Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Πολιτική με Πολίτες... (Μέρος 1ο)

«(...) Έτσι κανένα κράτος, όσο δημοκρατική κι αν είναι η μορφή του, ακόμη και η πιο κόκκινη πολιτική δημοκρατία, λαϊκό μόνο με την έννοια αυτού του ψεύδους που είναι γνωστό με το όνομα της αντιπροσώπευσης του λαού, δεν είναι σε θέση να δώσει στο λαό αυτό που έχει ανάγκη, δηλαδή την ελεύθερη οργάνωση των ίδιων του των συμφερόντων, από κάτω προς τα πάνω, χωρίς καμιά ανάμιξη, προστασία ή καταναγκασμό από τα πάνω, γιατί κάθε κράτος, ακόμη και το πιο δημοκρατικό, ακόμη και ψευδολαϊκό, όπως το κράτος που φαντάζεται ο κ. Μαρξ, δεν είναι τίποτε άλλο, στην ουσία του, από την διακυβέρνηση των μαζών, από πάνω προς τα κάτω, από μια σοφή και γι’ αυτό το λόγο προνομιούχο μειοψηφία, που ισχυρίζεται ότι καταλαβαίνει καλύτερα τα πραγματικά συμφέροντα του λαού απ’ ό,τι ο ίδιος ο λαός» (Μ. Μπακούνιν, "Κρατισμός και Αναρχία")

Στα προηγούμενα, θεώρησα δεδομένο ότι έλλειψη αυτοδυναμίας και ακυβερνησία δεν είναι έννοιες ταυτόσημες ή ισοδύναμες, στο βαθμό που τα κόμματα έχουν την επιλογή της συνεργασίας ή του συνασπισμού. Όμως, όπως καλά το γνωρίζουμε, τα κόμματα συνήθως παραμένουν αδιάλλακτα και αρνούνται οποιαδήποτε συνεργασία, είτε για λόγους ιδεολογικούς (δεν είναι δίκαιο ν’ αρνηθούμε πχ. στο κομμουνιστικό κόμμα την αξιωματική του αντίθεση στα δύο «μεγάλα» κόμματα), είτε για λόγους μικροπολιτικούς και δημιουργία εντυπώσεων. Είναι έτσι λογικό να οδηγηθούμε στην παραδοχή, πως ένα σύστημα απλής αναλογικής σπάνια θα επιτύγχανε αυτοδυναμίες, συνεπώς δύσκολα θα οδηγούμασταν σε επίτευξη ουσιαστικού νομοθετικού έργου. Αυτό το τελευταίο, βέβαια, δεν είναι καθαρή συνεπαγωγή. Θέλω να πω: θα μπορούσε μια κυβέρνηση να μην είναι αυτοδύναμη – να κατέχει δηλαδή λιγότερες από 151 έδρες – κι ωστόσο σε περίπτωση που κατέθετε ένα δίκαιο και λειτουργικό νομοσχέδιο, το τελευταίο να υπερψηφιζόταν ακόμη κι από βουλευτές άλλων κομμάτων. Αυτό θα προϋπόθετε πως και οι 300 βουλευτές θα ψήφιζαν κατά... συνείδηση και όχι σαν τα πρόβατα, καθοδηγούμενοι από τον κομματικό τους ποιμένα. Μεγάλες προσδοκίες κι όνειρα θερινής νυχτός! Φτάσαμε, λοιπόν σε αδιέξοδο; Απ’ τη μία ζητάμε απλή αναλογική κι απ’ την άλλη η πραγματικότητα αδήριτη, μας αναγκάζει να παραδεχτούμε πως θα καταλήγουμε συνεχώς σε ασυμφωνίες και παρατεταμένη ακυβερνησία; Γιατί, βέβαια, στην εποχή μας φαντάζει ιδιαίτερο τολμηρό να ονειρευτεί κανείς ποσοστά άνω του 50%, δια της απλής αναλογικής.

Αλλά ακόμα κι έτσι, αν δηλαδή το 50% ήταν εφικτό, θα οδηγούμασταν ξανά στα αδιέξοδα που επιφέρει η σύγκλιση των δύο εξουσιών (νομοθετικής και εκτελεστικής) στα χέρια μίας και της αυτής κλίκας. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι να αναζητούμε δικαιότερα εκλογικά συστήματα, τα οποία όμως θα εξακολουθούν να είναι φορείς των ίδιων προβλημάτων και αδιεξόδων. Σε πρώτη φάση, αυτό που αναζήτησα ήταν τρόπους να επαναδραστηριοποιηθεί ο πολίτης. Σε δεύτερη φάση, βαθύτερα, ακόμη και η απλή αναλογική δε λύνει μερικά από τα ενδογενή προβλήματα του πολιτεύματός μας, δηλαδή της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης. Εδώ έρχεται το δημοψήφισμα. Μέχρις εδώ, όσα είπα, πάνω κάτω, τα είχα ξαναπεί. Να περάσω ένα βήμα μπροστά.

Ν’ αλλάξει ο Μανωλιός

Η πρόταση μου είναι ο ρόλος της Βουλής από αυστηρά νομοθετικός να γίνει χαλαρά νομοθετικός. Δηλαδή, να συνεχίσει να λειτουργεί όπως και σήμερα για ζητήματα ήσσονος σημασίας, αλλά για μείζονα θέματα να έχει ρόλο νομοσχεδιαστικό ή νομοπαρασκευαστικό. Από εκεί και πέρα, το νομοθετικό έργο θα εναποτίθεται στα χέρια του άμεσα ενδιαφερόμενου, δηλαδή του ίδιου του λαού. Η πρότασή μου αυτή προχωράει λίγο πιο τολμηρά, σε σχέση με τα δύο ή τρία δημοψηφίσματα το χρόνο, για τα οποία έγραψα σε προηγούμενη ανάρτηση. Μιλάω για σταθερό και συνεχές νομοθετικό ρόλο και έργο. Μιλάω για μόνιμα εκλογικά κέντρα, τα οποία θα λειτουργούν αδιαλείπτως καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και κανονικότατα σαν οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία. Μέσα στη διάρκεια ενός μήνα, οι πολίτες θα έχουν το δικαίωμα (υποχρέωση;), να μελετήσουν τους προς ψήφιση νόμους και να εξασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα, ανά πάσα ώρα και στιγμή ευκαιρήσουν, έως και το τέλος του μήνα. Τα χρονικά περιθώρια είναι απλώς ενδεικτικά. Θα μπορούσαν να υπάρχουν περίοδοι επιτακτικές, όπου μια ψηφοφορία θα έπρεπε να ολοκληρωθεί σε λίγες ημέρες και περίοδοι νομοθετικά «νεκρές» όπου θα μπορούσαν τα περιθώρια ν’ αυξηθούν στους δυο μήνες. Την οργάνωση των εκλογικών κέντρων και το κατά πόσο θα μπορούσε η τεχνολογία να επιταχύνει τις διαδικασίες, θα το εξετάσω αργότερα.

Δεν ήξερες... δε ρώταγες;

Αλλά ανάμεσα στην πρόταση ενός νομοσχεδίου και το δημοψήφισμα, υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα, το οποίο δημιουργείται από την άγνοια του «μέσου» πολίτη για τα διάφορα ζητήματα, φλέγονται και μη. Καίρια η σημασία και ο ρόλος της έγκυρης και σωστής ενημέρωσης. Και φυσικά, κάθε άλλο παρά συνετό θα ήταν να την αφήσουμε στα χέρια της κρατικής τηλεόρασης ή – πολύ χειρότερα – στα χέρια της ιδιωτικής ή του τύπου. Εδώ έρχεται η επόμενη πρόταση.

Για κάθε ξεχωριστό τεχνικό ζήτημα: οικονομικό, περιβαλλοντικό, εκπαιδευτικό, ασφαλιστικό, κλπ. προτείνω να υπάρχει και μια ξεχωριστή επιτροπή εμπειρογνωμόνων. Σε γενικές γραμμές – θα αναλύσω παρακάτω – ο ρόλος μια επιτροπής θα είναι να μελετά το προτεινόμενο νομοσχέδιο, να το ερμηνεύει και ουσιαστικά να εκλαϊκεύει την ερμηνεία του αυτή. Να το καθιστά κατανοητό και προφανές, αν είναι δυνατόν και σ’ ένα παιδί. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να παρουσιάζεται με τη μορφή σύντομων ερωτήσεων–απαντήσεων, όπως συχνά συμβαίνει να διαβάζουμε σε εφημερίδες για πολλά σημαντικά ζητήματα, που φαντάζουν εν πρώτοις πολύπλοκα και μπερδεμένα. Θα μπορούσαν να συνοδεύονται από φωτογραφίες, χάρτες, διαγράμματα, ώστε να καθίστανται ακόμα πιο άμεσα αντιληπτά. Κατόπιν το νομοσχέδιο, εκλαϊκευμένο πια, θα τυπώνεται απ’ το τυπογραφείο του κράτους και θα μοιράζεται μέχρι και το τελευταίο χωριό, όπως ακριβώς και τα ψηφοδέλτια (θα μπορούσαμε ακόμη και να υποχρεώσουμε τις ιδιωτικές εφημερίδες να συνδράμουν στο στόχο αυτό).

Δεν έχει «αλλά»;

Εδώ τίθενται δύο σοβαρές παράμετροι: πρώτον, πώς θα γίνει οι επιτροπές αυτές να μην είναι κατευθυνόμενες και δεύτερον πώς θα γίνει οι επιτροπές αυτές να συμφωνούν σε ένα κείμενο, δηλαδή σε μια και μόνο ερμηνεία του νόμου. Ας εξετάσουμε αυτά τα δύο.

Η Ελλάδα είναι ήδη χωρισμένη σε 52 ευρύτερες διοικητικές περιφέρειες, τους γνωστούς νομούς. Προτείνω, λοιπόν, κάθε επιτροπή να αποτελείται από 52 αντιπροσώπους, έναν από κάθε νομό. Οι αντιπρόσωποι αυτοί δε θα είναι ούτε πολιτικάντηδες, ούτε τυχάρπαστοι, αλλά θα πρόκειται για ειδήμονες σε καθένα από τα ξεχωριστά τεχνικά ζητήματα, στα οποία θα αφορά ένα νομοσχέδιο και θα καλείται η αντίστοιχη επιτροπή να εκλαϊκεύσει. Αυτοί θα επιλέγονται από κάθε νομό, είτε με κλήρωση ίσως από μια λίστα με όσους έχουν δηλώσει αυτοβούλως την επιθυμία συμμετοχής τους (και πληρούν φυσικά κάποιες προδιαγραφές), είτε – σε περίπτωση έλλειψης μελών – με επίταξη αυτών, ακριβώς όπως συμβαίνει με τις εφορευτικές σήμερα. Η θητεία των επιτροπών αυτών θα μπορούσε να διαρκεί είτε ακριβώς όσο κι εκείνη της κυβέρνησης, είτε λιγότερο (πχ. ετήσια) για την αποφυγή δημιουργίας ιδιαίτερων ομάδων συμφερόντων, εντός της. Άρα μιλάμε για επιτροπές κληρωτές (όχι αιρετές) και με συγκεκριμένη θητεία.

Π.χ.

Ας υποθέσουμε λοιπόν, για παράδειγμα, πως κατατίθεται από την κυβέρνηση ένα καινούργιο νομοσχέδιο, που αφορά ας πούμε στην αναγνώριση των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Εδώ η Βουλή θα μπορούσε να μην έχει κανέναν απολύτως λόγο! Το νομοσχέδιο θα περνάει αμέσως, στην αρμόδια επιτροπή για τα εκπαιδευτικά ζητήματα. Οι 52 κληρωτοί αντιπρόσωποι θα είναι άνθρωποι από το χώρο της παιδείας, όχι όμως με αυστηρή οριοθέτηση ειδικοτήτων: θα μπορούσε να είναι ακαδημαϊκοί, πανεπιστημιακοί, εκπαιδευτικοί οποιασδήποτε βαθμίδας, παλαιότεροι υπουργοί παιδείας, τέλος πάντων άνθρωποι που θα μπορούσαν να έχουν λόγο μεστό και αντίληψη στα εκπαιδευτικά ζητήματα. Η επιτροπή αυτή θα μελετάει το σχέδιο νόμου αλλά ο ρόλος της θα είναι καθαρά ερμηνευτικός, δηλαδή δεν θα έχει καμία απολύτως άλλη δικαιοδοσία επί του νομοσχεδίου.

Χαμένοι στη μετάφραση

Ας υποθέσουμε τώρα πως (πολύ λογικά) κατά την ερμηνεία του νόμου, εμφανίζονται διαφωνίες, παρεξηγήσεις, αντιρρήσεις και παρερμηνείες, εντός της επιτροπής. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι το νομοσχέδιο δεν αντιλαμβάνεται ή αποφεύγει δεδομένες αντισυνταγματικές παραμέτρους του ζητήματος των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Προτείνω η εκάστοτε «επικρατούσα» ερμηνεία να είναι εκείνη στην οποία συμφωνεί η σχετική πλειοψηφία της επιτροπής. Παρ' όλα αυτά, η επιτροπή θα δικαιούται σε πρώτη φάση να ζητήσει, επί μέρους, διασαφηνίσεις από το Υπουργείο Παιδείας. Αν παρ’ όλα αυτά οι διασαφηνίσεις αυτές δεν είναι επαρκείς για να επιλύσουν τις διαφωνίες τότε η επιτροπή θα περνάει, ούτως ή άλλως, στην επόμενη φάση, δηλαδή όπως προανέφερα θα συντάσσει ένα βασικό ερμηνευτικό κείμενο, αυτό στο οποίο θα συμφωνεί η σχετική πλειοψηφία των 52 ειδικών και το οποίο δε θα περιέχει όμως καμία κρίση επί του νομοσχεδίου. Θα εκλαϊκεύει απλά το πνεύμα και τις προθέσεις του.

Έτσι θα μπορεί να συμβαίνει το εξής: ενώ κάποιο μέλος της επιτροπής, σαν άτομο, θα μπορούσε να διαφωνεί αντιδιαμετρικά με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ωστόσο εδώ θα είναι υποχρεωμένο απλά να κατανοήσει και να εξηγήσει με απλά λόγια τη θέληση της κυβέρνησης, αυτή και μόνον αυτή. Για παράδειγμα: «Σκοπός του νομοσχεδίου για την ίδρυση των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι ο εναρμονισμός της ελληνικής νομοθεσίας με το αντίστοιχο Κοινοτικό πλαίσιο κι επιπλέον να συμβάλλει στον γόνιμο ανταγωνισμό και, κατά συνέπεια, στην αναβάθμιση όλων των πανεπιστημίων, ακόμη και των κρατικών. Για να το πετύχουμε αυτό και μπλα-μπλα-μπλα». Κατόπιν η εκλαϊκευμένη πλέον ερμηνεία θα παίρνει την έγκριση του Υπουργείου και θα είναι έτοιμη προς διάθεση. Κι εδώ τελειώνει η πρώτη φάση.

Γελάει καλύτερα...

Στη επόμενη φάση τώρα – κι εδώ είναι το ζουμί – θα έχουν το δικαίωμα τα μέλη της επιτροπής των ειδικών, είτε ομόφωνα, είτε οποιουδήποτε πλήθους υποομάδα τους, είτε ακόμη και ατομικά – ένα μονάχα μέλος της! – να αναρτούν μαζί με το νομοσχέδιο και με τον ίδιο εκλαϊκευμένο τρόπο, τις δικές τους πεποιθήσεις σχετικά με αυτό, θετικές, αρνητικές ή οτιδήποτε άλλο! Το σημείο αυτό είναι φυσικά και το καθοριστικό της διαδικασίας, εφόσον εξασφαλίζει στον πολίτη την πληρέστερη και αντικειμενικότερη ενημέρωσή του. Κι αυτό γιατί θα μπορεί πλέον, ακόμη και το τελευταίο μέλος της επιτροπής, να έχει λόγο διαφωνίας και, βεβαίως, δυνατότητα ανάλυσης κι επιχειρηματολογίας. Ισότιμα, ελεύθερα και γιατί όχι και ανώνυμα. Τι στα κομμάτια ειδήμονες θα ήταν, αν δεν περιμέναμε από αυτούς ετούτο το κάτι παραπάνω; Στο τέλος κι αυτής της φάσης, το πλήρες ερμηνευτικό κείμενο, μαζί με τις κρίσεις και τις επικρίσεις, θα παρέχεται πια έτοιμο προς τους ψηφοφόρους, ώστε να μπορέσουν οι τελευταίοι να σχηματίσουν τη δική τους άποψη, λαμβάνοντας υπόψιν όσο είναι δυνατόν μία πληρέστερη εικόνα.

Όταν λοιπόν ο ψηφοφόρος θα καλείται να αποφασίσει, θα έχει τις εξής επιλογές: ΝΑΙ – συμφωνώ με το νομοσχέδιο, ΟΧΙ – το απορρίπτω. Στη δεύτερη περίπτωση θα μπορούσε προαιρετικά (ή υποχρεωτικά) να του παρέχεται η δυνατότητα να επιλέξει και την αντίστοιχη αντίρρηση της επιτροπής, η οποία τον έκανε να απορρίψει το νομοσχέδιο. Για παράδειγμα, το ψηφοδέλτιο θα μπορούσε να έχει ως εξής:

--- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- ---

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ
ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

[ ] ΝΑΙ – Συμφωνώ
[ ] ΟΧΙ – Διαφωνώ

ΛΟΓΟΙ ΔΙΑΦΩΝΙΑΣ

[ ] Είναι αντισυνταγματικό.
[ ] Θα οδηγήσει στην υποβάθμιση των κρατικών πανεπιστημίων.
[ ] Ποσοστό του ελληνικού χρήματος θα διαρρέει προς το εξωτερικό.
[ ] Άλλοι λόγοι, κλπ.

--- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- ---

Φυσικά, σε περίπτωση διαφωνίας θα μπορούσε κανείς να συμπληρώσει περισσότερες της μίας επιλογές. Στη συνέχεια κι εφόσον το νομοσχέδιο δε θα έχει χαρεί τελικά την αποδοχή του 50% τουλάχιστον των ψηφοφόρων, η κυβέρνηση θα υποτάσσεται στην οριστική πια λαϊκή απόφαση (δηλαδή, οι αντιπρόσωποι στους εντολοδόχους τους, όπως και η λογική επιτάσσει). Ο νόμος θα αποσύρεται ή θα επαναπροσδιορίζεται. Σε αυτό το τελευταίο, θα βοηθούσε αν οι πολίτες προσδιόριζαν όντως στο ψηφοδέλτιο και τους λόγους της διαφωνίας τους. Θα μπορούσαν οι πολίτες, έμμεσα, να υποχρεωθούν σε αυτό, καθιστώντας έγκυρες από τις αρνητικές ψήφους μόνον όσες έφεραν συμπληρωμένο και έναν τουλάχιστον λόγο άρνησης. Τότε, θα μπορούσαν να καταμετρούνται ξεχωριστά οι διάφοροι λόγοι διαφωνίας κι από αυτούς να λαμβάνονται υπόψιν, εκείνοι που καλύπτουν τουλάχιστον ένα ποσοστό των ψήφων των διαφωνούντων (πχ. το 50%).

Αν, δηλαδή, από όσους απάντησαν «όχι» στο ψηφοδέλτιο, το 50% θεωρεί πως αρνήθηκαν το νομοσχέδιο γιατί είναι πχ. αντισυνταγματικό τότε η «αντισυνταγματικότητα» θα θεωρείται επίμαχο «κατά μείζονα λόγο» σημείο. Στην περίπτωση αυτή αν η κυβέρνηση δεν καταφέρει να εναρμονίσει το νομοσχέδιο με το Σύνταγμα (και όχι το αντίθετο! :–) το νομοσχέδιο θα αποσύρεται, διαφορετικά θα διορθώνεται με γνώμονα τη λαϊκή βούληση και θα επανα-προτείνεται προς δημοψήφισμα. Στο σημείο αυτό και προκειμένου να αποφύγουμε επανειλημμένα, χρονοβόρα κι επιζήμια δημοψηφίσματα, θα μπορούσαμε ίσως να δώσουμε στις ερμηνευτικές επιτροπές τη δικαιοδοσία να απορρίπτουν ένα επανα-προτεινόμενο, «διορθωμένο» νομοσχέδιο, αν η απόλυτη πλειοψηφία της θεωρεί πως η «διόρθωση» δεν αφορά στο πνεύμα του νόμου, αλλά στο γράμμα (πχ. το υπουργείο απλά επαναδιατύπωσε δυο–τρεις φράσεις με άλλα λόγια, μα το νόημα παραμένει το ίδιο).

[Συνέχεια...]

Πολιτική χωρίς Πολίτες... (Μέρος 5ο)

Προτού εξετάσουμε αν ο λαός είναι αρκετά έτοιμος ή ώριμος, ώστε να του αναθέσουμε την ευθύνη περισσότερων δημοψηφισμάτων, μπορούμε ισοδύναμα να μεταθέσουμε το ερώτημα: είναι οι πολιτικοί, στους οποίους εναποθέτουμε την εμπιστοσύνη μας, αρκετά έτοιμοι ή ώριμοι για το έργο που καλούνται να επιτελέσουν; Γιατί, αν το εξετάσουμε ψύχραιμα, ένα από τα παρακάτω δύο μπορεί να συμβαίνει: είτε ο λαός είναι ανίκανος να ψηφίσει με ωριμότητα, συνεπώς είναι επίσης ανίκανος να ψηφίσει και τους καταλληλότερους αντιπροσώπους του, άρα οι τελευταίοι δεν είναι απαραίτητα οι ικανότεροι, είτε ο λαός είναι ικανός και συνεπώς ικανοί είναι και εκείνοι που τον κυβερνούν. Συνεκδοχικά, όμως, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι αν ένας λαός μπορεί ν’ αποφασίζει ώριμα για τους αντιπροσώπους του, τότε θα μπορεί να κάνει το ίδιο για πολύ περισσότερα ζητήματα (στο βαθμό βεβαίως που του παρέχεται η σωστή πληροφόρηση). Αν δεχτούμε την πρώτη περίπτωση (πως δηλαδή ο λαός δεν είναι επαρκής), ακυρώνουμε το δημοκρατικό πολίτευμα και κάπου εδώ λαμβάνει τέλος και η κουβέντα μας. Υποθέτω πως οι περισσότεροι ασπαζόμαστε τη δεύτερη επιλογή. Προσωπικά, τη δέχομαι, όχι απαραίτητα γιατί είναι ορθότερη με απόλυτους όρους, αλλά γιατί μου προκαλούν απέχθεια οι περισσότερες εναλλακτικές.

Άνθρωπο ζητώ...

Ας προσεγγίσουμε λίγο διαφορετικά τώρα το ζήτημα. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι οι άνθρωποι που επιλέγουμε να μας κυβερνήσουν – δε μπορεί – θα πρέπει να διακρίνονται από κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες ή γνώσεις, ώστε να έχουν το θάρρος / θράσος να αναλαμβάνουν ένα τόσο δύσκολο έργο. Με τα προηγούμενα δεν εννοώ, απαραίτητα σπουδές και πτυχία. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να πρόκειται για απλό πάθος ή ζήλο να υπηρετήσει κανείς τα κοινά. Ούτως ή άλλως, αν δεν απατώμαι κι εκτός εξαιρέσεων, οποιοσδήποτε Έλλην πολίτης έχει το δικαίωμα να πολιτευθεί. Η επιχειρηματολογία μας έχει φέρει σε ένα επικίνδυνο σημείο, καθώς αρχίζουν να κατακλύζουν τη σκέψη μας έννοιες, όπως: τιμιότητα, σοβαρότητα, ωριμότητα, αξιοπρέπεια, ειλικρίνεια, συνέπεια, ακεραιότητα, οξύνοια, ενεργητικότητα, δυναμισμός, πρωτοβουλία, αμεσότητα, κύρος, ήθος, ευφράδεια, κλπ. Όρεξη να έχει κανείς και λεξικό, αν φυσικά προλάβει από τα... γέλια!

Ας μη γινόμαστε, όμως, σκληροί και άδικοι. Δύσκολα θα μπορούσε να βρει κανείς, πάνω σ’ ολόκληρο τον πλανήτη, έστω κι έναν άνθρωπο που να πληροί και μόνο ποσοστό των παραπάνω. Τέλος πάντων, στο βαθμό που γνωρίζουμε τον εαυτό μας, γνωρίζουμε και μια πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Κι έτσι κατανοούμε πόσο δύσκολο είναι να αναζητούμε τέτοια ιδανικά στον οποιονδήποτε, πόσο μάλλον στους ανθρώπους που γλείφουν και γλείφονται από την εξουσία. Πρέπον είναι να προσαρμόσουμε λίγο τη λογική μας, στην πραγματικότητα. Ας ξεχάσουμε, λοιπόν, τα περί «δημοσίων λειτουργημάτων» και τα περί ιδανικών κι ας υποθέσουμε πως οι πολιτικοί δεν είναι – οι καημένοι – τίποτε περισσότερο παρά απλοί επαγγελματίες, όπως όλοι μας. Να τους κρίνουμε όπως τους πρέπει, δηλαδή αν πρόκειται για σωστούς επαγγελματίες ή όχι. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε τα εξής: (α) αν εξηγούν σωστά στον πελάτη τη δουλειά που πρόκειται να κάνουν, (β) αν προειδοποιούν σωστά τον πελάτη για το τίμημα της εργασίας τους και (γ) αν, τελικά, κάνουν τη δουλειά τους καλά. Αν απαντήσατε καταφατικά, έστω και σε ένα από τα προηγούμενα, σας παρακαλώ να μου εξηγήσετε κι εμένα!

Το μη χείρον βέλτιστον...

Να τελειώνουμε. Οι πολιτικοί είναι το ίδιο άνθρωποι και το ίδιο αδαείς με τον τελευταίο γύφτο στη λαϊκή (και δεν το λέω αυτό υποτιμητικά – ζητώ ωστόσο συγγνώμη από τους γύφτους αν βρίσκουν εκείνοι τη σύγκριση υποτιμητική). Αν δεχτούμε ότι – για διάφορους λόγους – η εικόνα που βγάζουν οι πολιτικοί, προς τα έξω, είναι γι’ αυτούς σημαντική, άρα συνειδητή και (ίσως) προμελετημένη, τότε δικαιούμαστε – σε κάποιο βαθμό – να τη χρησιμοποιήσουμε σαν μέτρο της προσωπικότητάς τους.

Τα συμπεράσματα: αρκετοί από αυτούς δείχνουν να είναι απλώς παν–ηλίθιοι και οκνηροί, αν όχι επίσης οχληροί, λαϊκιστές και άξεστοι. Οι περισσότεροι, πάντως, άγνωστοι και αδιάφοροι. Μένουν οι υπόλοιποι, το κλασικό είδος (σε διάφορες αναλογίες): κληρονόμοι επωνύμων με ειδικό βάρος, άνθρωποι εξαιρετικά εύστροφοι ή ακόμη και πονηροί, κοινωνικά ευφυείς, με πλατιά χαμόγελα, πληθωρικές χειρονομίες και επαρκείς ικανότητες χειρισμού του λόγου και των εννοιών. Βέβαια, τα ταλέντα τους δεν είναι απαραίτητα έμφυτα, παρά καλλιεργούνται (επιτυχώς ή όχι) δια της τριβής και δια της μιμήσεως. Κι ωστόσο εκόντες–άκοντες, παρ' όλες τις ικανότητές τους αυτές, παρότι καταφέρνουν να συντάσσουν φράσεις πομπώδεις και γραμματικά αψεγάδιαστες – μάλιστα στον ελάχιστο χρόνο μιας άμεσης ανταπάντησης – «αδυνατούν» να συντάξουν οτιδήποτε με νοηματικό περιεχόμενο. «Αδυνατούν» να συγκροτήσουν ένα υποτυπώδες ορθολογικό επιχείρημα, μια απλή λογική συνεπαγωγή με αιτία και αιτιατό. Αναλώνονται σε αψιμαχίες και αντιλογίες κενές οποιασδήποτε ουσίας, οι οποίες υπό ευνοϊκές συνθήκες θα έτειναν στην αιωνιότητα. Ανασκαλεύουν τα σαπισμένα αποφάγια και τα λέσια του παρελθόντος, όχι φυσικά σα λίπασμα για να φυτέψουν οτιδήποτε νέο ∙ αυτή απλά είναι η τροφή τους. Φτάνουν ν’ ακυρώσουν μέχρι και τους... εαυτούς τους, προκειμένου ν’ αρπάξουν έστω και μια ψήφο παραπάνω.

Η εικόνα που τελικά προβάλουν είναι εκείνη μιας ανίας στα όρια της απέχθειας και του εμέτου. Θα μπορούσες την επόμενη μέρα να δεις τα κουφάρια τους να κρέμονται στην πλατεία Συντάγματος κι από τη μια να λυπάσαι – κρίμα ήταν, άνθρωποι κι αυτοί – μ’ από την άλλη πάλι να αισθάνεσαι τον ήλιο φωτεινότερο, ν’ αντανακλά πάνω στα τζάμια της άδειας Βουλής. Το λάθος της αυτοκριτικής τους είναι πως νομίζουν ότι απλά μας κούρασαν ή μας εξόργισαν. Η πραγματικότητα λειτουργεί υπερθετικά: πολλοί από εμάς θα δεχόμασταν ευχαρίστως να τους δούμε να πονούν, να πονούν με πόνο σωματικό, να κλαίνε, να πεινούν, να πένονται, να παρακαλούν, να ξεφτιλίζονται. Εδώ, φυσικά, το επιχείρημά μου δεν βλασταίνει πάνω στον ορθό λόγο μα στο θυμικό. Ακόμη κι έτσι, ανώτερα μιλώ από την αερολογία.

Κοίτα μαμά, μπορώ και χωρίς τα γυαλιά μου!

Το θέμα, τελικά, δεν είναι από πόσες και ποιες ικανότητες διακατέχονται οι πολιτικοί μας, αλλά στην υπηρεσία ποιων στόχων τις θέτουν. Κι εκεί αποτυγχάνουν, αναφανδόν που λέμε. Μήπως, τώρα, οι γνώσεις τους πάνω σε διάφορα εξειδικευμένα ζητήματα τους καθιστούν καταλληλότερους για τις θέσεις, τις οποίες καταλαμβάνουν; Θεωρώ πως όχι. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, τι μπορεί να έχει σπουδάσει ένας πολιτικός; πολιτικές επιστήμες; οικονομικά; νομικά; Αρκούν αυτά όταν ο ίδιος άνθρωπος αναλαμβάνει τη μια χρονιά το ένα υπουργείο και την άλλη χρονιά κάποιο άλλο; Πόσες γνώσεις έχει πια ή πότε προλαβαίνει να αποκτήσει τη νέα του εξειδίκευση, μεταξύ των διαβουλεύσεων, των καναλιών, των ταξιδιών και των δεξιώσεων; Αυτό που συμβαίνει, φυσικά, είναι πως ο κάθε υπουργός περιβάλλεται από μια ομάδα συμβούλων και είναι εκείνοι οι οποίοι κατέχουν την ειδική γνώση, αναλύουν κι ενημερώνουν. Υποθέτω πως δεν είναι ο υπουργός, αυτός ο ίδιος, που νομοθετεί άμεσα, παρά ένα κάποιο νομικό επιτελείο του υπουργείου του (φυσικά, εδώ υπονοώ μια κάποια αλληλεπίδραση).

Ο ρόλος του εκάστοτε υπουργού είναι να έχει όση γνώση του χρειάζεται και, κατόπιν, εκείνο που όλοι περιμένουμε από αυτόν είναι να διαχειρίζεται, να οργανώνει, να παίρνει αποφάσεις ∙ ν' αφουγκράζεται την κοινή γνώμη και τις ανάγκες και να ξεδιακρίνει τις λύσεις από τις δυνατότητες. Είναι ο άνθρωπος που, τέλος πάντων, βάζει την υπογραφή του κι αναλαμβάνει την ευθύνη. Κι έπειτα, δε χρειάζεται κάτι περισσότερο: λίγη ευφυΐα, κανά πτυχίο, όρεξη για δουλειά και η τροφοδότηση με τις απαραίτητες πληροφορίες. Όλα αυτά όμως δεν είναι χαρακτηριστικά, που δε θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στο «μέσο Έλληνα» της εποχής μας: λίγη ευφυΐα την έχουμε όσο να ‘ναι, κανά πτυχίο λίγο–πολύ το κατέχουμε οι περισσότεροι (αν και δεν είναι στοιχείο εκ των «ων ουκ άνευ»), όσο για την όρεξη... τρώγοντας έρχεται κι εκείνη. Το μόνο στοιχείο, που χρειάζεται επιπλέον ένας λαός, για να υποκαταστήσει τον υποκαταστάτη του, δηλαδή τον οποιονδήποτε πολιτικό, είναι η έγκυρη και έγκαιρη πληροφόρηση.

Άμεση... αμέσως!

Καταλήγω: ο πολιτικός δεν είναι παρά ένας άνθρωπος, όπως όλοι μας, ο οποίος σύμφωνα με το γνωστό ρητό «it’s a dirty job, but somebody has to do it» αναλαμβάνει να «βγάλει το φίδι από την τρύπα», ώστε όλοι εμείς οι υπόλοιποι να μη φοβόμαστε για «φίδια». Κι ωστόσο, τα φίδια μας ζώσανε. Συνεχίζοντας μια παράδοση, προηγούμενων κοινωνιών, θεωρούμε αυτονόητο να εναποθέτουμε ΟΛΕΣ μας τις προσδοκίες στα χέρια τους, πρώτον γιατί θεωρούμε τους εαυτούς μας ίσως ανίκανους να το κάνουν και δεύτερον γιατί με τον τρόπο αυτό ξεκλέβουμε χρόνο για να ζήσουμε τις ζωές μας «καλύτερα». Δέχομαι εν μέρει το τελευταίο, όμως αρνούμαι ολωσδιόλου το πρώτο (με κάποιες βεβαίως προϋποθέσεις). Ψάχνω τη χρυσή τομή: δε είναι απαραίτητο να εναποθέσουμε όλες τις ελπίδες μας σε άλλους, παρά μόνον κάποιες! Είμαστε σε θέση να αποφασίζουμε και δικαιωματικά μας ανήκει (ίσως το Σύνταγμα, να αφήνει και θεσμικά το περιθώριο, δεν το έχω μελετήσει όλο) η δικαιοδοσία πάνω στα δικά μας συμφέροντα. Είναι αναγκαίο, ώστε να σπάσει ο φαύλος κύκλος της πολιτικής ασυδοσίας, να επιστραφεί στο λαό ένα κομμάτι (μικρό αρχικά) της δικής του εξουσίας, αυτής που ο ίδιος εναπόθεσε σε αντιπροσώπους για διάφορους λόγους. Είναι αναγκαίο, ένα μέρος των πλέον σημαντικών αποφάσεων να αφεθεί στα χέρια των ίδιων των Ελλήνων. Τις προϋποθέσεις θα τις εξετάσω σε άλλη ανάρτηση. Μιλάμε, λοιπόν, για μερικά δημοψηφίσματα το χρόνο. Ίσως δυο–τρία στην αρχή, περισσότερα στην πορεία, καθώς και θεσμικά θα διαμορφώνονται οι νέες συνθήκες.

Προτείνω: Το δημοψήφισμα, ως έκφραση άμεσης δημοκρατίας, είναι η βάση και το επιστέγασμα του δημοκρατικού πολιτεύματος. Στην πρώτη φάση, η πρότασή μου είναι να ξεχωρίσουμε ένα μικρό αριθμό δημοψηφισμάτων, ετησίως, τα οποία θα αφορούν στα σοβαρότερα ζητήματα. Η προσφυγή σε δημοψήφισμα, για τα ζητήματα αυτά, θα κατοχυρώνεται με νόμο (αν όχι από το ίδιο το Σύνταγμα) ο οποίος θα διασφαλίζει και το αδιαπραγμάτευτο των δημοψηφισμάτων, και όχι όπως ορίζει το υπάρχον Σύνταγμα, γελοιωδώς, στο άρθρο 44, παρ. 2 :

«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Δημοψήφισμα προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με διάταγμα και για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση των δύο πέμπτων του συνόλου και όπως ορίζουν ο Κανονισμός της Βουλής και νόμος για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. Δεν εισάγονται κατά την ίδια περίοδο της Βουλής περισσότερες από δύο προτάσεις δημοψηφίσματος για νομοσχέδιο».

Ούτε «απόλυτες πλειοψηφίες», ούτε «τρία πέμπτα» της Βουλής και κολοκύθια, τα οποία χειραγωγούν την έκφραση της λαϊκής εξουσίας. Μιλάμε για αυστηρώς ορισμένα και αδιαπραγμάτευτα δημοψηφίσματα, των οποίων η πραγμάτωση δε θα επαφίεται στην «καλή θέληση» του οποιουδήποτε δικαστικού, νομοθετικού ή εκτελεστικού νταβατζή. Για παράδειγμα: όχι μόνο η ψήφιση νέου Συντάγματος, αλλά και η αναθεώρησή του θα πρέπει να απαιτεί τη λαϊκή επικύρωση, με άμεση δημοκρατία και απόλυτη πλειοψηφία. Οι αντιπρόσωποι δεν θα έχουν καμία άλλη δουλειά, παρά να συντάσσουν και να παρουσιάζουν την πρόταση της αναθεώρησης. Εκεί ο ρόλος τους πρέπει να παύει.

Τεχνικά ζητήματα

Φυσικά, δεν είναι εφικτό ο λαός ο ίδιος να νομοθετεί άμεσα, δηλαδή να συντάσσει και να προτείνει νομοσχέδια. Επιπλέον, στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, οι περισσότεροι πιθανότατα αγνοούμε ή υποτιμούμε το ρόλο και τα γινάτια της διπλωματίας, στην εξομάλυνση των σχέσεων των κρατών και την αποφυγή ανώφελων προστριβών και συρράξεων. Φόβος είναι να παρασυρθούμε σε επικίνδυνες αποφάσεις. Τυφλωμένοι από πάθη εφήμερα, να προκαλέσουμε δεινά δυσανάλογα και μακροχρόνια. Ίσως, αυτό να είναι ένα τίμημα της άμεσης δημοκρατίας. Γι’ αυτό, επιμένω και τονίζω, πως η μετάβαση στα δημοψηφίσματα θα πρέπει να γίνει ομαλά και υπό προϋποθέσεις.

Τέλος πάντων, για τους παραπάνω λόγους (κι άλλους ίσως που αδυνατώ να σκεφτώ αυτή τη στιγμή), ο ρόλος των δημοψηφισμάτων θα πρέπει να είναι επικυρωτικός (ή ακυρωτικός) των νομοσχεδίων, που θα προτείνει το νομοθετικό όργανο, δηλαδή η Βουλή. Με τη λογική αυτή, θα πρότεινα να απαιτείται η απόλυτη λαϊκή πλειοψηφία, ώστε να επικυρώνονται ίσως μερικά από τα παρακάτω ζητήματα:

α. Ψήφιση νέου Συντάγματος.
β. Αναθεώρηση (οποιουδήποτε εύρους) του ήδη υπάρχοντος Συντάγματος.
γ. Ένταξη σε διεθνικούς οργανισμούς (πχ. Ευρωπαϊκή Ένωση, ΝΑΤΟ, κλπ.)
δ. Αναγνώριση άλλων κρατών ή ονομασιών αυτών.
ε. Κήρυξη πολέμου (πάντα αμυντικού). Πχ. δε μπορεί (δεδομένων χρονικών περιθωρίων) να επωμίζεται ένας οποιοσδήποτε Μεταξάς το πλέον βαρύ «όχι». Θέματα ζωής και θανάτου ενός ολόκληρου λαού, δίχως την έγκριση του τελευταίου, θεωρείται αδιανόητο.
στ. Διάθεση πολεμικού υλικού (αεροδρομίων, βάσεων, κλπ.) σε συμμάχους, ακόμη κι αν υπάρχει ήδη ρύθμιση από προηγούμενες συμφωνίες. Πχ. αν ο λαός έχει επικυρώσει τη συμμετοχή του σε κάποιον οργανισμό, όπως το ΝΑΤΟ, και η συμμετοχή αυτή δίνει το δικαίωμα σε κάποιο σύμμαχο να χρησιμοποιήσει ελληνικές βάσεις, όμως ο τελευταίος τις χρησιμοποιεί τελικά για δικό του συμφέρον και ρόλους άσχετους με τη συμμαχία.
ζ. Συμμετοχή του ελληνικού στρατού σε οποιαδήποτε πολεμική επιχείρηση, εκτός συνόρων, επίσης, ακόμη κι αν υπάρχει ήδη ρύθμιση από προηγούμενες συμφωνίες.
η. Διάθεση ασύλου σε λαθρομετανάστες.
θ. Ψήφιση νέου εκπαιδευτικού συστήματος.
ι. (Χαχα, εδώ θα γελάσουμε) Ψήφιση νόμων που αφορούν τα μισθολόγια των δημοσίων υπαλλήλων (ιδιαίτερα των ανώτερων και, φυσικά, των βουλευτών συμπεριλαμβανομένων).
ια. Θέματα περί βουλευτικής ασυλίας κι άλλα τέτοια ευτράπελα. Είναι ύποπτο οι αντιπρόσωποι να αποφασίζουν για τους εαυτούς τους!

Θα χαρώ, λοιπόν, να με βοηθήσετε να πλουτίσουμε τη λίστα αυτή ή, ακόμη, και να τη διορθώσουμε. Ίσως, μέσα στην άγνοιά μου, να έγραψα κάτι παντελώς άστοχο, νομίζοντάς το για εξυπνάδα.

Αμήν!

Κάπου εδώ ολοκληρώνεται η συνολική μου πρόταση / απαίτηση, ώστε να αποκατασταθεί ο ουσιαστικός ρόλος του πολίτη / ψηφοφόρου κι έτσι να προκληθεί μια επαναδραστηριοποίηση του εκλογικού σώματος. Θέλω να πιστεύω, πως με τις δύο προτάσεις αυτές, δηλαδή, την επιστροφή στην απλή αναλογική και την επίρρωση των δημοψηφισμάτων, αποδίδουμε ένα μέρος της ευθύνης και του ενθουσιασμού, πίσω στους πολίτες, και μάλιστα σε βαθμό που δε θα τους κάνει να δυσανασχετήσουν. Γιατί μήτε είναι δίκαιο να θεωρήσουν τα παραπάνω αλλαγή δίχως ουσία, οπότε να επιμείνουν στην αδιαφορία ή τα διλήμματά τους, μήτε όμως είναι πιθανό να τα θεωρήσουν ουτοπικά άρα αδύνατα και αδιάφορα, εφόσον αφορούν έννοιες γνωστές, απλές και δοκιμασμένες.

Επιμένω ότι, ακόμη κι αν διαφωνείτε με τα προηγούμενα, το ζήτημα είναι όχι να «πειστεί», αλλά να το νιώσει βαθιά μέσα του, ο κάθε πολίτης, ότι η ψήφος του έχει εξουσία πραγματική και όχι τυπική. Θεωρώ πως δίχως αυτή την προϋπόθεση δεν έχει και μεγάλη σημασία αν θα διαιωνίσουμε το δικομματισμό ή θα ισχυροποιήσουμε ένα μικρότερο κόμμα, παρά μόνον ίσως προσωρινή. Αυτό που πρέπει να σπάσει είναι ο φαύλος κύκλος μιας δίχως μέλλον αντιπροσώπευσης. Με αυτό τον απώτερο στόχο, πάντα δεδομένο, θα χαιρόμουν να κουβεντιάσω και εναλλακτικές προτάσεις, που – για να είμαστε ρεαλιστές – θ' αφορούν στην υπάρχουσα «Προεδρευομένη» Κοινοβουλευτική Δημοκρατία (ή παραλλαγή αυτής).

Στην επόμενη ανάρτηση, θα αφεθώ να εξετάσω ένα λίγο πιο «προκλητικό» μου όραμα, όσον αφορά στη διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων.

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

Πολιτική χωρίς Πολίτες... (Μέρος 4ο)

«Κάθε άλλο παρά ζώντας σε οπτασιακό κόσμο και κάθε άλλο παρά φανταζόμενοι τους ανθρώπους καλύτερους απ' ότι είναι, τους βλέπουμε τέτοιους που είναι τοι και γι' αυτό ίσα-ίσα βεβαιώνουμε πως ο καλύτερος απ' τους ανθρώπους απόγινε κακός ουσιαστικά με την άσκηση της εξουσίας και πως η θεωρία της "ισορρόπησης των εξουσιών" και του "ελέγχου των αρχών" είναι μια υποκριτική διατύπωση, φτιαγμένη από κείνους που κατακρατούνε την εξουσία για να κάνουν έτσι "τον κυρίαρχο λαό", που τον περιφρονούνε να πιστέψει πως τάχα μον' αυτός κυβερνάει» (Π. Κροπότκιν, "Αναρχία" (1896) - Εκδ. Ηριδανός, σελ. 84)«Αποδέχομαι ένθερμα το ρητό: "καλύτερη κυβέρνηση είναι αυτή που κυβερνά ελάχιστα" [ ... ] Υλοποιημένο, ισοδυναμεί τελικά με το εξής, το οποίο επίσης πιστεύω: "καλύτερη κυβέρνηση είναι αυτή που δεν κυβερνά καθόλου" και όταν οι άνθρωποι θα είναι έτοιμοι για κάτι τέτοιο, αυτό θα είναι το είδος της διακυβέρνησης που θα έχουν. [...] Αλλά για να μιλήσω πρακτικά και ως πολίτης [...] εγώ δεν ζητώ την κατάργηση της κυβέρνησης αμέσως, αλλά μία καλύτερη κυβέρνηση πάραυτα" (Χ. Ν. Θορώ, "Πολιτική Ανυπακοή" (1849) - Εκδ. Ερατώ, σελ. 19 & 23)

Μικρό παιδί σαν ήμουν και πήγαινα σχολείο, πήγαινα επίσης γαλλικά (ευτυχώς όχι και μπαλέτο). Μέσα σ’ όλα κάποια στιγμή μιλήσαμε και για τη Γαλλική Επανάσταση κι αν είναι κάτι που εξακολουθώ να θυμάμαι απ’ όλη αυτή την ιστορία, είναι ο διαχωρισμός των εξουσιών και η σημασία του (κάτι που είχε ήδη προτείνει ο Μοντεσκιέ, απ’ τις αρχές του αιώνα εκείνου). Αργότερα το κάναμε και στο σχολείο, όπου λέγαμε ακριβώς τα ίδια πράγματα. Όταν με το καλό, τα τελευταία χρόνια, ξεκίνησαν οι πολιτικές μου ανησυχίες, άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια. Κάτι δεν πήγαινε καλά σε όλα αυτά, που έβλεπα γύρω μου. Δυστυχώς, ξεφύλλιζοντας λίγο το Σύνταγμα ή ανατρέχοντας σε άρθρα του διαδικτύου, οι υποψίες μου επιβεβαιώθηκαν αναφανδόν. Έναν πολύ ενδιαφέροντα και χρήσιμο σύνδεσμο, για όλα αυτά, (αν υπάρχει ακόμη) θα βρείτε εδώ. Σας εγγυώμαι πως θα γελάσετε με την καρδιά σας!

Οφείλω, σε αυτό το σημείο, να είμαι ξεκάθαρος, ως προς κάτι: θεωρώ πως όλες οι πολιτικές κατακτήσεις μέχρι σήμερα και όλες οι δημοκρατικές «αξίες», τις οποίες συν–ασπαζόμαστε, δεν «αυτο–αξιώνονται». Με άλλα λόγια, δεν είναι καθαυτές αυτοσκοπός, ούτε δόγματα. Είναι συμβάσεις που εξυπηρετούν τις ιδέες μιας κοινωνίας και μιας εποχής, είναι δηλαδή ανοιχτά συμβόλαια. Άρα δέον είναι να μην γαντζωνόμαστε πάνω τους με δουλοπρέπεια κι ισχυρογνωμοσύνη, αλλά να τα συζητάμε, να τα κρίνουμε και να τα αναθεωρούμε, όταν ετούτο είναι επιτακτικό. Ο διαχωρισμός των εξουσιών δεν είναι, φυσικά, ο από μηχανής θεός που ήρθε και θεράπευσε την πολιτική σκηνή, εκεί μετά το Διαφωτισμό. Ήταν ένας τρόπος να απαγκιστρωθεί, επιτέλους, η κοινωνία απ’ την ιδέα της «απόλυτης» εξουσίας των βασιλέων και να μοιραστεί η πίτα της εξουσίας, ώστε να εξυπηρετεί καλύτερα τα ανθρώπινα. Σας παρακαλώ, να μη χαθούμε τώρα στα περί αστικής τάξης κι όλα τα σχετικά. Δεν αναζητώ ιστορικές αιτίες κι ούτε επιθυμώ να πλατειάσουμε τόσο. Ας παραμείνουμε στα πλαίσια της λογικής εξέτασης, με τα υπάρχοντα δεδομένα. Τελικά, ο διαχωρισμός των εξουσιών εξυπηρέτησε μια αναγκαιότητα υπαρκτή και, υπό μιαν έννοια, ήταν ένα βήμα μπροστά (τουλάχιστον για την εποχή του). Ίσως στο μέλλον, να απολαμβάνουμε τέτοιες πολιτικές οντότητες, ώστε οι σύγχρονες αξίες μας να φαντάζουν πρωτόγονες. Για το λόγο αυτό, παρέθεσα τα εισαγωγικά αποσπάσματα και δε θα διαφωνήσω ιδιαίτερα, αν με «κατηγορήσει» κανείς, ότι προσπαθώντας να βρω λύση στο Σύστημα με τους όρους του Συστήματος, απλά θα... φάω τα μούτρα μου. Αλλά προς το παρόν, το παρόν. Κατέστησα ξεκάθαρο, εξαρχής, ότι αυτό που γυρεύω είναι απλά ένα μικρό βηματάκι μπροστά και τίποτα παραπάνω.

Η βασιλεία πέθανε, ζήτω η ολιγαρχία!

Αφήνοντας λοιπόν τη δικαστική εξουσία κατά μέρος – η οποία είναι σαφέστερα διαχωρισμένη – και πιάνοντας τις άλλες δύο, δηλαδή τη νομοθετική και την εκτελεστική, θα διαπιστώσουμε ότι τελικά έχουμε «μπλέξει τα μπούτια μας». Για να μην μακρυγορήσω – μπορείτε κι οι ίδιοι να κάνετε μια μικρή αναζήτηση, περί του ζητήματος – το πράγμα είναι προφανές. Ο σημερινός κοινοβουλευτισμός είναι «Γιάννης κερνά, Γιάννης πίνει». Ακόμα κι αν η συνταγματολογική μελέτη μας αφήνει γεμάτους αμφιβολίες και αμφισημίες, η σημερινή πολιτική πραγματικότητα είναι ξεδιάντροπα προφανής. Με λόγια απλά: όταν η εκτελεστική εξουσία – δηλαδή η κυβέρνηση – κατέχει την πλειοψηφία του κοινοβουλίου και στο βαθμό που οι βουλευτές, στην πράξη, ψηφίζουν όχι κατά συνείδηση αλλά κομματικά, το αποτέλεσμα είναι η κυβέρνηση να περνάει όποιον νόμο της κάνει κέφι, άρα η εκτελεστική εξουσία μετατρέπεται αυτομάτως σε νομοθετική. Αν δε, ρίξετε και μια ματιά στο σύνδεσμο που πρότεινα πιο πάνω, θα διαπιστώσετε το γελοίο του πράγματος που συντελείται καθημερινά, σε όλη του την έκταση. Διαισθητικά, ίσως οι περισσότεροι από εμάς να είχαμε «ψυχανεμιστεί» πως κάτι στραβό είχε το κλήμα, αλλά αδυνατούσαμε να διακρίνουμε τις αντιφάσεις. Όσο θυμάμαι πάντως τον εαυτό μου, είναι αδύνατον να θυμηθώ κριτικές συζητήσεις επί του ζητήματος των εξουσιών σήμερα. Τα πάντα γίνονταν αξιωματικώς αποδεκτά, μέσα στην άγνοιά μας.

Με βάση λοιπόν τα προηγούμενα, η ευκολία με την οποία διαφημίζεται η υπερ–αξία μιας αυτοδύναμης κυβέρνησης καταλήγει να είναι εξαιρετικά ύποπτη. Δεν υπάρχει καμία συμβατική ηθική ή ιδεολογική βάση που να επικυρώνει την ανωτερότητα της αυτοδυναμίας, έναντι της συνεργασίας ή του συνασπισμού. Το ζητούμενο είναι πρώτον μια κυβέρνηση λειτουργούσα και δεύτερον – δεδομένου ότι είμαι της σχολής, όπου ο σκοπός ΔΕΝ αγιάζει τα μέσα – μια κυβέρνηση δημοκρατικά εκλεγμένη. Η αυτοδυναμία δεν είναι αυτοσκοπός, είναι απλά ένας από τους δυνατούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να λειτουργήσει ο κοινοβουλευτισμός. Άρα, καλό θα ήταν να μην παρουσιάζεται ως μονόδρομος ή πανάκεια.

Αν το τραβήξουμε ακόμη περισσότερο, κι αυτός ο ίδιος ο όρος «αυτοδυναμία» είναι ύποπτος, εξ’ ορισμού. Θυμίζει λίγο «παντοδυναμία» ε; Κάτι με ύφος «να μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε». Τι επιθυμεί, ουσιαστικά, εκείνος που ονειρεύεται την αυτοδυναμία; Στην πραγματικότητα, επιθυμεί κάτι πολύ απλό: λιγότερο έλεγχο «από», περισσότερη εξουσία «επί». Επιθυμεί, δηλαδή, ακριβώς τις ιδιότητες εκείνες, από τις οποίες το δημοκρατικό πολίτευμα προσπαθεί να μας προφυλάξει! Για σκεφτείτε το λιγάκι! Αναλογιστείτε, επίσης, και τον τρόπο με τον οποίο τα προαναφερθέντα κατάφεραν να γίνουν κτήμα των δύο «μεγάλων» κομμάτων, δηλαδή την πρόστυχη νομοθεσία περί ενισχυμένης αναλογικής και τα συναφή, και ξαφνικά το πάζλ ολοκληρώνεται. Πιαστήκαμε στη φάκα σαν αρούρια. Κι ακόμα χειρότερα, δεν υπήρχε καν τυράκι. Αυτοδύναμη κυβέρνηση, λοιπόν, σημαίνει «εγώ αποφασίζω», «εγώ νομοθετώ», «εγώ εκτελώ», «εγώ τα πάντα όλα». Σημαίνει συγκέντρωση των εξουσιών σε αυτούς ακριβώς που δεν πρέπει, ακυρώντοντας έτσι την κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση και υποβιβάζοντάς τη σε ρόλο γραφικό, όμοια με του καημένου του Προέδρου μας.

(Παρένθεση. Έτυχε σήμερα που γράφω, να λάβει χώρα και η συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, όσον αφορά στο ζήτημα πρόωρων εκλογών. Το θέαμα ήταν ειρωνικά τραγικό. Ο διάλογος διασκευασμένος και πέρνω την ευθύνη: Καραμανλής: «Αποφασίσαμε να πάμε σε πρόωρες εκλογές», Παπούλιας «Ε άμα τ’ αποφασίσατε! Σε καλό να μας βγει μόνο». Αυτός είναι ο ρόλος του Έλληνα Προέδρου σήμερα. Και κατά ‘κει τείνει – αν δεν έχει ήδη φτάσει – και ο ρόλος του κοινοβουλίου, μόνο που στο τελευταίο γίνεται περισσότερη φασαρία).

Ααα, τα σύκα σύκα...

Μην είμαι άδικος, όμως. Λένε πως η αυτοδύναμη κυβέρνηση είναι απαραίτητη γι’ αυτόν τον κατακαημένο τόπο, γιατί οι καιροί είναι δύσκολοι και επιβάλλουν πολιτική σταθερότητα, αν θέλουμε φυσικά να επιβιώσουμε και να δούμε καλύτερες μέρες. Βεβαίως, δεν έχει υπάρξει χρονιά, από τη μέρα που έμαθα να μιλάω και να καταλαβαίνω, που να μην άκουσα πως η χρονιά θα ήταν δύσκολη, για τον άλφα ή βήτα λόγο. Η Ελλάδα είναι μονίμως σε κρίση. Απ’ την εποχή της μετ–επανάστατικής Ελλάδας, κιόλας, διαβάζουμε τα ίδια και τα ίδια στα διάφορα ιστορικά αφιερώματα. Αλλά έστω ότι συμφωνώ, πως ναι, αν είχαμε μια κυβέρνση «επαυξημένων δυνατοτήτων» οι αποφάσεις και οι δράσεις θα ήταν ταχύτερες και καίριες. Δεν το έχουμε δει, φυσικά, να γίνεται αυτό, όσα χρόνια εφαρμόζεται ο νέος εκλογικός νόμος, αλλά όπως είπαμε «έστω». Αυτό που αρνούμαι, σε κάθε περίπτωση, είναι πως οι επιθυμίες μας, οι στόχοι μας, δικαιώνουν τις δράσεις και τα μέσα μας. Αυτό που αρνούμαι είναι πως υπήρχε επιτακτική ανάγκη να ψηφιστεί νέος εκλογικός νόμος, προκειμένου να επιτευχθεί η φιλοδοξία ή το όραμα του οποιουδήποτε. Ας ήταν μάγκες, να επιτύγχαναν την πολυπόθητη αυτοδυναμία με την απλή αναλογική. Ας ήταν μάγκες, να μάθαιναν να το βουλώνουν και να συνεργάζονται. Ας ήταν μάγκες, να έβγαζαν τα δύο δάχτυλα, από τα πέντε, μέσα απ’ τις τσέπες μας και τ’ άλλα δύο να τα διέθεταν εκεί που έπρεπε (κι ας εξακολουθούσαν να γλείφουν απ’ το πέμπτο – αλλά έγιναν άπληστοι).

Έγινε, συνεπώς, ξεκάθαρο ότι «αυτοδυναμία» σημαίνει το καρπούζι και το μαχαίρι, να το κρατάει ένας μοναχός του. Σημαίνει ξεδιάντροπη συγκέντρωση και της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας, σε ένα μονάχα κόμμα. Έγινε, επίσης, κατανοητό ότι αντί να βάνουν μυαλό οι «μεγάλες δύναμες» της χώρας μας και να συνεργαστούν, άλλαξαν απλά τους νόμους για να κατοχυρώσουν την ασυδοσία τους. Κι όλα αυτά ερήμην μας και, φυσικά, πάνω στις δικές μας πλάτες. Κατέστη ξεκάθαρο πως όταν η αυτοδυναμία γίνεται αυτοσκοπός κι επιδιώκεται με κάθε μέσο, τότε κάνουμε ένα βήμα μακρύτερα από τη δημοκρατία και πλησιέστερα στην ολιγαρχία. Όταν τα κόμματα αδυνατούν να συγκεντρώσουν επαρκή πλειοψηφία για να αναλάβουν την εξουσία – μέσω πάντα απλής αναλογικής – αυτό δεν είναι απλά μια «κακιά στιγμή», μια «ατυχής συγκυρία» ή δεν ξέρω ‘γω τι άλλο. Δεν είναι παρά, ξεκάθαρα, η έκφραση της λαϊκής βούλησης, όπως την απαιτεί και τη διακηρύττει το δημοκρατικό μας πολίτευμα. Αν δε σε ικανοποιεί η γνώμη του λαού υπάρχουν μόνον δύο δρόμοι δημοκρατικοί: ή αλλάζεις ο ίδιος ή αλλάζει ο λαός (με το διάλογο, με την πειθώ, τα γνωστά). ΔΕΝ αλλάζεις το εκλογικό σύστημα, αποκλείοντας τη γνώμη του λαού ή αλλοιώνοντάς την! Αυτό είναι ανήθικο πρώτα και αντιδημοκρατικό κατόπιν.

Τζιζ κακό!

Η πολιτική σταθερότητα, κατά μια έννοια, είναι καλό πράγμα. Αλλά με ποιο τίμημα, είμαστε διατεθειμένοι να τη διατηρήσουμε; Τα χειρότερα πολιτικά εγκλήματα είχαν πάντα τις αγαθότερες προθέσεις, το «καλό» μας. Βήμα το βήμα, ξεπουλάμε τη δημοκρατία μας για κάτι άλλο, που δεν ξέρω πού θα καταλήξει. Αν κάποιος φτάνει σε αδιέξοδο είναι σοφότερο να κάνει μερικά βήματα πίσω και να επιλέξει άλλη οδό, παρά να κοπανάει το κεφάλι του στον τοίχο αρνούμενος, από εγωισμό, να παραδεχτεί τη θέση του. Η πολιτική αστάθεια, από την άλλη, φυσικά και δεν είναι καλό πράγμα. Αναρωτήθηκε όμως κανείς, μήπως η αστάθεια αυτή είναι, αναπόφευκτα, συστατικό στοιχείο μιας δικαιότερης αντιπροσώπευσης; μήπως δεν είναι παρά το τίμημα της δημοκρατίας, ενός πολιτεύματος του οποίου ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά είναι η διαρκής πάλη με τον εαυτό του; Αναρωτήθηκε κανείς μήπως η πολιτική αστάθεια παρουσιάζεται ως δεινό - όπως ο κακός πυρετός, παρότι πρόκειται για μηχανισμό ίασης - προκειμένου να επιτευχθεί αποτελεσματικότερα η καταστρατήγηση της λαϊκής βούλησης; Η ακυβερνησία είναι πράγματι μια δυσμενής κατάσταση. Η έλλειψη αυτοδυναμίας, όμως, δε συνεπάγεται απαραίτητα ακυβερνησία ή πολιτική αστάθεια, παρά μόνο στο βαθμό που οι έλληνες πολιτικάντηδες μας το παρουσιάζουν ως τέτοιο, αρνούμενοι (εξ' επίτηδες, που λέμε) οποιαδήποτε συνεργασία. Όμως το «δεινό» ετούτο - δηλαδή της αυτο... αδυναμίας - εμπεριέχει μήνυμα σαφές και ρητό. Σημαίνει πώς κάτι χρειάζεται ν’ αλλάξει, κάτι πάει στραβά. Κι είναι το μήνυμα – δηλαδή η συγκερασμένη γνώμη του λαού – ισοδύναμο με τον αποστολέα του. Αν ακυρώσεις το μήνυμα, ακυρώνεις και τον αποστολέα, αναπόφευκτα. Αλλά όπως λέει κι ο λαός «άμα δεν έχεις νύχια να ξυστείς...». Άρα, λοιπόν, το λιγότερο που θα έπρεπε να ζητάμε, καταρχήν, είναι τα νύχια μας πίσω.

Η συναθροισμένη άποψη αμέτρητων πνευμάτων, καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας και του πολιτισμού μας, τείνει προς τη διαπίστωση πως η εξουσία διαφθείρει. Αυτό δε γιατρεύεται. Μόνο το όραμα του αναρχισμού, δίνει μια κάποιαν ελπίδα. Αλλά αυτό είναι μακριά, για μένα. Αν ο νομοθέτης αδυνατεί, αν ο νομοθέτης είναι ανεπαρκής, τότε προτείνω ένα μέρος της νομοθετικής εξουσίας, να περάσει σιγά–σιγά πίσω στα χέρια εκείνων που δικαιωματικά τους ανήκει: στο λαό. Φτάνουν οι εκλογές κάθε «τέσσερα» χρόνια. Ας αρχίσει μια νέα εποχή, όπου η λαϊκή βούληση θα εκφράζεται κάθε χρόνο, πέντε φορές το χρόνο, δέκα φορές το χρόνο! Αλλά για τα δημοψηφίσματα στο 5ο και τελευταίο άρθρο.

[Μέρος 5ο]

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Πολιτική χωρίς Πολίτες... (Μέρος 3ο)

«Και λέω πως είναι φανερό ότι δημοκρατικό βέβαια είναι το να είναι κληρωτές οι αρχές, αλλά αιρετές ολιγαρχικό … » (Αριστοτέλης - Πολ. Δ, 1294β 7-9).

Δεν έχω σκοπό να αναλωθεί ο λόγος μου σε μια εκτενή επιχειρηματολογία επιμέρους νομικών, ρυθμιστικών και λειτουργικών ζητημάτων. Εκτός που μπορεί καθείς να λέει τα πράγματα, κατά πώς τον συμφέρει, το λιγότερο που μπορούμε να πάθουμε είναι να χαθούμε σ’ ένα δαιδαλώδη λαβύρινθο αντιπαραθέσεων, δίχως καν μίτο. Κι έτσι πρέπει ν’ αποφασίσουμε το μίτο μας. Αν θα είναι ένας απλός σπάγκος, φτιαγμένος για κάθε βαλάντιο, ή θα ‘ναι σπάγκος μεταξωτός για επιδέξιους κώλους. Για να υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, οι οποίοι αντί να αναζητούν βελτιώσεις της – ατελούς έστω – απλής αναλογικής προς το καλύτερο, επιμένουν να υπερασπίζονται την υπάρχουσα κατάρα, μάλλον κι οι ίδιοι δεν έχουν ακόμη αποφασίσει αν το πολίτευμα που γυρεύουν θέλουν να λέγεται δημοκρατικό ή κάτι άλλο, που ούτε αυτοί ξέρουν.

Το ζήτημα είναι καθαρά δεοντολογικό. Μπορεί να ονομάζεται δίκαιη, αντιπροσωπευτική δημοκρατία ένα σύστημα, που δίχως την παραμικρή ηθική αξίωση, χωρίς αιδώ, αυξάνει τον πήχη στο 3% σαν να ήταν το κοινοβούλιο το ιδιωτικό κολέγιο των δυνατότερων; που υπεξαίρει 40 έδρες από τους νόμιμους δικαιούχους τους, δηλαδή το λαό, για να πριμοδοτήσει τον ανάξιο να τις κερδίσει; ή που απαξιώνει τη λευκή ψήφο, την εξισώνει με λευκή επιταγή, ωσάν να μην περιέκλειε μήνυμα πολυσήμαντο και βαρυσήμαντο; Λευκό, φυσικά, δε σημαίνει πως κάποιος δεν έχει άποψη. Θα μπορούσε εδώ, ίσως, να γίνει κάποιος διαχωρισμός, αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα ∙ η λευκή ψήφος είναι ένα ολόκληρο κεφάλαιο από μόνη της.

Απλή αναλογική: και απλή και (ανα)λογική!

Λένε λοιπόν – ενοχλητικά αβασάνιστα κατά τη γνώμη μου – πως ούτε η απλή αναλογική επιτυγχάνει την απόλυτη, την τέλεια αντιπροσώπευση, άρα δεν μπορεί να έχει παραπάνω αξιώσεις δικαιοσύνης απ’ το παρόν ενισχυμένο τερατούργημα. Αλλά εδώ, το επιχείρημα είναι παιδαριωδώς αίολο, παίζοντας με όρους άσπρου–μαύρου, ισοπεδώνει όλες τις ενδιάμεσες διαβαθμίσεις. Ή όλα ή τίποτα. Αν δε μπορούμε να έχουμε την «τέλεια» αντιπροσώπευση, οτιδήποτε άλλο δεν μας κάνει καμιά διαφορά! Άρα πού ν’ αλλάζουμε τώρα, βρε αδερφέ; Θα μπορούσαμε mutatis mutandis (χα χα, έμαθα ένα λατινικό κι εγώ!), με την ίδια ελαφρότητα, να θεωρήσουμε πως εφόσον ένα φάρμακο δεν είναι πανάκεια, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να το παρασκευάσουμε, ας αρκεστούμε στα ματζούνια του μάγου της φυλής. Λένε ακόμη πως είτε σε τέσσερα, είτε σ’ εφτά, είτε σε δέκα κόμματα να ήταν μοιρασμένες οι έδρες, καμιά διαφορά δε θα καταφέρναμε να δούμε στον πολιτικό μας βίο. Τέτοιοι τύποι, είναι ακόμη δυνατόν να μας αναφέρουν και ιστορικά παραδείγματα, από προηγούμενες δεκαετίες, για να στηρίξουν τις θέσεις του. Εντυπωσιακό! Όχι μόνο οι γνώσεις και η εμβρίθειά τους, αλλά και η αυταπάτη τους: θεωρούν τους εαυτούς τους δημοκράτες!

Ας τους απαντήσουμε λοιπόν πως ναι, έχει και μάλιστα τεράστια δεοντολογική σημασία, σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα αντιπροσώπων, η μέγιστη δυνατή... αντιπροσώπευση! Τι στα κομμάτια, μόνο σε μένα φαίνεται αυτονόητο; Πέντε κόμματα είναι, σαφώς, καλύτερη αντιπροσώπευση από τέσσερα και δεν υπάρχει τρόπος να αντιπαρατεθεί κανείς σε αυτό, γιατί πρόκειται για βάση αξιωματική του πολιτεύματός μας. Εννοείται πως στην Ελλάδα μεγάλωσα κι εγώ. Ίσως βαθιά μέσα μου κι ο ίδιος, να πιστεύω πως και με δεκαπέντε κόμματα προκοπή δε θα δούμε. (Ίσως μάλιστα να πιστεύω, ότι ακόμη και αυτό το ίδιο το πολίτευμά μας δεν επαρκεί πλέον για τις σύγχρονες κοινωνίες μας. Αλλά δεν γράφω εδώ, ούτε για να καταστρέψω, ούτε για να ισοπεδώσω. Μιλάω γι’ αυτό που έχουμε στα χέρια μας. Το φροντίζουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο;). Όμως η λογική μου άλλα επιτάσσει, από τη μεμψιμοιρία και την παραίτηση. Μην αντιδικούμε ανούσια: μεγαλύτερη αντιπροσώπευση ίσον δικαιότερη αντιπροσώπευση. Το απόλυτο δεν είναι παρά μια ουτοπία κι ο μόνος του ρόλος σε μια πολιτική κουβέντα, δεν είναι παρά η εκ του πονηρού προσπάθεια ν’ αποδυναμωθεί η αντίπαλη επιχειρηματολογία. Απόλυτη αντιπροσώπευση θα σήμαινε ο καθένας να είναι αντιπρόσωπος του εαυτού του. Εδώ φτάσαμε πια στον αναρχισμό, δεν υπάρχει χώρος γι’ αυτό στο «εδώ και σήμερα».

Να μιλήσουν λίγο κι οι αριθμοί: καταρχήν, το όριο του 3% της ενισχυμένης αναλογικής δείχνει πρόθεση, σχεδιασμό, αποβλεπτικότητα, τελικά δείχνει απλά συμφέρον και κουτοπονηριά. Το όριο του 0,33% της απλής αναλογικής δείχνει απλά τα μαθηματικά όρια μιας δημοκρατίας 300 αντιπροσώπων, άρα παραμένει ουδέτερο ηθικά και δεν προκαλεί, σε καμία, περίπτωση το κοινό αίσθημα. (Απλά υπενθυμίζω εδώ, για την απλή αναλογική, αν οι 300 έδρες είναι ποσοστό 100% τότε για 1 έδρα χρειάζεται κανείς 100 : 300 = 0,33%). Τι να κάνουμε γι’ αυτό; Ας είχαμε 400 έδρες, τότε θα χρειαζόταν μόνο το 0,25%. Για 500 ακόμη λιγότερο κι ούτω καθεξής. Το 100 είναι λίγο, το 1000 πάλι πολύ. Τέρμα, όμως, με την παραφιλολογία. Και ο αμαθέστερος ποιμένας μπορεί να καταλάβει καλά, πού τελειώνουν οι αριθμοί και πού ξεκινά η κοροϊδία κι η απάτη. Προς το παρόν, οι έδρες μας είναι 300. Ας κουβεντιάζουμε λοιπόν με αυτό.

Το θέμα είναι βαθύτερο κι είναι ο λόγος για τον οποίο «φωνάζω» εξαρχής! Με τις 40 κλεμμένες έδρες και την απαξίωση των λευκών ψήφων, απαξιώνεται καθαυτή η δύναμη (ή μάλλον η δυναμική) της κάθε ψήφου, υποβιβάζεται το ίδιο το νόημα της δημοκρατίας. Όσο για τον πολίτη, υποβιβάζεται κι αυτός σε απλό κομπάρσο, ο οποίος δεν έχει παρά ένα ρόλο: καλείται κάθε τετραετία ν’ απαγγείλει την ατάκα του, σε παραστάσεις που στήνουν άλλοι γι’ αυτόν και προτού, καλά–καλά, προλάβει να χαθεί στα παρασκήνια, όλοι έχουν ξεχάσει πλέον την ύπαρξή του. Όταν ο ψηφοφόρος συνειδητοποιήσει τη ματαιότητα μιας πράξης, που καταντάει απλά μηχανική επανάληψη, και όχι άσκηση ουσιαστικής, λαϊκής εξουσίας, ατονεί και αποσύρεται. Η αποχή μεγαλώνει, όμως κι η συμμετοχή δεν έχει νόημα. Αδιέξοδο; Τελευταία φορά που φτάσαμε εδώ, το πρόβλημα λύθηκε δια της μεθόδου του «νταβατζή»: αφού δεν ψηφίζετε αυτοδύναμες κυβερνήσεις, μοιράζει η μάνα και κρατάει τα 40 φύλλα για πάρτη της. Κι όταν η μάνα αλλάζει τους κανόνες, κατά πώς της βγαίνουν οι άσοι κι οι ρηγάδες, τότε απλά δεν υπάρχουν κανόνες.

Για να κλείσουμε...

Συμπέρασμα: η ψήφος σήμερα δεν είναι παρά ψευτοδίλημμα. Ελπίδα να ξεφύγουμε απ’ το δικομματισμό δεν υπάρχει, αφού απλά τα ποσοστά των συμπολιτών μας που επιμένουν στους δίδυμους καραγκιόζηδες εξακολουθούν να παραμένουν σε επίπεδα τέτοια, τα οποία λαδώνουν άριστα την παγίδα της ενισχυμένης αναλογικής.

Ελπίδα: Μη γελιόμαστε, με το υπάρχον σύστημα καμία! Ακόμη κι αν κάποτε οι Έλληνες «ξυπνήσουν» και ψηφίσουν τους μικρούς και μπλα–μπλα (αν και αυτό θα ήταν όντως υπέροχο) δεν θα άλλαζαν στο παραμικρό το έλλειμα της αντιπροσώπευσης, ουδόλως θα απένεμαν πάλι πίσω στην ψήφο την «αντικειμενικότητά» της (δηλαδή, την αναλογικότητά της) και η λευκή ψήφος θα εξακολουθούσε να παραμένει αυτό που είναι ήδη: κατάμαυρη!

Αίτημα: Η επιστροφή στην απλή αναλογική θα άρει όλα τα προηγούμενα, όχι απαραίτητα γιατί θα ξυπνήσουμε, την επόμενη μέρα, και όλα στην Ελλάδα θα δουλεύουν ρολόι, παρά γιατί θ’ αλλάξει πρωτίστως η ψυχοσύνθεση του ψηφοφόρου. Γιατί θα φέρουμε την αποχή της απογοήτευσης πίσω στις κάλπες, γιατί θα καταστήσουμε τη λευκή ψήφο και πάλι θέση μεστή και ισοδύναμη με κάθε άλλη. Κι όταν καθένας από εμάς θα αφήνει πια το σφραγισμένο φάκελο, με τη θέση που υπεύθυνα συγκρότησε, να γλιστρήσει στη ρημάδα τη σχισμή, απλά θα ξέρει πως τουλάχιστον ο λόγος του μετράει. Μετράει γι’ αυτό ακριβώς που είναι και μετράει εξίσου, απέναντι σε οποιονδήποτε άλλο λόγο.

[Μέρος 4ο]

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Πολιτική χωρίς Πολίτες... (Μέρος 2ο)

Μπορεί ο σημερινός πολίτης να συμμετάσχει ενεργά στην εξουσία; Αν ναι, οι υπάρχοντες μηχανισμοί διευκολύνουν – ως θα όφειλαν– τον πολίτη σε αυτό του το έργο ή στέκονται εμπόδιο;

Όσον αφορά στο πρώτο ερώτημα, αρκεί να εξετάσουμε αυτό που κρύβεται πίσω απ’ το «μπορεί». Η ψυχολογία του πολίτη δεν είναι άσχετη με το ρόλο και τη δράση του. Ας αναλογιστούμε απλά έναν άνθρωπο (όχι απαραίτητα δημόσιο υπάλληλο :–) υποκείμενο καθημερινά σε αγώνα επιβίωσης – είτε αστικά νοούμενης, είτε κυριολεκτικά. Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο ν’ αναλογιστείτε έναν πένητα, ρακένδυτο, δίχως στον ήλιο μοίρα. Αυτό είναι εύκολο. Αναλογιστείτε εκείνους που αγωνίζονται με ελλιπή ή δίχως ένσημα κι ασφάλιση για 300–400 ευρώ, αναλογιστείτε εκείνους που υπόκεινται αδιαλείπτως στη δαμόκλειο σπάθη των μαζικών απολύσεων, όσους εργάζονται εξαντλητικές υπερωρίες ή δύο δουλειές προκειμένου να βγάλουν πέρα της απαιτήσεις μιας σύγχρονης οικογένειας ή τους νέους που βγαίνουν στην αγορά εργασίας με πτυχία απαξιωμένα και δίχως αντίκρυσμα. Η φαντασία μου μ’ εγκαταλείπει ξαφνικά, εξαιρετικά φτωχή απέναντι σε μια πραγματικότητα τόσο πολύπτυχη ∙ αφήνω τη συνέχεια σε σας. Φανταστείτε την ψυχοσύνθεση ενός ανθρώπου κοινωνικά και πολιτικά αυτιστικού, αφού μένει να παλεύει μονάχος με τον εαυτό του. Μέσα σε ποιες συνθήκες, μπορεί ένας τέτοιος άνθρωπος να συγκροτήσει τα πνευματικά εργαλεία (δε μιλώ για ευφυία, μην παρεξηγηθώ) ή να καλλιεργήσει τις στοιχειώδεις δράσεις, που θα τον προετοιμάσουν να αντιληφθεί κι αργότερα να επωμιστεί τη μεγαλύτερη εικόνα, δηλαδή ολόκληρη την κοινωνία του; Μιλάμε για υπευθυνότητα που ξεπερνάει το σκουπιδοτενεκέ και την ανακύκλωση, μιλάμε για ωριμότητα, για σκέψη. Πώς μπορεί μια ψυχοσύνθεση κατακρεουργημένη (απ’ τα σχολικά ήδη χρόνια), εγωιστική, τρομοκρατημένη – δε λέω, σε διαφορετικά ποσοστά, στον καθένα μας – να συμμετάσχει ή να δράσει, μετά την επιστροφή από την εργασία; Ίσως θα πούνε κάποιοι: «εδώ, άλλα κι άλλα τα μπορούνε» και θα ‘χουν δίκιο σε κάποιο βαθμό. Εγώ θα πώ: «μισή ντροπή δική μας και μισή δική τους».

Αντιστρόφως ανάλογα...

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι, ακόμη κι έτσι, διακρίνουμε στους εαυτούς μας μια στοιχειώδη ευαισθητοποίηση, ένα ενδιαφέρον δειλό και επιφυλακτικό. Ας εξετάσουμε ποιες δυνατότητες προσφέρει το «περιβάλλον» μας, προς αυτή την κατεύθυνση. Κοιτάξτε γύρω σας τα «καλά καγαθά» της κοινωνίας μας. Μετρήστε πόσες επιλογές υπάρχουν να φας σα ζώο, να πιεις τον άμπακο, να καταναλώσεις εκατομμύρια άχρηστες αηδίες που σου παρουσιάζονται γι' ανάγκες (κινητά, κομπιούτερς, λάπτοπς, χαμός!), να χοροπηδήσεις σ' ένα σωρό ξενυχτάδικα πληρώνοντας τη δεκάτη, να κάνεις το λίπος μύες ιδρώνοντας και ξεφυσώντας στα γυμναστήρια ή να «χτίσεις» μπυροκοίλι βλέποντας άλλους να τρέχουν, να ταξιδέψεις μέχρι και του διαόλου τη μάνα, σε τιμές ευκαιρίας, κι ό,τι μπορεί να βάνει ο νους του ανθρώπου! Και παραδίπλα σε αυτά μετρήστε πόσα τηλεοπτικά παντζούρια ανοιγοκλείνουν καθημερινά, πόσες κινηματογραφικές ταινίες με προϋπολογισμούς επαρχιών του 3ου κόσμου ή θεατρικές (ανα)παραστάσεις, πόσες φυλλάδες γεμάτες ενημερωτικά ντι-βι-ντις, πόσα ωραία βιβλία για το σεξ και για τα ούφος! Πράγματα πραγματικά αναρίθμητα! Σε πιάνει ίλιγγος, αναλογιζόμενος το μέγεθος της ανθρώπινης δραστηριότητας, αν πρόκειται για κέρδος και διασκέδαση, παρά για όφελος και ψυχαγωγία!

Από την άλλη μεριά, τώρα, μετρήστε πόσες επιλογές υπάρχουν για ουσιαστική και πολύπλευρη ενημέρωση (μιλάω για αληθινή ενημέρωση, όχι τη διαφημιζόμενη), για ουσιαστική και πολύπλευρη συζήτηση, για ουσιαστική και πολύπλευρη συμμετοχή και δράση. Γελάτε ε; Κάτι θα ξέρετε. Όσοι μηχανισμοί θα έπρεπε να προάγουν τα ουσιώδη, ταλαντεύονται ανάμεσα στην ανεπάρκεια και την ανυπαρξία. Όσοι μηχανισμοί προάγουν την αποβλάκωση, τη μαζοποίηση, τον τρόμο ευδοκιμούν και πολλαπλασιάζονται, όπως τα μανιτάρια στην υγρασία. Πολύ περισσότερο, όπως έγραφα και στην εισαγωγική ανάρτηση, όλοι οι υπάρχοντες πολιτικοί μηχανισμοί: εκλογές, διαδηλώσεις, απεργίες, οι μακροσκελείς «ανοιχτοί» διάλογοι, ο συνδικαλισμός έχουν ρόλο διορθωτικό και άρα παθητικό, στη φύση τους. Καλλιεργούν τη διαμαρτυρία και τη γκρίνια, αντί τη δημιουργία και τη σκέψη. Για να μην αναφερθούμε, φυσικά, και σ’ όλο αυτόν το συρφετό ερπετών, σαπροφάγων και παρασίτων, που έχει συσσωρευθεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, κάθε δημόσιου οργανισμού και φορέα. Ή για τον άλλο δράκοντα της γραφειοκρατίας, με τα μύρια κεφάλια και στόματα, ύπο τον ίσκιο του οποίου το ελάχιστο καθίσταται ανυπέρβλητο, το ευνόητο τεμαχίζεται σε επιμέρους διάταξη και ψιλά γράμματα, το δικαίωμα υποβαθμίζεται σε ντροπή και επαιτεία.

Το προφανές δε χρειάζεται επιχειρήματα και απόδειξη, παρά μονάχα ερμηνεία. Αλλά αυτό είναι δουλειά των ακαδημαϊκών. Εδώ η σημειολογία είναι κοινή για όλους, με άλλα λόγια «καταλαβαινόμαστε», εφόσον όλοι έχουμε έρθει σε επαφή κι έχουμε βιώσει τις απογοητεύσεις που, συνήθως, μας κερνάει το Σύστημα. Η ενέργεια, που χρειάζεται να καταναλώσει οποιοσδήποτε αποφασίσει να βγει ένα βήμα από την πόρτα του, είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από αυτή που θα έπρεπε και από αυτή που, τελικά, είναι ικανό να δώσει ένα ανθρώπινο πλάσμα, από το οποίο απαιτείται να έχει 100% ψυχή, 24 ώρες την ημέρα, 365 μέρες το χρόνο. Για τον πολίτη που επιστρέφει αφυδατωμένος από την εργασία του, θα έπρεπε οι μηχανισμοί – που θέλουν να ονομάζονται δημοκρατικοί – να τον συνδράμουν και να τον παρακινούν, αντί να τον προσβάλλουν και να τον απωθούν. Θα έπρεπε η συμμετοχή και η δράση να είναι ευνόητες κι εύκολα προσβάσιμες. Ανοιχτές συνελεύσεις πολιτών, δημοψηφίσματα, ισηγορία! Τα αυτονοήτα μοιάζουν, ίσως, με ξένη γλώσσα. Οι λόγοι, που αυτό δε συμβαίνει, είναι το κοινό μας μυστικό. Αυτό που «ο κόσμος το ‘χει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι». Δε θα με απασχολήσουν όμως εδώ οι μηχανισμοί του Κεφαλαίου.

Αλλαγή του εκλογικού νόμου (εδώ και τώρα!) κι επιστροφή στην απλή αναλογική.

Αν θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε, με κάποιον τρόπο, το υπάρχον εκλογικό νόμο – αυτόν με το νταβατζιλίκι των 40 εδρών – ο πλέον ταιριαστός τίτλος θα ήταν αυτός του «πρόστυχου». Αυτό όμως είναι ήδη γνωστό. Ακόμα κι ανάμεσα στους υπέρμαχους της υπάρχουσας διαδικασίας, διακρίνω μια κατανόηση: «ναι μεν η απλή αναλογική ίσως είναι δικαιότερη, αλλά...». Δύο ζητήματα, λοιπόν, τίθενται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Το προτεύον είναι αυτό της δικαιοσύνης. Υπονοείται εδώ, ότι η τρέχουσα αναλογική ίσως να μην είναι εξίσου δίκαιη με την απλή. Ωστόσο υπάρχει και είναι προτιμητέα, για διάφορους λόγους που θα εξετάσουμε αμέσως μετά. Εδώ βρισκόμαστε απλά αντιμέτωποι με τις ευθύνες μας. Προτιμάμε ένα σύστημα δικαιότερο ή ένα σύστημα πρακτικότερο; Το πρώτο αποβλέπει στην κοινωνία σαν όλον, με τα ηθικά ζητούμενα στην πρώτη γραμμή. Το δεύτερο είναι καθαρά χρηστικό. Πληροί μια ανεξέταστη στο βάθος της επιταγή – αυτή της αυτοδύναμης κυβέρνησης σαν αυταξία – καταλήγοντας να (αυτο)ικανοποιείται μονάχα όποιος καταφέρει ν’ αρπάξει την ευκαιρία. Εδώ δεν υπάρχει ηθικό ζήτημα. Απλά η πάλη να βρεθείς απ’ την μεριά των ευνοημένων. Τα όμορφα αστικά μας όνειρα, δηλαδή.

Το δευτερεύον ζήτημα είναι αυτό το «αλλά» υπέρ της ενισχυμένης αναλογικής. Δεν είμαι ούτε συνταγματολόγος, ούτε νομικός, ο λόγος μου και η οπτική μου περιορισμένα. Κι ωστόσο η γνώμη μου (εννοώντας εδώ του κάθε πολίτη ξεχωριστά) είναι παρασάγγας σημαντικότερη από εκείνη του συνταγματολόγου ή του νομομαθή, καθώς οι κυβερνώντες αποτελούν «αντιπροσώπους» δικούς μου και όχι της όποιας κάστας εξιδεικευμένων πανεπιστημιακών. Άρα, η ταπεινή μου ημιμάθεια έχει τον πρώτο λόγο, εφόσον αυτή «καθορίζει» (εδώ μειδιούμε) την πορεία μας, ως Κράτος. Όσον αφορά στην επιτακτική σημασία της ενημέρωσης και της γνώσης, κάθε πολίτη ξεχωριστά, αυτό σε μεταγενέστερη ανάρτηση. Από λίγα άρθρα, λοιπόν, και μερικές συζητήσεις στο διαδίκτυο ή με φίλους, ξεδιάκρινα δύο βασικά επιχειρήματα υπέρ την ενισχυμένης αναλογικής (εδώ θα μ’ ενδιέφερε φυσικά και η συμβολή σας, για διορθώσεις ή συμπληρώσεις):

α) Ισχυρίζονται λοιπόν οι υπέρμαχοι του status quo, πώς όσον αφορά στο ζήτημα της «δικαιότερης» αντιπροσώπευσης και η απλή αναλογική δε βρίσκεται στο απυρόβλητο, καθώς πάλι θα υπάρχει ένα ποσοστό (σαφώς μικρότερο βεβαίως) πολιτών οι οποίοι ουδόλως θα αντιπροσωπεύονται.

β) Επιπλέον, παρηγορούνται πως το υπάρχον καθεστώς μας εξασφαλίζει – σχεδόν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα – κυβερνήσεις αυτοδύναμες και ισχυρές, άρα και μια ποθητή πολιτική σταθερότητα.

Ας εξετάσουμε λοιπόν κατά πόσο, αυτά τα δύο επιχειρήματα, δικαιώνουν το υπάρχον εκλογικό σύστημα... [Μέρος 3ο]