Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#03]

Η περιορισμένη αντίληψη, η στενεμένη καρδιά, πως για να πολεμήσεις κάποιον πρέπει σώνει και καλά να τον μισείς, είναι μια θλιβερή παρεξήγηση πολλών αγωνιστών. Αν για να πολεμήσουμε δε γίνεται παρα να μισούμε, τότε δεν υπάρχει καν λόγος θαρρώ να πολεμήσουμε. Δεν υπάρχει ελπίδα κι ούτε φέρουμε τίποτα νέο μέσα μας, άλλο από την υπόσχεση νέων θανάτων. Κι ωστόσο, το μίσος γίνεται ακόμη μεγαλύτερο δεινό όταν, ακολουθώντας σα σκιά τη στενή τούτη αντίληψη, φτάνει κάποτε να γίνει πολιτική το ίδιο, φτάνει να διατρανώνεται ως αγωνιστική αρετή. Στο κατόπι αυτή της κατάντιας, ο φασισμός γελά σ' όλα τα χρώματα και τα πλάτη. Στέφεται αδιαφιλονίκητος ηγέτης, ασχέτως έκβασης. Θλίψη. Όλος ο κόσμος μοιάζει εξορία, για την αγνή καρδιά που γυρεύει έναν τόπο καθαρό να σταθεί. Όχι τόπο καθαρό από αίμα - τ' ειν' αυτό; - μα τόπο καθαρό απ' τον καρκίνο.

Το μίσος είναι συναίσθημα σεβαστό, γιατί σεβαστές είναι η αιτίες του, κρίματα ασήκωτα για την ψυχή του ανθρώπου, που έχει τα πάντα να βαστάξει και πουθενά να βασταχτεί. Μα το μίσος είναι προσωπικό, το μίσος είναι του ατόμου, δεν είναι των μαζών. Μόνο τότε είναι αληθινό, είναι φωτιά μ' αξία καθαρτική. Γιατί είναι βίωμα, είναι θεριό που ζητά το αίμα του, είναι βουνό με ρίζες ίσα κάτω στις λάβες του αβάσταχτου. Μα σαν το πέρνουν να ντυθούν οι μάζες γίνεται ψεύτικο, γίνεται σκηνικό και φύλλο του ανέμου. Γιατί σ' αυτά τα μήκη και τα πλάτη των λαών το μίσος δε φτουράει, εξατμίζεται αντιστρόφως ανάλογο του τετραγώνου της απόστασης. Αμα δηλαδή δεν είναι κάποιος να το εμψυχώνει και να το αναδαυλίζει διαρκώς. Συνεπώς, δεν είναι τα κοινά βιώματα, που εγγυώνται το μοιρασμένο μίσος, μα είναι τα λόγια του συρμού και τα κηρύγματα της πεπατημένης, είναι η επιτηδειότητα και μια υστεροβουλία. Τα λόγια, τα κηρύγματα, δεν έχουν προθέσεις από μόνα τους, δεν παρθενογεννώνται. Κάποιοι τα γράφουν, κάποιοι τα φωνάσκουν, κάποιοι τα διαδίδουν. Κι αυτοί οι κάποιοι έχουν σκοπούς, έχουν ατζέντες, έχουνε δόλο. Τώρα, το μίσος γίνηκε πια ολάκερη στατηγική, ξέφυγε της καρδιάς, γίνηκε του μυαλού. Φύγαμε πια γι' αλλού, εκτροχιαστήκαμε προς το χαμό μας. Γίνανε όλα αμφιβολίες και γκρίζες ζώνες. Αν το μίσος γίνει του μυαλού, τότε τα πάντα έχουν τελειώσει: εχθρός μπορεί να γίνει ο καθένας, ο σύντροφος, ο αδερφός, η μάνα μας.

Ετούτη η μάνα, όμως, που 'μεινε χωρίς παιδί, έχει κάθε δικαίωμα στο μίσος. Ο γιος που ξεφτιλίζεται σε κοινή θέα απ' τον πατέρα, ο κρατούμενος που νιώθει τη φάλαγγα να του τσακίζει το κορμί, ο αντάρτης με την ξεκληρισμένη οικογένεια μα και συμμετρικά ο χωροφύλακας που 'χασε αδερφό από βόλι αντάρτη (δεν τα ζυγίζω, απλά λέω), το κορίτσι που βίασαν σειρά μετά τη μάνα του ντουζίνες μισθοφόρων, άνθρωποι που είδαν μπροστά στα μάτια τους τη σάρκα του ανθρώπου ν' ανοίγει στα δύο, τούτοι και μύριοι όσοι, ναι, τούτοι έχουν δικαίωμα στο μίσος. Μίσουν και να μισούν ολόψυχα, τους πρέπει. Να μισούν χίλιες φορές, σα κόλαση, σα λυσσασμένη θάλασσα. Να μισείς ανθρώπινα σημαίνει να μισείς από κάποια στερημένη δικαιοσύνη κι όχι από πλύση εγκεφάλου παιδιόθεν. Σημαίνει να μισείς μ' αυτήν την ένταση που μόνο το πετσί σου γνωρίζει. Μα κι αλλιώς να γίνεται - δε μίσησαν όλες οι μάνες δολοφόνους κι άλλες συγχώρεσαν - ψάξε να βρεις εσύ παρηγοριά για την καρδιά που της έλαχε να χάσει τα πάντα κι έλα μετά να πεις το μυστικό κι εμένα. Μα ως εκεί.

Δε μπορεί ο πολιτικάντης επαναστάτης να με μολύνει, χτίζοντας πάνω μου πρόστυχες ρητορείες περί ταξικού μίσους, κι ας έχω κάθε λόγο εγώ, ως εργάτης, να μισώ τ' αφεντικό μου. Δε μπορεί ο κάθε γραφιάς ινστρούχτορας να μου πλασάρει το νοικοκυραίο για εχθρό μου κι ας είναι κάθε ελευθερία σε μένα να μισώ το νοικοκύρη που με κάρφωσε. Δε μπορεί καμιά επαναστατική ιντελιγκέντσια να μπαίνει και να σεργιανά με τα βρώμικα ποδάρια της στο νου μου, υποδεικνύοντάς μου το φασίστα ως υπάνθρωπο κι ας τον μισώ πρώτος εγώ, στο πρόσωπο όλων των νεκρών σωμάτων, όσων ξεβράστηκαν στην αντίληψή μου, από τότε που κατάλαβα τον πρώτο πόνο ανθρώπου από άνθρωπο. Δε μπορεί η πολιτική να πιάνει το μίσος και να το χρησιμοποιεί για όπλο, πολεμώντας τη μία κτηνωδία με άλλη μεγαλύτερη. Πρέπει να στέκεται κυματοθραύστης στις επιθέσεις της αποκτήνωσης, ακόμη κι αν η τελευταία είναι σωστά αιτιολογημένη στο πρόσωπο του ενός. Δεν είναι πολιτική ο παραλογισμός αυτός αποστέρησης του ανθρώπινου στοιχείου, από ολόκληρες κοινωνικές ομάδες, είτε ολιγάριθμες (εφοπλιστές), είτε πολυπληθείς (ακροδεξιοί), αλλά ξεκάθαρο στοιχείο φασισμού. Δε θες, όμως, να μιλάμε για φασισμό στο σπίτι μας. Να τον πούμε, τότε, πόρνη; Να τον πούμε βεντέτα; Πες τον όπως θες και πάγαινε μετά δέκα χιλιάδες χρόνια πίσω ή μόλις χθες. Μα ούτε βήμα στο αύριο, μ' όμοια μυαλά.

Πολιτική δε σημαίνει να μου υποδείξεις πώς να μισήσω το φασίστα, αυτό είναι δική μου δουλειά. Πολιτική σημαίνει να μου υποδείξεις τι είναι ο φασισμός και τις συνέπειές του. Να με βοηθήσεις να τον αναγνωρίζω γύρω μου, σε κάθε εκκωφαντική ή διακριτική του έκφανση. Να με προκαλέσεις να αναλάβω τις ευθύνες μου, όχι να με κατευθύνεις. Κι οι ευθύνες μου αυτές είναι πολιτικές, όχι συναισθηματικές.

Πολιτική σημαίνει να μου δείξεις πρωτίστως τις αιτίες - όποιες νομίζεις - της αθλιότητας, να μου δείξεις τις αλληλουχίες της σκλαβιάς, της πείνας μου, της ένδειας. Στόχος καλόδεχτος κι ευγενικός. Δε σημαίνει όμως να μου υποδείξεις πώς θα νιώσω και για ποιον, ούτε για ποιες αιτίες θα επιλέξω να παλέψω. Πολιτική σημαίνει να με οργανώσεις, να με προετοιμάσεις, να με υπολογίσεις. Να μου δείξεις τα μέσα ή - καλύτερα - να μου δείξεις κάποια από τα πιθανά μέσα και τις δυνατότητες ή στόχους του καθενός. Αν, δηλαδή, διακρίνεις στον εαυτό σου, στην ομάδα σου, πως έχει κατακτήσει κάποια γνώση. Κάνε με σύμμαχο, σύντροφο, όχι μέλος. Άσε με να μπολιάσω τα μέσα με την ιδιοσυγκρασία μου.

Πολιτική σημαίνει ακόμα να 'χουμε κάτι χρέον υπεράσπισης κι όχι σαν τις ορδές των αμαθών, φύλλα στον άνεμο, να ορμούμε όπου μας υποδείξουν, επιβιώνοντας από το πλιάτσικο, αντί να δρέπουμε σοδειές. Κι ακόμη γιατί, σαν έχεις όντως κάτι να υπερασπίσεις - ένα σπίτι, έναν τόπο, ένα ήθος - είναι όλα ετούτα που θα καθορίσουν καθαρά και ξάστερα, πρακτικά και στέρεα, ποιος στέκει εμπόδιο κι ενάντιος, ποιος όχι - κι ας λένε οι θεωρίες ό,τι θένε για τάξεις κι ιστορικούς προτσέδες. Άμα φέρω μέσα στην πάλη μου το ήθος που οραματίζομαι, η νίκη θα διαμορφώσει το τοπίο απρόβλεπτα. Άμα ρίξω την ταξική κοινωνία, αλλά δεν ξέρω τι άνθρωπος είμαι και τι ζητώ απ' τη ζωή μου, πάλι ταξικός θα καταντήσω.

Θα μπορούσαμε να μιλάμε δεκαετίες για τον ορισμό ή το περιεχόμενο της πολιτικής και πάλι να μη καταλήγουμε. Μα πάντα και πρωτίστως, πολιτική θα σημαίνει τούτο: να επιθυμούμε το μαζί. Η πολιτική δεν έχει ενικό αριθμό. Όταν το τελευταίο εκλείψει, όταν το μαζί διαρρηγνύεται στα επιμέρους, η πολιτική ηττάται και επιβάλλεται απλά ο δυνατότερος. Ό,τι ακολουθεί - ξεκαθαρίσματα, εξορίες, εμφύλιοι - τα λέμε πολιτική μόνο κατ' ευφημισμό, για χάρη της κουβέντας και τα ιστορικά βιβλία.

Πολιτική, όμως απ' την ανάποδη, δε σημαίνει φυσικά ομόνοια, σύμπνοια, δε σημαίνει αδερφοσύνη ή αγάπη. Σημαίνει συνύπαρξη. Συνύπαρξη με προϋποθέσεις και βάση κάποιον κοινό παρονομαστή, που σχεδόν κατά κανόνα - άμα το τραβήξεις ως τέρμα - ανάγεται στην κοινή ανθρώπινη μοίρα. Πολιτική δε σημαίνει να υπομένεις το απαράδεκτο για χάρη μιας εικονικής ειρήνης. Σημαίνει, όμως, να τραβάς την υπομονή σου μέχρι τέρμα, αναγνωρίζοντας - στην ανείπωτη ιστορική κληρονομιά του αίματος - πως αν πιάσει το μαχαίρι να ζητά λογαριασμούς, όλοι θα μείνουμε φτωχότεροι. Σημαίνει να πιστεύεις, μέχρι την τελική στιγμή, πως υπάρχει ελπίδα, πως υπάρχει κι άλλος δρόμος.

Πάνω σ' αυτή τη σειρά σκέψεων, ο πολιτικός άνθρωπος αρνείται με πείσμα το πολιτικό μίσος. Δε ρίχνει λάδι στη φωτιά, δε βάζει λόγια. Στο πρόσωπο του φασίστα αναγνωρίζει το πρόσωπο ενός ανθρώπου πεπτωκότα, μα πάντα ανθρώπου. Αυτή είναι η ράτσα μας κι εύκολα εκτροχιάζεται στο κτήνος. Στο πρόσωπο του φασίστα αναγνωρίζει τον εαυτό του, όχι ως ήθος απαραίτητα, αλλά ως το κτήνος, που συχνά ελλοχεύει σε όλους μας. Στο πρόσωπο του φασίστα αναγνωρίζει, πολύ περισσότερο, την ήττα μιας ολόκληρης κοινωνίας κι όχι ενός ανθρώπου μονάχου. Γι' αυτό ζητά να εξολοθρεύσει το φασισμό από την κοινωνία κι όχι από τ' άτομα. Με τα τελευταία αναμετράται κατά καιρούς στο πεζοδρόμιο, όμως αναπόφευκτα. Δυστυχώς, κάποια πράγματα δε φαίνεται ελπίδα να γίνονται αλλιώς. Αλλά ο πολιτικός άνθρωπος, που παλεύει στο δρόμο, θα 'πρεπε να φέρει θλίψη κι όχι περηφάνεια. Δε θα 'πρεπε να χαχανίζει με τις πετυχημένες καρπαζές, να νιώθει περήφανος με τ' ανοιγμένα κεφάλια. Μα να θλίβεται, που τα πράγματα φτάσαν να γίνουν όπως έγιναν, που δε ευοδώθηκε να γίνουν αλλιώς, που 'πρεπε ν' ασκήσει εξουσία και να επιβάλλει υποταγή.

Αυτό που νιώθω, η κινητήρια φωτιά εντός μου, στον πολιτικό στίβο πρέπει να φτάνει μεταποιημένη ως υπέρβαση του εγώ, να στοχεύει σε δομές, θεσμούς και σχέσεις κι όχι σε άτομα, φυλές ή κάστες. Στο άτομο έχουμε χρέος να βλέπουμε, μέχρι τελευταίας στιγμής, μια δυνατότητα ή μιαν υπόσχεση. Όχι μόνο στους ημέτερους, αλλά σε όλους, τους βάζει δεν τους βάζει ο νους μας. Δεν είναι από αφέλεια, που μιλώ, δεν είναι μόλις χθες που πήρα τους ανθρώπους μυρωδιά. Μα είναι από καχυποψία στις θεωρίες και τους ορισμούς: ποιος είναι ο φασίστας, ποιος δεν είναι; ποιος είναι ο νοικοκύρης, ποιος δεν είναι; ο πατριώτης; ο εθνικιστής; ποιος αξίζει να ζήσει και ποιος όχι; Ποιος ορισμός δεν πιάνει ένα ποδάρι ή μια τούφα απ' τον καθένα μας; Και ποιος θα κρίνει;

Άλλος, να κρίνει ο νους λέει, κι άλλος να κρίνει το μαχαίρι. Κι εγώ λέω, από τα δύο τίποτα. Κανείς κανένα να μην κρίνει, εκ των προτέρων. Κι ούτε να κρίνουν τα κεφάλια που ανοίξαμε, το αίμα που χύσαμε, ο πόνος που προκαλέσαμε. Μόνο ας κρίνουν τα έργα, που αφήσαμε, οι σχέσεις που χτίσαμε, τα λίκνα που παλέψαμε να υπερασπίσουμε, με όλους τους δυνατούς τρόπους πρώτα, πλην της βίας τελευταίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου