Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#03]

Η περιορισμένη αντίληψη, η στενεμένη καρδιά, πως για να πολεμήσεις κάποιον πρέπει σώνει και καλά να τον μισείς, είναι μια θλιβερή παρεξήγηση πολλών αγωνιστών. Αν για να πολεμήσουμε δε γίνεται παρα να μισούμε, τότε δεν υπάρχει καν λόγος θαρρώ να πολεμήσουμε. Δεν υπάρχει ελπίδα κι ούτε φέρουμε τίποτα νέο μέσα μας, άλλο από την υπόσχεση νέων θανάτων. Κι ωστόσο, το μίσος γίνεται ακόμη μεγαλύτερο δεινό όταν, ακολουθώντας σα σκιά τη στενή τούτη αντίληψη, φτάνει κάποτε να γίνει πολιτική το ίδιο, φτάνει να διατρανώνεται ως αγωνιστική αρετή. Στο κατόπι αυτή της κατάντιας, ο φασισμός γελά σ' όλα τα χρώματα και τα πλάτη. Στέφεται αδιαφιλονίκητος ηγέτης, ασχέτως έκβασης. Θλίψη. Όλος ο κόσμος μοιάζει εξορία, για την αγνή καρδιά που γυρεύει έναν τόπο καθαρό να σταθεί. Όχι τόπο καθαρό από αίμα - τ' ειν' αυτό; - μα τόπο καθαρό απ' τον καρκίνο.

Το μίσος είναι συναίσθημα σεβαστό, γιατί σεβαστές είναι η αιτίες του, κρίματα ασήκωτα για την ψυχή του ανθρώπου, που έχει τα πάντα να βαστάξει και πουθενά να βασταχτεί. Μα το μίσος είναι προσωπικό, το μίσος είναι του ατόμου, δεν είναι των μαζών. Μόνο τότε είναι αληθινό, είναι φωτιά μ' αξία καθαρτική. Γιατί είναι βίωμα, είναι θεριό που ζητά το αίμα του, είναι βουνό με ρίζες ίσα κάτω στις λάβες του αβάσταχτου. Μα σαν το πέρνουν να ντυθούν οι μάζες γίνεται ψεύτικο, γίνεται σκηνικό και φύλλο του ανέμου. Γιατί σ' αυτά τα μήκη και τα πλάτη των λαών το μίσος δε φτουράει, εξατμίζεται αντιστρόφως ανάλογο του τετραγώνου της απόστασης. Αμα δηλαδή δεν είναι κάποιος να το εμψυχώνει και να το αναδαυλίζει διαρκώς. Συνεπώς, δεν είναι τα κοινά βιώματα, που εγγυώνται το μοιρασμένο μίσος, μα είναι τα λόγια του συρμού και τα κηρύγματα της πεπατημένης, είναι η επιτηδειότητα και μια υστεροβουλία. Τα λόγια, τα κηρύγματα, δεν έχουν προθέσεις από μόνα τους, δεν παρθενογεννώνται. Κάποιοι τα γράφουν, κάποιοι τα φωνάσκουν, κάποιοι τα διαδίδουν. Κι αυτοί οι κάποιοι έχουν σκοπούς, έχουν ατζέντες, έχουνε δόλο. Τώρα, το μίσος γίνηκε πια ολάκερη στατηγική, ξέφυγε της καρδιάς, γίνηκε του μυαλού. Φύγαμε πια γι' αλλού, εκτροχιαστήκαμε προς το χαμό μας. Γίνανε όλα αμφιβολίες και γκρίζες ζώνες. Αν το μίσος γίνει του μυαλού, τότε τα πάντα έχουν τελειώσει: εχθρός μπορεί να γίνει ο καθένας, ο σύντροφος, ο αδερφός, η μάνα μας.

Ετούτη η μάνα, όμως, που 'μεινε χωρίς παιδί, έχει κάθε δικαίωμα στο μίσος. Ο γιος που ξεφτιλίζεται σε κοινή θέα απ' τον πατέρα, ο κρατούμενος που νιώθει τη φάλαγγα να του τσακίζει το κορμί, ο αντάρτης με την ξεκληρισμένη οικογένεια μα και συμμετρικά ο χωροφύλακας που 'χασε αδερφό από βόλι αντάρτη (δεν τα ζυγίζω, απλά λέω), το κορίτσι που βίασαν σειρά μετά τη μάνα του ντουζίνες μισθοφόρων, άνθρωποι που είδαν μπροστά στα μάτια τους τη σάρκα του ανθρώπου ν' ανοίγει στα δύο, τούτοι και μύριοι όσοι, ναι, τούτοι έχουν δικαίωμα στο μίσος. Μίσουν και να μισούν ολόψυχα, τους πρέπει. Να μισούν χίλιες φορές, σα κόλαση, σα λυσσασμένη θάλασσα. Να μισείς ανθρώπινα σημαίνει να μισείς από κάποια στερημένη δικαιοσύνη κι όχι από πλύση εγκεφάλου παιδιόθεν. Σημαίνει να μισείς μ' αυτήν την ένταση που μόνο το πετσί σου γνωρίζει. Μα κι αλλιώς να γίνεται - δε μίσησαν όλες οι μάνες δολοφόνους κι άλλες συγχώρεσαν - ψάξε να βρεις εσύ παρηγοριά για την καρδιά που της έλαχε να χάσει τα πάντα κι έλα μετά να πεις το μυστικό κι εμένα. Μα ως εκεί.

Δε μπορεί ο πολιτικάντης επαναστάτης να με μολύνει, χτίζοντας πάνω μου πρόστυχες ρητορείες περί ταξικού μίσους, κι ας έχω κάθε λόγο εγώ, ως εργάτης, να μισώ τ' αφεντικό μου. Δε μπορεί ο κάθε γραφιάς ινστρούχτορας να μου πλασάρει το νοικοκυραίο για εχθρό μου κι ας είναι κάθε ελευθερία σε μένα να μισώ το νοικοκύρη που με κάρφωσε. Δε μπορεί καμιά επαναστατική ιντελιγκέντσια να μπαίνει και να σεργιανά με τα βρώμικα ποδάρια της στο νου μου, υποδεικνύοντάς μου το φασίστα ως υπάνθρωπο κι ας τον μισώ πρώτος εγώ, στο πρόσωπο όλων των νεκρών σωμάτων, όσων ξεβράστηκαν στην αντίληψή μου, από τότε που κατάλαβα τον πρώτο πόνο ανθρώπου από άνθρωπο. Δε μπορεί η πολιτική να πιάνει το μίσος και να το χρησιμοποιεί για όπλο, πολεμώντας τη μία κτηνωδία με άλλη μεγαλύτερη. Πρέπει να στέκεται κυματοθραύστης στις επιθέσεις της αποκτήνωσης, ακόμη κι αν η τελευταία είναι σωστά αιτιολογημένη στο πρόσωπο του ενός. Δεν είναι πολιτική ο παραλογισμός αυτός αποστέρησης του ανθρώπινου στοιχείου, από ολόκληρες κοινωνικές ομάδες, είτε ολιγάριθμες (εφοπλιστές), είτε πολυπληθείς (ακροδεξιοί), αλλά ξεκάθαρο στοιχείο φασισμού. Δε θες, όμως, να μιλάμε για φασισμό στο σπίτι μας. Να τον πούμε, τότε, πόρνη; Να τον πούμε βεντέτα; Πες τον όπως θες και πάγαινε μετά δέκα χιλιάδες χρόνια πίσω ή μόλις χθες. Μα ούτε βήμα στο αύριο, μ' όμοια μυαλά.

Πολιτική δε σημαίνει να μου υποδείξεις πώς να μισήσω το φασίστα, αυτό είναι δική μου δουλειά. Πολιτική σημαίνει να μου υποδείξεις τι είναι ο φασισμός και τις συνέπειές του. Να με βοηθήσεις να τον αναγνωρίζω γύρω μου, σε κάθε εκκωφαντική ή διακριτική του έκφανση. Να με προκαλέσεις να αναλάβω τις ευθύνες μου, όχι να με κατευθύνεις. Κι οι ευθύνες μου αυτές είναι πολιτικές, όχι συναισθηματικές.

Πολιτική σημαίνει να μου δείξεις πρωτίστως τις αιτίες - όποιες νομίζεις - της αθλιότητας, να μου δείξεις τις αλληλουχίες της σκλαβιάς, της πείνας μου, της ένδειας. Στόχος καλόδεχτος κι ευγενικός. Δε σημαίνει όμως να μου υποδείξεις πώς θα νιώσω και για ποιον, ούτε για ποιες αιτίες θα επιλέξω να παλέψω. Πολιτική σημαίνει να με οργανώσεις, να με προετοιμάσεις, να με υπολογίσεις. Να μου δείξεις τα μέσα ή - καλύτερα - να μου δείξεις κάποια από τα πιθανά μέσα και τις δυνατότητες ή στόχους του καθενός. Αν, δηλαδή, διακρίνεις στον εαυτό σου, στην ομάδα σου, πως έχει κατακτήσει κάποια γνώση. Κάνε με σύμμαχο, σύντροφο, όχι μέλος. Άσε με να μπολιάσω τα μέσα με την ιδιοσυγκρασία μου.

Πολιτική σημαίνει ακόμα να 'χουμε κάτι χρέον υπεράσπισης κι όχι σαν τις ορδές των αμαθών, φύλλα στον άνεμο, να ορμούμε όπου μας υποδείξουν, επιβιώνοντας από το πλιάτσικο, αντί να δρέπουμε σοδειές. Κι ακόμη γιατί, σαν έχεις όντως κάτι να υπερασπίσεις - ένα σπίτι, έναν τόπο, ένα ήθος - είναι όλα ετούτα που θα καθορίσουν καθαρά και ξάστερα, πρακτικά και στέρεα, ποιος στέκει εμπόδιο κι ενάντιος, ποιος όχι - κι ας λένε οι θεωρίες ό,τι θένε για τάξεις κι ιστορικούς προτσέδες. Άμα φέρω μέσα στην πάλη μου το ήθος που οραματίζομαι, η νίκη θα διαμορφώσει το τοπίο απρόβλεπτα. Άμα ρίξω την ταξική κοινωνία, αλλά δεν ξέρω τι άνθρωπος είμαι και τι ζητώ απ' τη ζωή μου, πάλι ταξικός θα καταντήσω.

Θα μπορούσαμε να μιλάμε δεκαετίες για τον ορισμό ή το περιεχόμενο της πολιτικής και πάλι να μη καταλήγουμε. Μα πάντα και πρωτίστως, πολιτική θα σημαίνει τούτο: να επιθυμούμε το μαζί. Η πολιτική δεν έχει ενικό αριθμό. Όταν το τελευταίο εκλείψει, όταν το μαζί διαρρηγνύεται στα επιμέρους, η πολιτική ηττάται και επιβάλλεται απλά ο δυνατότερος. Ό,τι ακολουθεί - ξεκαθαρίσματα, εξορίες, εμφύλιοι - τα λέμε πολιτική μόνο κατ' ευφημισμό, για χάρη της κουβέντας και τα ιστορικά βιβλία.

Πολιτική, όμως απ' την ανάποδη, δε σημαίνει φυσικά ομόνοια, σύμπνοια, δε σημαίνει αδερφοσύνη ή αγάπη. Σημαίνει συνύπαρξη. Συνύπαρξη με προϋποθέσεις και βάση κάποιον κοινό παρονομαστή, που σχεδόν κατά κανόνα - άμα το τραβήξεις ως τέρμα - ανάγεται στην κοινή ανθρώπινη μοίρα. Πολιτική δε σημαίνει να υπομένεις το απαράδεκτο για χάρη μιας εικονικής ειρήνης. Σημαίνει, όμως, να τραβάς την υπομονή σου μέχρι τέρμα, αναγνωρίζοντας - στην ανείπωτη ιστορική κληρονομιά του αίματος - πως αν πιάσει το μαχαίρι να ζητά λογαριασμούς, όλοι θα μείνουμε φτωχότεροι. Σημαίνει να πιστεύεις, μέχρι την τελική στιγμή, πως υπάρχει ελπίδα, πως υπάρχει κι άλλος δρόμος.

Πάνω σ' αυτή τη σειρά σκέψεων, ο πολιτικός άνθρωπος αρνείται με πείσμα το πολιτικό μίσος. Δε ρίχνει λάδι στη φωτιά, δε βάζει λόγια. Στο πρόσωπο του φασίστα αναγνωρίζει το πρόσωπο ενός ανθρώπου πεπτωκότα, μα πάντα ανθρώπου. Αυτή είναι η ράτσα μας κι εύκολα εκτροχιάζεται στο κτήνος. Στο πρόσωπο του φασίστα αναγνωρίζει τον εαυτό του, όχι ως ήθος απαραίτητα, αλλά ως το κτήνος, που συχνά ελλοχεύει σε όλους μας. Στο πρόσωπο του φασίστα αναγνωρίζει, πολύ περισσότερο, την ήττα μιας ολόκληρης κοινωνίας κι όχι ενός ανθρώπου μονάχου. Γι' αυτό ζητά να εξολοθρεύσει το φασισμό από την κοινωνία κι όχι από τ' άτομα. Με τα τελευταία αναμετράται κατά καιρούς στο πεζοδρόμιο, όμως αναπόφευκτα. Δυστυχώς, κάποια πράγματα δε φαίνεται ελπίδα να γίνονται αλλιώς. Αλλά ο πολιτικός άνθρωπος, που παλεύει στο δρόμο, θα 'πρεπε να φέρει θλίψη κι όχι περηφάνεια. Δε θα 'πρεπε να χαχανίζει με τις πετυχημένες καρπαζές, να νιώθει περήφανος με τ' ανοιγμένα κεφάλια. Μα να θλίβεται, που τα πράγματα φτάσαν να γίνουν όπως έγιναν, που δε ευοδώθηκε να γίνουν αλλιώς, που 'πρεπε ν' ασκήσει εξουσία και να επιβάλλει υποταγή.

Αυτό που νιώθω, η κινητήρια φωτιά εντός μου, στον πολιτικό στίβο πρέπει να φτάνει μεταποιημένη ως υπέρβαση του εγώ, να στοχεύει σε δομές, θεσμούς και σχέσεις κι όχι σε άτομα, φυλές ή κάστες. Στο άτομο έχουμε χρέος να βλέπουμε, μέχρι τελευταίας στιγμής, μια δυνατότητα ή μιαν υπόσχεση. Όχι μόνο στους ημέτερους, αλλά σε όλους, τους βάζει δεν τους βάζει ο νους μας. Δεν είναι από αφέλεια, που μιλώ, δεν είναι μόλις χθες που πήρα τους ανθρώπους μυρωδιά. Μα είναι από καχυποψία στις θεωρίες και τους ορισμούς: ποιος είναι ο φασίστας, ποιος δεν είναι; ποιος είναι ο νοικοκύρης, ποιος δεν είναι; ο πατριώτης; ο εθνικιστής; ποιος αξίζει να ζήσει και ποιος όχι; Ποιος ορισμός δεν πιάνει ένα ποδάρι ή μια τούφα απ' τον καθένα μας; Και ποιος θα κρίνει;

Άλλος, να κρίνει ο νους λέει, κι άλλος να κρίνει το μαχαίρι. Κι εγώ λέω, από τα δύο τίποτα. Κανείς κανένα να μην κρίνει, εκ των προτέρων. Κι ούτε να κρίνουν τα κεφάλια που ανοίξαμε, το αίμα που χύσαμε, ο πόνος που προκαλέσαμε. Μόνο ας κρίνουν τα έργα, που αφήσαμε, οι σχέσεις που χτίσαμε, τα λίκνα που παλέψαμε να υπερασπίσουμε, με όλους τους δυνατούς τρόπους πρώτα, πλην της βίας τελευταίας.

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#02]

Τούτων λεχθέντων, μπορώ να προχωρήσω πλέον σε ό,τι ανοησία, τέλος πάντων, έχω κι εγώ το θράσσος να εμέσσω. Σχεδόν ασυναίσθητα κι από τα βάθη μιας ριζωμένης αποστροφής, ετούτη η εισαγωγή μοιάζει προ-αποφασισμένη από χρόνια. Μιλώ για εκείνη την πρώτη φορά, τότε που ένιωσα πραγματική και βαθιά ντροπή για τη θέση και τη συμμετοχή μου. Νέα Φιλαδέλφεια 2013, αντιφασιστική πορεία. Η λεωφόρος κλειστή, εγώ πρώτη μούρη, πανό στο χέρι (μεγάλη η χάρη μου), αυτοκίνητα σταματημένα, σούσουρο και συνθήματα. Κλασικός και τυποποιημένος περίπατος του θεαθήναι. Άιντε, τη βγάλαμε κι αυτή την υποχρέωση. Η ατμόσφαιρα αναφανδόν προσποιητή: φωνές ξεψυχισμένες, πάθη προσποιητά, βήμα επιταφίου. Ως συνήθως, δηλαδή. Δεν υπονοώ ότι οι προθέσεις ή τα αισθήματα ήτανε όμοια προσποιητά. Ούτε γι' αστείο. Ούτε εννοώ όλες εκείνες τις πορδές και τα λογής καρύδια, που χώνονταν και θα χώνονται πάντοτε στις πολυπληθείς ομάδες: κρυφο-φασίστες, ρουφιάνοι, τυχοδιώκτες, ύαινες. Δε θα χάσω ποτέ τα λόγια μου, αναφερόμενος σε τέτοιους κι ας προχωρήσουμε.

Το προσποιητό αναφέρεται σε όλους εμάς, που μεγαλωμένοι αλλιώς και μ' άλλα ήθη, έθιμα και γλώσσα (εδώ δεν ηθικολογώ, μιλώ ίσα), ενδυόμαστε ήθη, έθιμα και γλώσσα παντελώς ξένα με τα δικά μας. Ετούτες οι παράτες με τα πανό και τις σηκωμένες γροθιές, αυθόρμητα ξεσπάσματα άλλων εποχών ή καταστάσεων, εποχών γεμάτων ψυχή και αίμα, σήμερα κυκλοφορούν σα νεκροζώντανοι πιθηκισμοί. Τα φοράμε σα ρούχο ξένο ή δανεικό, ενοχλητικά παράταιρο, καταντώντας έτσι παλιάτσοι και μασκαράδες. Το μυαλό μας δε φτάνει παραπέρα κι ούτε έχουμε το ταλέντο να δημιουργήσουμε μια νέα, δική μας γλώσσα. Ξεπατικώνουμε αντιδράσεις ετοιματζίδικες, προχωρούμε πάνω στα εξωτερικά σχήματα του παρελθόντος, πάνω στην ασφάλεια μιας αδιέξοδης πια πεπατημένης, η μια μετά την άλλη, γενιές άγονες και αδιάφορες. Στο κάτω-κάτω δεν έχουμε και πολλά καινούργια να πούμε. Αναμασάμε σα μυρηκαστικά τα σωθικά μας. Τους αριστερούς να πιάσεις; διαβάζουνε ακόμα μπροσούρες που κοντεύουν 150 χρόνια. Τους αναρχικούς; έχουν μείνει σε Μπακούνιν και Μαλατέστα. Για τους δεξιούς τι να πω, θεωρητικό υπόβαθρο μηδέν. Μόνο βολή και ψώνια. Θα τα πούμε και παρακάτω τούτα, καθώς ίσα-ίσα δεν τα υποτιμώ καθόλου (όχι τα ψώνια, τα προηγούμενα). [ Οι γενικεύσεις μου, επίσης, άμεσα κατακριτέες, ανεκτές μόνο χάριν ροής κάποιου νοήματος. ]

Σ' αυτή την - να την πούμε αναπόφευκτη - μασκαράτα, πιάσαμε το λοιπόν κάποτε να φωνάζουμε και το κλασικό χιτάκι της εποχής: Φασίστες κουφάλες έρχονται κρεμάλες! Τούτη η ασύλληπτη φασιστική καφρίλα, αυτό το ξέπλυμα απύθμενης ανοησίας, μου 'χε κάτσει καταμεσίς σε φάρυγγα, οισοφάγο και διάφραγμα, από την πρώτη κιόλας στιγμή που γνωριστήκαμε, καιρό πριν τη φάση που περιγράφω. Κι όπως θ' αναλύσω σε λίγο, δε μπορώ να το χωνέψω πως στην εποχή μας, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι νοήμονες, που καταντούν στην αναπαραγωγή τόσης βλακείας, έτσι ανερυθρίαστα.

Θυμάμαι, λοιπόν, το σκηνικό: φωνές επιτηδευμένα αγωνιστικές να ξεστομίζουν το παραπάνω ξέρασμα, άλλες αδιάφορες, άλλες με στόμφο και σάλια, άλλες γελώντας λες και τραβούσαμε για κάνα πανυγήρι. Τα βήματα των περαστικών ανήσυχα ή περίεργα, βλέμματα τρομαγμένα πίσω απ' το τζάμι ενός καθηλωμένου τρόλεϊ, αναστάτωση κι ευτελισμός, εικόνες σουρεάλ και γραφικές. Το κερασάκι στην τούρτα: όλες ετούτες οι χαριτωμενιές και τα μειδιάματα, το κλειστό ματάκι και το σχιστό χειλάκι όλο νόημα, καλά τα καταφέραμε κι απόψε, δώσαμε ένα στίγμα όσο νά 'ναι. Όμως ο αληθινός πολιτισμός, που άθελα μεταδίδαμε ανάμεσα στα συμφραζόμενα, από αγνή ηλιθιότητα κι όχι με ιδιαίτερα προσχήματα, ήταν διαφορετικός και κάθε άλλο παρά αντιφασιστικός. Σίγουρα, πάντως, δεν ήταν πολιτισμός ανθρώπων, που ένιωθαν να φέρνουν εις πέρας κάποιο χρέος σοβαρό ή μιαν ευθύνη, όπως η στοχευμένη παρέμβαση στη μικρή, τοπική μας κοινωνία.

Πώς είχα ξεγελαστεί, λοιπόν, κι είχα βρεθεί να περπατώ ανάμεσα σε ανθρώπους τόσο αστείους; Τι γύρευα ανάμεσα στους αλαφρείς και τους εύκολους, που μέσα στην αλαφράδα τους καταντούσαν επικίνδυνοι; Τι σχέση είχε το ήθος στο οποίο γύρευα να μετάσχω με αυτή τη συσσωρευμένη απογύμνωση, κάθε αξιοπρέπειας του νου; Αηδίασα με τον εαυτό μου, με τους συνανθρώπους μου, με τον κόσμο, το σύμπαν και τα πάντα όλα. Να τα πιάσουμε, λοιπόν, από τη ρίζα τους, παίρνοντας ως τέλεια αφορμή και σύμβολο, το ζωώδες ετούτο σύνθημα, που αποβλακώνει και αποκτηνώνει το φέροντα κι έχει βαθιά τις ρίζες του στην τρικυμία εν κρανίω ενός συγκεκριμένου τύπου - διόλου ασυνήθιστου - αγωνιζόμενου ανθρώπου. Τα παρακάτω αναφέρονται ισοδύναμα σε οποιονδήποτε «επαναστατικό» χώρο αναπαράγει το συγκεκριμένο ήθος, ασχέτως απ' τις καταβολές του: αριστερές, αναρχικές, οικολογικές, lgbtq και δε συμμαζεύεται.

Φασίστες κουφάλες έρχονται κι άλλοι φασίστες

Για να ξεμπερδεύουμε με τα εύκολα, το σύνθημα ετούτο είναι καταρχάς παντελώς ακαλαίσθητο. Αντί για παιδί της Νυκτός και του Ερέβους, είναι μάλλον εξάμβλωμα της Αμάθειας και του Γηπέδου, της Ασχήμιας και του Οχετού. Είναι εύκολο, πιασάρικο έχει και μια βρισιά κι όλη η παρέα των πεντάχρονων νιώθει πολύ μαγκιά, κάθε που το αναπαράγει. Θα είχε σκέτη πλάκα, αν παρέμενε απλά γκράφιτι πάνω σε τίποτα τσιμεντότοιχους της παλιάς εθνικής, δίπλα στα «Βουλκανιζατέρ ο Γιάννης» και «Πωλούνται οικόπεδα». Αλλά δεν είναι έτσι. Ανα-μεταδίδεται, ανα-τυπώνεται, ανα-διατυμπανίζεται, ξανά και ξανά και ξανά, από φυλλάδια, εξώφυλλα, πορείες, μπροσούρες, αφίσες, καθημερινές κουβέντες και πάει λέγοντας, γίνεται μέσο πολιτισμού. Κακόηχο, ακαλαίσθητο, ανόητο. Επειδή, ωστόσο, δεν έχω σκοπό να προχωρήσω σε καλλιτεχνική ανάλυση, ας το λήξουμε εδώ.

Το πλέον επικίνδυνο χαρακτηριστικό ετούτης της ανοησίας (εκτός της ανοησίας της ίδιας, αρκούντως επικίνδυνης από μόνη της) είναι ότι αναπαράγει το φασισμό το λιγότερο νοηματικά, αλλά κατά μείζονα λόγο φύσει και θέσει. Κι εξηγούμαι, με λόγια λιτά και σύντομα: είναι φασιστικό διότι ανάγει το συναίσθημα σε πολιτικό μήνυμα κι αν αυτό δεν είναι συστατικό στοιχείο και αρχή φασισμού, τότε τι διάολο άλλο είναι; Να το πούμε κι αλλιώς: δε συνιστά πολιτικό σύνθημα με αφετηρία κάποιο συναίσθημα, κάτι που θα 'ταν ούτως ή άλλως φυσιολογικό, αλλά υποβιβάζει τον πολιτικό στίβο σε απλή αρένα και ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Μάλιστα. Ωραία.

Τι μας λέει, από σκοπιά πολιτική, το σύνθημα αυτό; Τίποτα απολύτως κι ολοστρόγγυλο μηδέν, σαν τ' ολόγιομο φεγγάρι. Μας λέει άραγε ποια πολιτική εκφράζουν οι αλαλάζοντες; Μπα. Μήπως, πάλι, μαθαίνουμε κάτι για τα ιδανικά που υπερασπίζονται ή οραματίζονται; Ούτε, εκτός κι αν οι κρεμάλες συνιστούν όραμα. Αποτελεί μήπως πρόσκληση σε αγώνα ή εγχείρημα ενθουσιασμού; Μεγάλη πλάκα. Συνιστά επιταγή δικαιοσύνης, με όρους πόλεως και όχι ένοπλου αντάρτικου; Για ποια αδικία, ποιο έγκλημα, ποια ταξική πάλη; Μήπως στην τελική αποτελεί μια κραυγή αρχετυπικής αναγκαιότητας ανθρώπων που απλά πεινούν, πονούν ή εκφράζουν κάτι υπαρκτικά θεμελιώδες; Μα πού πάω και τα βρίσκω; Ενώ, όμως, το πολιτικό νόημα είναι ανύπαρκτο, το ήθος του συνθήματος είναι εκκωφαντικά ξεκάθαρο, όσο και κτηνώδες: δεν καταφεύγει στη βία ως ύστατη λύση, αλλά την εκθειάζει, σε μια συναισθηματική εκτόνωση μεγατόνων. Οι άνθρωποι που αναπαράγουν τόση βλακεία δεν αποτελούν, σε καμία περίπτωση, πολιτικά όντα, αλλά διάγουν ακόμα σ' ένα προ-πολιτικό στάδιο εφηβείας, για να μην πάμε κι άλλο πίσω.

Δε συζητάμε εδώ για τίποτα πολιτικές της γραβάτας και του «σας παρακαλώ», ούτε όμως φτάσαμε διαμιάς στο άκρο του μαχαιριού και της αγχόνης, ακυρώνοντας έτσι την αληθινή πολιτική πάλη. Κι αληθινή πολιτική πάλη είναι όχι εκείνη που φοβάται το ένοπλο, αλλά αν είναι δυνατόν εκείνη που το απεχθάνεται. Εκείνη, που εξαντλεί και την παραμικρή ελπίδα να μην κυλήσει στο θάνατο, καθώς έχει αφετηρία και φάρο το ανεπανάληπτο της ζωής.

Ο αγωνιστικός-επαναστατικός χώρος μοιάζει να κατατρύχεται από νοσηρότητες σωρό, εκ των οποίων μία και η συναισθηματική προσκόλληση σε κούφιες παραδόσεις. Ετούτο το ψυχολογικό καθεστώς, το οποίο επισήμως μπορεί να μη φαίνεται ξεκάθαρα, μαστίζει ωστόσο τις ατομικές συνειδήσεις, όπως αποκαλύπτεται περίτρανα στις συζητήσεις, τους ιντερνετικούς σχολιασμούς, τις πολιτικές αναλύσεις. Φιμώνει τη γόνιμη αγωνιστικότητα κρατώντας την δέσμια μιας κεκτημένης συνήθειας κι ως εκ τούτου περισσότερο αντιδραστική, παρά επαναστατική.

Μιλώ, φυσικά, για τον ιδιαίτερο φετιχισμό των όπλων, τη γλώσσα και την πολεμική του ανταρτοπολέμου, το μανικό μίσος του Εμφυλίου. Σε μικρότερο βαθμό, μιλώ για μια συνωμοτική κρυψίνοια και μια καχυποψία, ένα στείρο συντροφισμό με στοιχεία παρεούλας κι όχι στοιχεία ανοιχτού καλέσματος, μια δομική τάση προς τη μαυρίλα, την κατάθλιψη και την ηττοπάθεια σε ρόλο αντίστροφης ψυχολογίας (πολύ καλά καμουφλαρισμένης): οι αληθινές νίκες θα απαιτούσαν από το άτομο και αληθινή ανάληψη ευθυνών, τώρα αρκεί η μυξοκλάψα και η εξάντληση των δυνάμεων σε μικρές δράσεις, που κανέναν δε βλάπτουν κι ούτε κανέναν οφελούν. Το διεφθαρμένο καθεστώς παραμένει πρώτο κινούν και μοναδικός υπόλογος κι έτσι αρκούμαστε σε μια θέση υπαλληλάκου, δηλαδή εκείνου του ταπεινού, που αρκείται στο καθαρό γραφειάκι και τον πάγκο του, δίχως να τον βαραίνουν οι πραγματικές αποφάσεις.

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#01]

Κοντεύουν εφτά γεμάτα χρόνια, από τις μέρες εκείνες, τότε που τα πάντα έμοιαζαν πιθανά. Τι κι αν η δήλωση αυτή φαντάζει, εν πρώτοις, αφελής και ρομαντική. Στάσου μια στάλα και κράτει τον οίκτο σου αναγνώστη, δε θα 'πρεπε έτσι αβίαστα να κρίνεις. Γιατί ποιος θα τολμούσε, σαν άλλη Κασσάνδρα, να θεωρήσει  εαυτόν ικανό σε τέτοια προδικάσματα και προφητείες; Για τη χαοτική εκείνη ανθρώπινη δυναμική, πήξαμε στις εκ των υστέρων προφητείες. Κι όμως τότε, τα πάντα μύριζαν υπόσχεση. Εξ' ού και τόσες ύαινες μαζωμένες, για όποιον είχε φυσικά μάτια να τις δει. Εγώ, να πούμε την αλήθεια, δεν είχα.

Έκτοτε, λοιπόν, συνέβησαν τα μύρια όσα σοβαρά κι ισάριθμα τόσα ευτράπελα, τα οποία άπαντες φυσικά γνωρίζουμε από το πρώτο χέρι, το βαρύ. Διότι συνέβησαν επάνω στο πετσί μας και σε πολλούς κι απ' το πετσί βαθύτερα. Πακέτο πάνε αυτά, βεβαίως, και με τις προσωπικές ερμηνείες καθενός, επί των γεγονότων. Την κόψη όμως την κοινωνήσαμε άπαντες, ως γεγονός κοινό και κοινή αλήθεια. Τώρα, αν οι μισοί βλέπανε χειρουργικά νυστέρια κι οι άλλοι μισοί τσεκούρια, ο καθείς και το μάτι του. Αν ήταν να υπάρχει και τρίτο μισό, δε θα 'ταν παρά όλοι αυτοί οι αφανείς νεκροί που, σε κάθε εποχή και τόπο, συγκολλούν με το θάνατό τους τα νοήματα, ώστε από την πολλή την αποδόμηση να μην ξεχάσουμε κι αυτά που ξέραμε. Πίσω στη ροή του λόγου, λοιπόν, και στις μεθόδους τετριμμένες ή μη - αναλόγως του αναλυτή - με τις οποίες κάθε όραμα και κάθε ανάθεση ξεπουλήθηκε δια του πλέον ξεδιάντροπου τρόπου. Με άλλα λόγια, αχαλίνωτα, ακαλαίσθητα και επανειλημμένα. Κι η κοινωνία - όποια πτυχή της θε και να πιάσεις  - απέμεινε ξάφνου κοκκαλωμένη κι αμήχανη, ακόμα και για τους ενορατικούς. Ληθαργική κατάσταση στην οποία παραμένει, σε γενικές γραμμές, ως και τα σήμερα.

Θα μεταβώ, τώρα, στην προσωπική σφαίρα, η οποία ούτως ή άλλως αποτελεί και την απόληξη κάθε τίμιας σκέψης - όσων δηλαδή παλεύουν να σηκώσουν την ευθύνη που τους αναλογεί, συνειδητά κι ελεύθερα κι όχι ως βόδια στον αραμπά ζεμένα. Η ανάλυση, όταν είναι τίμια, δηλαδή ειλικρινής μέσα στην μερική της θέαση, οδηγεί όμοια και σε τίμια θέση: είτε στην ορθή δράση, που σημαίνει δηλαδή τη συνεπή με την αντίληψη, είτε στην παραδοχή μιας θαρρετής δειλίας, μ' άλλα λόγια, τέτοιας που να μην αλλοιώνει τα συμπεράσματα, έρμαιο της ντροπής. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα στην πράξη, καθότι συχνά δυσδιάκριτα στέκουν τα αίτια της αδράνειας: πρόκειται όντως περί δειλίας (βάλε αν το θες βολέματος) ή μήπως το βάρος μιας δεδομένης αμηχανίας - για την οποία θα συζητήσω εδώ - είναι επιπόλαια υποτιμημένο;

Ετούτη η προσωπική κατάθεση, η οποία συνιστά συνάμα και λόγο πολιτικό, ας διαβαστεί με μια απαραίτητη συνθήκη ή αλλιώς μέσα στο εξής πλαίσιο: τους ανθρώπους, που αγωνίζονται για κάτι, τους σέβομαι και τους θαυμάζω μέχρι στα πέρατα της λέξης, πρωτίστως γι' αυτή τους την αρετή. Δε χρειάζεται να ξέρω τίποτε περισσότερο γι' αυτούς, αν ας πούμε οι αρετές τους πλεονάζουν ή εξαντλούνται εκεί. Απλά ότι υπάρχουν κι ότι γίνεται. Επαναδιατυπώνω: τους ανθρώπους, που αγωνίζονται φυσικά για κάτι, έξω από το προσωπικό τους το συμφέρον. Ακόμα κι αν δε συμφωνώ μαζί τους, ακόμα κι αν διαφωνώ κάθετα, ακόμα-ακόμα κι αν θα μπορούσα να τους ονομάσω εχθρούς. Ακόμα κι έτσι, πάντα θα υπάρχει εκείνο το βαθύ πείσμα κι ένας αυθορμητισμός, στα οποία υποκλίνομαι. Οι άνθρωποι ετούτοι δε συμβολίζουν απλά κάτι αφηρημένο, είναι η διαυγής ενσάρκωση ενός βήματος στον κόσμο τον πραγματικό. Ενός βήματος είτε προηγούμενου, είτε επόμενου, εκατέρωθεν της πολλής  περίσκεψης και της ανάλυσης, που καταντούν προσβλητική φλυαρία. Το προηγούμενο βήμα, ως αστόχαστη νεανική εξέγερση, γεμάτη δίκια και ορμόνες, το επόμενο ως ώριμη κατάκτηση εκείνης της αλήθειας που αδυνατούν να σου πούνε άλλο οι λέξεις και τα σοφίσματα. Πως δηλαδή ο τελικός λόγος σ' αυτή την έλικα είναι ο ίδιος με τον αρχικό: μια ελευθερία που ζητά μερτικό στην πράξη. Η σύγκρουση, το πάλεμα, σε όποια έκφανση κι αν αρμόζει στην κάθε ιδιοσυγκρασία (με τη γραφή, με τ' όπλο, με τη στήριξη, με την οργάνωση), είναι το ήθος εκείνο που βάζει σφραγίδα και καθιστά το Λόγο κοινωνό αλήθειας και όχι ξεψύχισμα ανάσας ή νου.

Μιλώ, φυσικά, για τους ανθρώπους εκείνους που στέκονται ακόμα όρθιοι, επιμένοντας δίχως πολλές βεβαιότητες - ή ακόμα χειρότερα μολυσμένοι με πολλές αμφιβολίες - κόντρα στην απελπισία και στον ίδιο τους τον εαυτό. Ορμώμενοι σε δράσεις κι αντιδράσεις, σε προσφορές, σε οργανώσεις. Οι ψυχές ετούτες λένε: να σωθεί κι αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο ένας, ας είναι κι ο τελευταίος, έστω. Ακόμα κι έτσι αρκεί. Αξίζει χίλιες ζωές, ετούτη η αμοιβή. Χίλιες ζωές δικές του, εννοεί βεβαίως ο αγωνιστής, κι όχι χίλιες σφάγιων σφαγές.

Αλλά μιλώ και για εκείνα τα παιδιά (και όχι μόνο), τα οποία ενάντια σε κάθε φλύαρη ένσταση και στο σώμα τους το ίδιο, χέρι με χέρι, ρίχνονται στο δρόμο και στις πλατείες, ρίχνονται στην πρώτη γραμμή και στα χημικά, καταπιάνονται με την οχύρωση ενός τόπου ή τη λευτέρωσή του, ενός τόπου υπαρκτού κι όχι φαντασιακού. Πορεύουν δηλαδή στο πεζοδρόμιο κι όχι στα περιθώρια των σελίδων, προτάσσουν στήθη κι όχι ρητορείες που μεταθέτουν την ευθύνη. Ενίοτε εκτροχιάζονται, ενίοτε αστοχούν. Και τι να λέει αυτό; τι να λέει, δηλαδή, από μόνο του; Τι να λέει σε μια κοινωνία που 'χει τη μετοχή γι' αρρώστια; Στα παιδιά αυτά οφείλουμε εκείνο το δρόμο, την πορεία ή τη γειτονιά, που καθάρισαν από τον ασύδοτο φασισμό των ίσκιων. Καθάρισαν, φυσικά, όχι δια μαγείας, παρά με την ανδρεία και το στυλιάρι. Γιατί το φασιστικό μαχαίρι κόβει καλύτερα όταν κόβει μουλωχτά και δε θα το μάθεις στα πρωινάδικα, την επομένη. Τα κορμιά, όμως, βιάζονται αδιαλείπτως. Τα κορμιά των απανταχού αδύναμων, που τα 'χει καταβροχθίσει η αφάνεια, πολύ πριν τα μυριστεί ο θάνατος. Κάποτε, μια πιτσίλα αίματος στο πεζοδρόμιο σηκώνει κάποιο ντόρο. Μα θες τα στοιχεία είν' ασαφή, θες οι φωτογραφίες είναι θαμπές, θες ν' αφήσουμε τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της. Όμως της τελευταίας ο ήλιος είναι κυρίως νοητός και τον τραγουδούμε στις γιορτές, αντιθέτως με τον κώλο της που χάσκει απτός κι ορθάνοιχτος, και τον βατεύουμε σε βάση καθημερινή. Οι πετσοκομμένες ζωές δεν μας αρκούν, ως εκκωφαντικές αποδείξεις. Οι άσημες δολοφονίες και τα μολωπισμένα βλέμματα δεν είναι ήλιοι να καίνε, δεν είναι καν μαγκάλια, είναι πειστήριο Α κύριε πρόεδρε και κατάθεσις Β κύριε εισαγγελεύ. Ποιος είναι εκεί νομίζεις να παλέψει, σαν πέσει σύρμα, σα βγαίνει ο Χάρος παγανιά, εννοείται παγανιά φασιστική; Ο πολιτικός ή μήπως ο αστυνόμος;;

Μα κι η «τρομοκρατία», η τυφλή αυτή κόρη, όταν φυσικά δεν είναι κατευθυνόμενη με καλοπληρωμένους ασφαλίτες, ακόμα κι αν είμαι παντελώς αντίθετος με την αλλοτριωμένη της δράση και τον καλυμμένο της ναρκισσισμό, ακόμα κι αυτή έχει πολλά να πει σε μας τους φρουφρούδες, με τ' αρώματα. Οι άνθρωποι αυτοί ιπποτικοί και large ή απεχθείς και κακομαθημένοι, απαιτώντας φόρο στις ζωές των άλλων, ωστόσο ισοβαρώς λογίζουν και τη δικιά τους τη ζωή, στα ίσα, δίχως να περιμένουν τόκους και μερίσματα. Ποια συναλλαγή στέκεται τιμιότερη από αυτή;

Αλλά ακόμα και μέσα στην απέχθειά του, ακόμα κι ο αμετανόητος ιδεολογικά φασίστας ή ο εθνικιστής, αυτός που δεν είναι απλό λαμόγιο και μπράβος της νύχτας, αλλά μέσα στην τύφλα του και την κρανίου τρικυμία, μέσα στο βιασμένο του ερωτισμό και τον ευνουχισμό του νου ψάχνει να υπηρετήσει κάτι πέρα απ' τον ίδιο του τον εαυτό, που θεωρεί χρέος ν' αγωνιστεί για κάτι που τον ξεπερνά, αυτή ακριβώς η ιδιότητά του μου προκαλεί το μεγαλύτερο τρόμο, μα και το δέος. Δεν μπορώ παρά ν' απεχθάνομαι το ήθος του, μα παράλληλα αναδύεται η θλίψη μιας απώλειας: δεν είναι κρίμα, ρε αδερφέ, τόσο πείσμα, τόση ψυχή, να πηγαίνουν στράφι, να εξαντλούνται στην καταστροφή και το θάνατο; Δεν είναι τόσο μα τόσο λάθος - μια εκκωφαντική, ματοβαμμένη παραφωνία - τόσοι άνθρωποι βέβαιοι και πεισμωμένοι, να μην στέκονται στο πλευρό μας, ως σύμμαχοι, ως συνδημιουργοί, ως αδέρφια;

Επειδή, λοιπόν, τα πάντα κρίνονται στο δρόμο - με την έννοια πως στο δρόμο κοινωνούμε αν κοινωνείται κάτι κι όχι πίσω απ' τις κλειδωμένες ξώπορτες - αναγνωρίζω στους ανθρώπους αυτούς μια ποιότητα αδιαπραγμάτευτη. Έτσι η κριτική που σφοδρά θ' ακολουθήσει γίνεται μάλλον από υπερβολική αγάπη ή έστω σεβασμό για ό,τι πολύτιμο σπαταλιέται - κατά τη γνώμη μου - άκαρπα, για ό,τι σπάνιο και ακριβοθώρητο εξατμίζεται σαν δροσιά στους πέντε ανέμους, αφήνοντας τις ασφάλτους και τις καρδιές των πολλών απότιστες. Να τη μπολιάσεις τη μηλιά με μήλα, το πάλι μήλα θα σου δώσει. Κι όμως, θέλει στ' ανόμοιο να παλέψεις για μια θέση, αν θες να δεις κάτι καινούργιο. Τότε θ' ανθίσει ο κόσμος και θα γεμίσει με καρπούς. Αυτά είναι τα σωστά μπολιάσματα, τα ετερόκλητα. Γι' αυτό απεχθανόμαστε τα στεγανά, τουλάχιστον οι λεύτεροι. Μα όχι περιμένοντας τον κόσμο, πότε να πάρει απόφαση, αλλά να ξεχυθούμε εμείς μέσα στον κόσμο, γεμάτοι απ' τις σοδειές που επαγγελόμαστε. Όμως, τόσο μα τόσο εγωιστές, μέσα στα δίκια μας και στ' άδικά μας, ακόμα και τους ομοίους με φειδώ καταδεχόμαστε.