και λίπασμα καρδιάς και όχι, άντε, μια ακόμα υποχρέωση που πρέπει να βγει μέχρι το τέλος της βδομάδας - όπως ας πούμε πληρώνουμε εμείς οι μικροαστοί το λογαριασμό του ρεύματος. Στην πραγματικότητα οι επαναστατικές προκηρύξεις ήταν μια ζωή το ίδιο αποξηραμένες κι άψυχες. Ευτυχώς που υπάρχουν κι οι αναρτήσεις στα διάφορα ιστολόγια, οι οποίες σώζουν όχι μόνο τα προσχήματα αλλά και την ελπίδα στον Άνθρωπο. Όσον αφορά, ωστόσο, στο θέμα της Ευθυμίου, εδώ δεν πρόκειται να συζητήσουμε τα φλέγοντα περί καθηγητικής αυθαιρεσίας και πανεπιστημιακού ασύλου - η προσωπική μου θέση δεν είναι του παρόντος - αλλά θα κουβεντιάσουμε κατά πόσο η ανακοίνωση της αναρχικής συλλογικότητας συνιστά καθαρή και τίμια πολιτική θέση ή, αντιθέτως, πρόκειται για ένα κωλόχαρτο του κερατά.

Το βασικότερο πρόβλημα με το ζήτημα της κυρίας Ευθυμίου είναι πως δεν έχουμε όλοι οι αναγνώστες κοινά βιώματα με τους συντάκτες του κειμένου κι έτσι εκείνο που στους τελευταίους θεωρείται δεδομένο, σε μας τους υπόλοιπους είναι αφετηρία και σημείο μηδέν - συμβαίνει ωστόσο και σ' αυτούς τους ίδιους τους φοιτητές, να μην έχουν δηλαδή όλοι ιδία εμπειρία όλων των καθηγητών. Ας υποθέσουμε πως η συλλογικότητα δεν είχε κατά νου την έκταση που θα δινόταν στο γεγονός κι ότι, κατά συνέπεια, η ανακοίνωση γράφτηκε με στενές αναγνωστικές φιλοδοξίες, ανυποψίαστη ότι θα έπεφτε στην αντίληψη πολλών και άσχετων με τη σχολή ή το χώρο. Τέλος πάντων, πάμε να εξετάσουμε αν πρόκειται για ακραιφνές πολιτικό κείμενο ως θα όφειλε κι όχι για ξεκαθάρισμα λογαριασμών - προσωπικών ή άλλων. Καθώς πολλοί από εμάς ούτε την κυρία Ευθυμίου γνωρίζουμε προσωπικά, ούτε και κανέναν πικραμένο από τ' Αναρχικό το Στέκι, οφείλουμε λοιπόν να διατηρούμε όμοιο σκεπτικισμό - για να μην πω καχυποψία - έναντι και των δυονών. Ενιστάμενος στον ίδιο μου τον εαυτό, ωστόσο, οφείλω να επισημάνω ότι η κυρία Ευθυμίου ως καθηγήτρια δεν είναι ίσα κι όμοια με το χαμηλόβαθμο φοιτηταριό. Είναι όχι μόνο θεωρητικά αλλά και θεσμικά παράγοντας εξουσίας, τη στιγμή που οι φοιτητές είναι με διάφορους τρόπους υποκείμενοι σε αυτήν, όπως τέλος πάντων και στον οποιονδήποτε καθηγητή. Ωστόσο, το θεσμικό της ρόλο η κυρία Ευθυμίου (όπως κι η κάθε Ευθυμίου) δεν θα μπορούσε να τον αποκηρύξει, με τρόπο διαφορετικό απ' την παραίτησή της, κάτι που θα ήταν άδικο να το ζητήσουμε, όπως δεν το ζητούμε π.χ. απ' τους καθηγητές της δευτεροβάθμιας, οι οποίοι θεσμικά είναι επίσης όργανα γραφειοκρατικής ή άλλης εξουσίας. Οπότε το μόνο που μας απομένει να καταφέρουμε είναι να διαπιστώσουμε, με κάποιον τρόπο, το καθαυτό ήθος της κυρίας Ευθυμίου. Ως προς αυτό, φυσικά, η ανακοίνωση δε μας βοηθάει περισσότερο απ' όσο τα φυλλάδια που μιλάνε για τη ζωή και τα θαύματα του Παΐσιου.

Τούτων λεχθέντων, λοιπόν, ας επιστρέψουμε στο αρχικό ζητούμενο. Ο ανυποψίαστος αναγνώστης δεν είναι δυνατόν να μη σταθεί με απορία κι έκπληξη, ξεκινώντας την ανάγνωση : η πρώτη παράγραφος του ανακοινωθέντος είναι η χαρά του ψυχαναλυτή. Η κλάψα πάει σύννεφο και η μία δακρύβρεχτη ιστορία διαδέχεται την άλλη. Οι τρυφεροί βλαστοί, απ' τους οποίους παράγεται η μαύρη ζάχαρη του φοιτητικού εσπρέσο, λυγούν κι υποχωρούν ανυπεράσπιστοι μπροστά στην πρώτη ειρωνία, στην πρώτη απαξίωση ή στο κάτω-κάτω στην πρώτη σκληρή κουβέντα ή αυστηρότητα. Οι αναρχικοί μαχητές αντί να αντιπαραβάλουν πολιτικά τα δύο διαφορετικά ήθη που θεωρούν πως συγκρούονται εντός του πανεπιστημιακού χώρου, ξαπλώνουν στο ντιβάνι του Φρόυντ και μας βγάζουνε τα σώψυχά τους, όπως οι γιαγιάδες που κάθονταν δίπλα μας στις ατελείωτες διαδρομές των ΚΤΕΛ. Μάλιστα δίχως να μας λένε και τίποτα πρωτότυπο, πέραν δηλαδή των γραφικών ανέκδοτων ιστοριών που συνειδητοποιώ πως έχουν παραμείνει απαράλλαχτες εδώ και τριάντα χρόνια κι απ' τις οποίες όλο και κάτι έχουμε οι περισσότεροι να διηγηθούμε, απ' όσους τρίψαμε και πέντε παντελόνια σε κάποιο αμφιθέατρο. Αλλά δεν το κάναμε και ζήτημα. Θα μου πεις «σιγά ρε καραγκιόζη, που είχες και πολιτική συνείδηση στα είκοσι, τότε που αγόραζες ακόμα Βήμα και διάβαζες και Πρετεντέρη». Σωστό κι αυτό και δηλώνω ταπεινά ένοχος. Όσον αφορά, ωστόσο, στην καταδίκη μιας συμπεριφοράς χρειάζεται και μια στοιχειώδη συναισθηματική ευφυΐα κι είναι, παρόλα αυτά, εξαιρετικά δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς που σταμάτα η απλή ανθρώπινη ιδιοτροπία και το δύστροπο του χαρακτήρα και πού ξεκινά η κατάχρηση της εξουσίας. Μια καθηγήτρια που προσβάλλει κάποιον για τις γεωγραφικές, τις ορθογραφικές ή τις σεξουαλικές του ελλείψεις είναι φυσικά ένας άνθρωπος αγενής, είρων και ακοινώνητος, αλλά δεν είναι απαραίτητα το τέρας της φύσης και του καπιταλισμού που θέλουν να την παρουσιάσουν οι αναρχικοί φλώροι. Ούτε ακόμη συνεπάγεται η αγένεια κατάχρηση εξουσίας, αυθαιρεσία και άλλα παρόμοια δεινά. Η αγένεια συνεπάγεται την αγένεια, άντε και τα μοναχικά γεράματα, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Προκειμένου να κρίνουμε πολιτικά έναν άνθρωπο τα προσωπικά μας αισθήματα σίγουρα δεν είναι το καταλληλότερο κριτήριο. Για να καταδειχτεί η εικαζόμενη αυθαιρεσία, απαιτούνται σαφέστερα προσδιορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια, απ' ότι τα δάκρυα μιας ροζ πριγκίπισσας ή έστω μιας ευαίσθητης ψυχής. Απαιτούνται γεγονότα τα οποία να μπορούν να διασταυρωθούν απ' τον καθένα κι επίσημες καταγγελίες. Ο λόγος σου προς το λόγο μου δε συνιστά, φυσικά, ούτε ξώφαλτσα, ούτε κατά σύμβαση τέτοιο κριτήριο και, φυσικά, σε καμία περίπτωση δε συνιστά πολιτικό λόγο.

Η τρικυμία εν κρανίω, η οποία ταλανίζει τα κακόμοιρα παιδιά της Φιλοσοφικής, τα κάνει να συγχέουν την απόδειξη μ' ένα συμβάν, μια φήμη ή ένα κουτσομπολιό, κάτι που δεν δικαιολογείται από ανθρώπους, οι οποίοι οφείλουν να έχουν μιαν ελάχιστη τριβή με τους κανόνες της λογικής συμπερασματολογίας. Το «ορισμένα άτομα αποχωρούν κλαίγοντας απ' το γραφείο της» δε συνιστά φυσικά «απόδειξη», αλλά μια γλαφυρή εικόνα. Για μένα που είμαι άσχετος δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από ένα συνηθισμένο, γραφικό περιστατικό, το οποίο δεν είμαι βέβαιος, ακόμα κι εκείνοι οι φοιτητές άλλων ετών, αν και κατά πόσο είναι σε θέση να εξακριβώσουν. Οι προηγούμενες καταγγελίες, όχι μόνο δε συνιστούν αποδείξεις των αποδιδόμενων, αλλά δε συνιστούν μήτε στο ελάχιστο ενδείξεις. Θα μπορούσα κάλλιστα να φανώ κακεντρεχής και να πλάσω μια εντελώς αντίθετη ιστορία, από τα ίδια φαινόμενα. Για παράδειγμα πως πρόκειται για φοιτητές ανεπρόκοπους και γλειψιματίες, οι οποίοι με πλάγια μέσα επιχείρησαν να κερδίσουν την όποια εύνοια κι εφόσον έφαγαν πόρτα, αποχώρησαν κλαψουρίζοντας με την ουρά στα σκέλια, σχεδιάζοντας τη φαρμακερή τους εκδίκηση με θεατρινισμούς και τερατολογίες, επιπέδου νηπίου : θα σου δείξω εγώ και θα το πω στον μπαμπά μου. Θα μπορούσε ακόμα να συνέβη σε δυο-τρεις παρατρεχάμενους της αναρχικής παρεούλας, εξού κι η υπερβάλλουσα ευαισθησία. Γιατί φυσικά όπως κι εμείς οι κοινοί θνητοί, έτσι και οι αναρχικοί δεν είναι τίποτα ασκητές στο απυρόβλητο κι υπεράνω των κοινών ανθρώπινων ελαττωμάτων και της μικρότητας. Τι 'ναι εκείνο που καθιστά μια αναρχική δήλωση περισσότερο αξιόπιστη από την αντικείμενή της; Τι 'ναι εκείνο που κάνει μια ιστορία πειστικότερη από μιαν άλλη; Θα μου πείτε : μα φυσικά η κοινή εμπειρία, η οποία φυσικά απουσιάζει σ' εμάς που βρισκόμαστε εκτός χορού και χώρου. Γι' αυτό και, κατά τη γνώμη μου, ο καλύτερος τρόπος να επιλύονται παρόμοια ζητήματα είναι καθαρά εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας, όπου η κοινή εμπειρία συνιστά όντως μια μορφή γνώσης μεταξύ των μελών της. Δεν είναι υποχρεωτικό κάθε γνώση να μπορεί να μεταλαμπαδεύεται εξίσου πειστικά και με άλλον εκφραστικό τρόπο, σε μένα, σε σένα ή σε οποιονδήποτε εξωτερικό παρατηρητή. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο θα πρέπει οι ανακοινώσεις αυτού του είδους ν' αποφεύγουν τις ad hominem κακοτοπιές, που δεν προσφέρουν τίποτα - μα ίσα-ίσα αποστερούν από τα δίκαια το δίκαιο - και να συντάσσονται πάνω σε μια διαφορετική λογική, η οποία να μην είναι της καφετερίας και του μεταξύ μας, αλλά περισσότερο πολιτική και εννοιολογική - εφόσον δεν υπάρχουν άλλες, επίσημες παραπομπές.

Η δεύτερη παράγραφος δεν εξελίσσεται καλύτερα από την πρώτη, παρά επεκτείνεται τώρα από το χώρο του γραφείου και του διαδρόμου στο χώρο των καθηγητικών παραδόσεων. Η κυρία Ευθυμίου κατηγορείται για «ταξική μεροληψία» και «ιδεολογική προπαγάνδα ... με απώτερό της στόχο να διαμορφώσει πειθήνιες στο καπιταλιστικό σύστημα συνειδήσεις». Ξαφνικά, από τα δάκρυα της Μάρθας Βούρτση περάσαμε στον κλασικό ξύλινο λόγο της επαναστατικής αερολογίας, όπου χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Σαν τον τετράχρονο πιτσιρικά που έμαθε τη λέξη «μαλάκας» και την κολλάει παντού, δίχως να ξέρει καλά-καλά τι σημαίνει, είναι αδύνατον να διαβάσει κανείς μιαν ανακοίνωση της προκοπής δίχως να σκοντάψει στα χιλιομασημένα. Είναι αξιοσημείωτο πώς ο λόγος νέων παιδιών ζέχνει κάτι από μούχλα Ριζοσπάστη. Καρδιές ελεύθερες, ανοιχτές στην ποικιλία και την αλλαγή, στον ανθρώπινο συγχρωτισμό και την αλληλεπίδραση, δεν εκφράζονται με καταγρατζουνισμένες «ταξικές μεροληψίες» και «ιδεολογικές προπαγάνδες». Περιμένα από νέα παιδιά να μιλήσουν μ' ενθουσιασμό και λόγο ζωντανό, με νέα γλώσσα και νέες εικόνες του κόσμου. Αντ' αυτού έχουμε τους Μπέντζαμιν Μπάτον του αναρχισμού, οχδοντάχρονους γεροξεκούτηδες ή γεροξεκούτισσες με όψη νέων, αλλά νόες ήδη αφυδατωμένους από κάθε ικμάδα και πρωτοτυπία. Μα έχει πλάκα να το πούμε και τούτο : παρακολουθώντας κανείς τα σχόλια στο διαδίκτυο, κατά κύριο λόγο, του δημιουργείται η εντύπωση πως η κυρία Ευθυμίου είναι μια σιχαμένη αριστερή αποδομίστρια των πάντων, από εκείνες που φέραν την Ελλάδα εδώ που τη φέρανε. Τώρα μαθαίνουμε απ' τους αναρχικούς πως όχι, το ακριβώς αντίθετο, πρόκειται για καπιταλίστρια του κιαρατά. Πιάσε τ' αυγό και κούρευ'το! Πίσω στο θέμα μας, όμως, δεν υπάρχει πιο τετριμμένο και βαρετό πράγμα στον κόσμο απ' το να κατηγορήσεις έναν οποιονδήποτε ιστορικό για μεροληψία, στο βαθμό που όλοι οι άνθρωποι είμαστε δέσμιοι των διηγήσεών μας κι ούτε ο Θουκυδίδης δεν ξέφυγε της κριτικής. Είναι όμως αδύνατο ή έστω παρακινδυνευμένο να πιάσει και ν' αποδίδει κανείς προθέσεις και σκοποθεσίες, δεξιά κι αριστερά. Εδώ οι καλοί αναρχικοί εκτροχιάζονται και βάζουν άγαρμπα τρικλοποδιά στους εαυτούς τους. Αποδίδουν στην Ευθυμίου προθέσεις και στραγητικούς σχεδιασμούς, ωσάν να επρόκειτο για κανένα μυστικό πράκτορα των καπιταλιστικών αγορών ή το Βελόπουλο, αντί για μια γραφική καθηγήτρια, με κάποιο πάθος και το θάρρος παρόλα αυτά της γνώμης της - όσο ανόητη κι αν ακούγεται η τελευταία στ' αυτιά του οποιουδήποτε. Με άλλα λόγια την πλάθουν περισσότερο επικίνδυνη απ' ό,τι πιθανότατα είναι, γιατί πώς να το κάνουμε, κάποιος πρέπει να παίξει και το ρόλο του βαρβάρου.

Για να μην πλατειάσουμε κι άλλο, η τρίτη και τέταρτη παράγραφος, μας παρουσιάζουν επιτέλους μια κάποια στοιχειώδη πολιτική κριτική, δε μας εξηγούν παρόλα αυτά το σημαντικότερο. Εδώ ανακύπτει για μία ακόμη φορά των αιώνιο πρόβλημα των αναρχικών ή γενικά των αριστερών προκηρύξεων : δεν αποφασίζουν να πάρουν επιτέλους θέση αν απευθύνονται στην κοινωνία (και άρα στον οποιονδήποτε) ή αν απευθύνονται στους ομοίους τους. Γιατί αν απευθύνονται στους ομοίους τους, τότε πάω πάσο κι οι κατά καιρούς προκηρύξεις δεν έχουν χρεία καμιάς περαιτέρω αιτιολόγησης - θα τολμούσα να πω, μάλιστα, πως είναι κι εξαιρετικά φλύαρες. Αν ωστόσο απευθύνονται στους πάντες, το ζητούμενο δεν είναι να μας περιγράψουν μόνον εκείνο που τους απασχολεί, αλλά και τους λόγους για τους οποίους τους απασχολεί. Κι όλα αυτά, επιπλέον, σε μια γλώσσα κοινή και κατανοητή στους πάντες. Αντ' αυτού, συνήθως παραπαίουν σ' εκείνο το νεφελώδες πουθενά, απευθυνόμενοι προς ολόκληρη την κοινωνία, σε μια αντικαπιταλιστική «καθαρεύουσα», την οποία διαβάζουν μόνον οι μυημένοι. Έτσι κι εν προκειμένω, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να μας απαριθμήσει κανείς, μία προς μία, τις πλέον «κατάπτυστες» απ' τις δηλώσεις της όποιας Ευθυμίου, όταν παίρνει την ερμηνευτική οδό ως δεδομένη και με γράφει στα παπάρια του. Με τον τρόπο αυτό, καταρχάς, δε σέβεται ούτε τον αναγνώστη, θεωρώντας τον ή τόσο μονοδιάστατο ή τόσο χάπατο, ούτε τον εαυτό του, θεωρώντας πως έχει το αλάνθαστο κι άρα καταλήγοντας να μονολογεί, αντί να προκαλεί διάλογο. Για ποιον ακριβώς λόγο, τώρα, οι όποιες δηλώσεις της Ευθυμίου συνιστούν δεινό, απειλή, προσβολή, κατάχρηση, αυθαιρεσία και τέλος πάντων κάτι στο οποίο αξίζει κανείς ν' αντιταχθεί, δεν πρόκειται φυσικά να μάθουμε ποτέ, τουλάχιστον όχι από ετούτη την προκήρυξη. Σημειώνουμε πως ούτε μεταξύ των φοιτητών αποτελούν ομοφωνίες κι ομοϊδεασμούς έννοιες όπως το άσυλο, η απεργία, η εξουσία, η κατάληψη και τα λοιπά, στο βαθμό που κι οι ίδιοι μόλις τώρα αποκτούν τις πρώτες συνειδήσεις. Όπως σε κάθε κοινωνικό μόρφωμα και φαινόμενο, οι σχέσεις είναι διαλεκτικές και συνδιαμορφούμενες απ' το κοινό αγώνισμα της μετοχής σε αυτές κι αν παγιώνονται παγιώνονται όχι άπαξ και διαπαντός μα σε ιστορικές στιγμές ή περιόδους, όσο δηλαδή εξακολουθούν να υπάρχουν γενιές που σημαίνουν τα ίδια σημαινόμενα. Για να τελειώνουμε, είναι λογικά ασυνάρτητο να κατηγορείται για συστημικότητα οποιοσδήποτε στέκει αντίθετος ή έστω σκεπτικός προς μια κατάληψη, το άσυλο ή ό,τι άλλο, δίχως να εξετάσουμε τους λόγους οι οποίοι τον οδηγούν σ' αυτή τη στάση. Γιατί η στάση του μπορεί να εμπεριέχει κάτι περισσότερο ζωντανό και γόνιμο, απ' την παραδοσιακή προσκόλληση στα «ιερά και όσια». Καταλήγουμε δηλαδή στα τετριμμένα : αν πιάσουμε την κοινωνία και τη χωρίσουμε σε άσπρους-μαύρους (πολύ λιγότερο, στις αποχρώσεις του άσπρου και του μαύρου που εμείς αντιλαμβανόμαστε) αναπόφευκτα δημιουργούμε εχθρούς από το πουθενά, σα δηλαδή να μη μας έφταναν οι πραγματικοί εχθροί κι οι εξουσίες.

Εξίσου επικίνδυνη, ωστόσο, είναι κι ετούτη η προβληματική, η οποία ανακύπτει απ' το συνάθροισμα της αναρχικής φαφλατολογίας : κατά πόσο τελικά δικαιούμαστε να διώκουμε κάποιον για τις ιδέες και τους λόγους του, αντί για αυτές καθαυτές τις πράξεις του. Από το κύριο σώμα του κειμένου γίνεται ξεκάθαρο πως η γραφική καθηγήτρια έχει (μάλλον) κάποιες συγκεκριμένες αντιλήψεις οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με τις αντίστοιχες «αγωνιστικές». Βάζω τα εισαγωγικά γιατί κανείς δεν κατοχυρώνει δικαιώματα αγωνιστικότητας. Η Ευθυμίου, προφανώς, αγωνίζεται κι εκείνη από το μετερίζι της για ό,τι τέλος πάντων νομίζει πως καταλαβαίνει. Ωραία και τώρα, λοιπόν, τι να κάνουμε; Να πιάσουμε να την αλείψουμε πίσσα; Να τη δέσουμε σε μια σανίδα στο πειρατικό του Μαυρογένη, ωσότου παραδεχτεί πως έσφαλε και μετανοήσει; Ακόμα κι αν επιθυμεί την κατάργηση του ασύλου, θα της απαγορέψουμε να το συζητά και να το διακηρύττει; Από πότε απογορεύεται να επιθυμεί κανείς την κατάργηση του ασύλου ή ακόμα και την κατάργηση της δημοκρατίας; Μπορεί να 'ναι μαλακία, αλλά γούστο της καπέλο της να μαλακίζεται, αφού δεν πιτσιλάει κανέναν. Μέχρι εκεί φτάνει, λοιπόν, η φαντασία του «γνήσια αγωνιστικού ήθους»; Να δημιουργήσουμε μια κοινωνία φόβου του λόγου εκείνου, ο οποίος μας είναι αντίπαλος ή ανοίκειος; Κι αν ο αναρχισμός είναι τελικά το μέτρο σύγκρισης των πάντων, τον αναρχισμό τελικά ποιος θα τον κρίνει;

Θα περίμενε τώρα κανείς, κλείνοντας ετούτη η προκήρυξη, να ορθώσουν οι συντάκτες της ένα μεγαλειώδες ανάστημα παντελώς διαφορετικού ήθους από εκείνο που αντιπαλεύουν. Θα περιμέναμε ν' ανοίξουν ένα τεράστιο διάλογο, αντί να ρωτούν και ν' απαντούν μονάχοι. Θα περιμέναμε να αναλάβουν γνήσεις αναρχικές πρωτοβουλίες με διαρκείς παρεμβάσεις σε ώρες μαθημάτων, σε κιλικεία κι εξεταστικές και τέλος πάντων οπουδήποτε, ώστε να μη μείνει κανείς αμέτοχος με τη δικαιολογία της άγνοιας. Θα περιμέναμε μια πρόσκληση σε κοινή δράση, ένα ανοιχτό κάλεσμα, μια ουσιαστική δράση που δεν πάει ο νους μου! Μια συναυλία βρε αδελφε! Μπροστά σε ένα τόσο επιτακτικό και ζωτικής σημασίας ζήτημα, απ' το οποίο κρίνεται η τύχη μιας ολάκερης βουρκωμένης και παραπονεμένης γενιάς φοιτητών, και το οποίο τους εξωθεί να επιτεθούν εναντίον συγκριμένου προσώπου και όχι εναντίον θεσμού, όπως μας έχουν συνηθίσει, θα περιμέναμε να οργανωθούν με τρόπο, που θα 'δινε την εικόνα ζωντανού φοιτητικού σώματος κι όχι τους γέρους απ' το Muppet Show. Τίποτα, τίποτα, τίποτα! Τίποτε από τα προηγούμενα δε φαίνεται συγκινεί πια το φοιτητή αναρχικό, ειδικά τώρα που πιάνουνε οι ζέστες. Δεν έμειναν ωστόσο αδρανείς! Αντ' αυτών που κατέληξαν λοιπόν οι μάγκες, ποιες ήταν τελικά οι δράσεις τους; «Προχωρήσαμε» λέει «στην αναγραφή συνθημάτων»! Ε; Πως; Τι; Μετά το πύρινο και δυσφημιστικό λογύδριο που ζητά να φέρει τα πάνω-κάτω στην καθηγητική αυθαιρεσία, το μυαλό του κατ' επίφαση αναρχικού καταφέρνει να φτάσει μονάχα μέχρι το ράφι με τα σπρέι και να γράψει τον πόνο του στους τοίχους. Όχι φυσικά ως φίλια προπαγάνδα ενημέρωσης και αφύπνισης της φοιτητικής του κοινότητας, παρά σαν προσωπικό ξέσπασμα ή σεχταριστική εκτόνωση. Δηλαδή μια κίνηση αποδόμησης, παρά μια κίνηση κοινότητας. Κάτι τέτοιες μαλακίες, που ξεπερνούν κατά πολύ τα πλαίσια του φοιτητικού κόσμου και του νεαρού της ηλικίας, αλλά επεκτείνονται και στη χώρα των «ενηλίκων», κατά τη γνώμη μου στοιχίζουν πολύ στο αναρχικό κίνημα, το οποίο ούτως ή άλλως παλεύει ακόμα με τον εαυτό του. Παλεύει να ωριμάσει, αλλά αρνείται ακόμα ν' αυτοπροσδιοριστεί και ν' αναλάβει τις ευθύνες του, σαν έφηβος που γουστάρει ενδόμυχα κι αρρωστημένα την πατρική εξουσία, καθώς έτσι αποκτά υπόσταση και νόημα η δική του δράση ως αντίδραση. Έτσι φυτοζωούν και φθίνουν τα κινήματα, από ξεψυχισμένη αντίδραση σε αντίδραση (κι επί ΣΥΡΙΖΑ τον ύπνο του δικαίου) και πάντα στο περιθώριο που το Σύστημα τους επιτρέπει. Κι έτσι θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές, δίχως ποτέ στη ζωή μου να γίνω μάρτυρας (ίσως και μέτοχος) ενός συνολικού και πρωτότυπου εγχειρήματος αυτονομίας.

Μαρία Ευθυμίου : Περισσότερο αναρχική απ' τους αναρχικούς, πρώτον γιατί δεν υποτάσσεται στην τρομοκρατία μιας θρασύδειλης ανωνυμίας και δεύτερον γιατί έχει το θάρρος να επιμένει φανερά στις αρχές της - όποιες κι αν είναι αυτές, συστημικές ή ακόμα και ανόητες.