Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#01]

Κοντεύουν εφτά γεμάτα χρόνια, από τις μέρες εκείνες, τότε που τα πάντα έμοιαζαν πιθανά. Τι κι αν η δήλωση αυτή φαντάζει, εν πρώτοις, αφελής και ρομαντική. Στάσου μια στάλα και κράτει τον οίκτο σου αναγνώστη, δε θα 'πρεπε έτσι αβίαστα να κρίνεις. Γιατί ποιος θα τολμούσε, σαν άλλη Κασσάνδρα, να θεωρήσει  εαυτόν ικανό σε τέτοια προδικάσματα και προφητείες; Για τη χαοτική εκείνη ανθρώπινη δυναμική, πήξαμε στις εκ των υστέρων προφητείες. Κι όμως τότε, τα πάντα μύριζαν υπόσχεση. Εξ' ού και τόσες ύαινες μαζωμένες, για όποιον είχε φυσικά μάτια να τις δει. Εγώ, να πούμε την αλήθεια, δεν είχα.

Έκτοτε, λοιπόν, συνέβησαν τα μύρια όσα σοβαρά κι ισάριθμα τόσα ευτράπελα, τα οποία άπαντες φυσικά γνωρίζουμε από το πρώτο χέρι, το βαρύ. Διότι συνέβησαν επάνω στο πετσί μας και σε πολλούς κι απ' το πετσί βαθύτερα. Πακέτο πάνε αυτά, βεβαίως, και με τις προσωπικές ερμηνείες καθενός, επί των γεγονότων. Την κόψη όμως την κοινωνήσαμε άπαντες, ως γεγονός κοινό και κοινή αλήθεια. Τώρα, αν οι μισοί βλέπανε χειρουργικά νυστέρια κι οι άλλοι μισοί τσεκούρια, ο καθείς και το μάτι του. Αν ήταν να υπάρχει και τρίτο μισό, δε θα 'ταν παρά όλοι αυτοί οι αφανείς νεκροί που, σε κάθε εποχή και τόπο, συγκολλούν με το θάνατό τους τα νοήματα, ώστε από την πολλή την αποδόμηση να μην ξεχάσουμε κι αυτά που ξέραμε. Πίσω στη ροή του λόγου, λοιπόν, και στις μεθόδους τετριμμένες ή μη - αναλόγως του αναλυτή - με τις οποίες κάθε όραμα και κάθε ανάθεση ξεπουλήθηκε δια του πλέον ξεδιάντροπου τρόπου. Με άλλα λόγια, αχαλίνωτα, ακαλαίσθητα και επανειλημμένα. Κι η κοινωνία - όποια πτυχή της θε και να πιάσεις  - απέμεινε ξάφνου κοκκαλωμένη κι αμήχανη, ακόμα και για τους ενορατικούς. Ληθαργική κατάσταση στην οποία παραμένει, σε γενικές γραμμές, ως και τα σήμερα.

Θα μεταβώ, τώρα, στην προσωπική σφαίρα, η οποία ούτως ή άλλως αποτελεί και την απόληξη κάθε τίμιας σκέψης - όσων δηλαδή παλεύουν να σηκώσουν την ευθύνη που τους αναλογεί, συνειδητά κι ελεύθερα κι όχι ως βόδια στον αραμπά ζεμένα. Η ανάλυση, όταν είναι τίμια, δηλαδή ειλικρινής μέσα στην μερική της θέαση, οδηγεί όμοια και σε τίμια θέση: είτε στην ορθή δράση, που σημαίνει δηλαδή τη συνεπή με την αντίληψη, είτε στην παραδοχή μιας θαρρετής δειλίας, μ' άλλα λόγια, τέτοιας που να μην αλλοιώνει τα συμπεράσματα, έρμαιο της ντροπής. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα στην πράξη, καθότι συχνά δυσδιάκριτα στέκουν τα αίτια της αδράνειας: πρόκειται όντως περί δειλίας (βάλε αν το θες βολέματος) ή μήπως το βάρος μιας δεδομένης αμηχανίας - για την οποία θα συζητήσω εδώ - είναι επιπόλαια υποτιμημένο;

Ετούτη η προσωπική κατάθεση, η οποία συνιστά συνάμα και λόγο πολιτικό, ας διαβαστεί με μια απαραίτητη συνθήκη ή αλλιώς μέσα στο εξής πλαίσιο: τους ανθρώπους, που αγωνίζονται για κάτι, τους σέβομαι και τους θαυμάζω μέχρι στα πέρατα της λέξης, πρωτίστως γι' αυτή τους την αρετή. Δε χρειάζεται να ξέρω τίποτε περισσότερο γι' αυτούς, αν ας πούμε οι αρετές τους πλεονάζουν ή εξαντλούνται εκεί. Απλά ότι υπάρχουν κι ότι γίνεται. Επαναδιατυπώνω: τους ανθρώπους, που αγωνίζονται φυσικά για κάτι, έξω από το προσωπικό τους το συμφέρον. Ακόμα κι αν δε συμφωνώ μαζί τους, ακόμα κι αν διαφωνώ κάθετα, ακόμα-ακόμα κι αν θα μπορούσα να τους ονομάσω εχθρούς. Ακόμα κι έτσι, πάντα θα υπάρχει εκείνο το βαθύ πείσμα κι ένας αυθορμητισμός, στα οποία υποκλίνομαι. Οι άνθρωποι ετούτοι δε συμβολίζουν απλά κάτι αφηρημένο, είναι η διαυγής ενσάρκωση ενός βήματος στον κόσμο τον πραγματικό. Ενός βήματος είτε προηγούμενου, είτε επόμενου, εκατέρωθεν της πολλής  περίσκεψης και της ανάλυσης, που καταντούν προσβλητική φλυαρία. Το προηγούμενο βήμα, ως αστόχαστη νεανική εξέγερση, γεμάτη δίκια και ορμόνες, το επόμενο ως ώριμη κατάκτηση εκείνης της αλήθειας που αδυνατούν να σου πούνε άλλο οι λέξεις και τα σοφίσματα. Πως δηλαδή ο τελικός λόγος σ' αυτή την έλικα είναι ο ίδιος με τον αρχικό: μια ελευθερία που ζητά μερτικό στην πράξη. Η σύγκρουση, το πάλεμα, σε όποια έκφανση κι αν αρμόζει στην κάθε ιδιοσυγκρασία (με τη γραφή, με τ' όπλο, με τη στήριξη, με την οργάνωση), είναι το ήθος εκείνο που βάζει σφραγίδα και καθιστά το Λόγο κοινωνό αλήθειας και όχι ξεψύχισμα ανάσας ή νου.

Μιλώ, φυσικά, για τους ανθρώπους εκείνους που στέκονται ακόμα όρθιοι, επιμένοντας δίχως πολλές βεβαιότητες - ή ακόμα χειρότερα μολυσμένοι με πολλές αμφιβολίες - κόντρα στην απελπισία και στον ίδιο τους τον εαυτό. Ορμώμενοι σε δράσεις κι αντιδράσεις, σε προσφορές, σε οργανώσεις. Οι ψυχές ετούτες λένε: να σωθεί κι αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο ένας, ας είναι κι ο τελευταίος, έστω. Ακόμα κι έτσι αρκεί. Αξίζει χίλιες ζωές, ετούτη η αμοιβή. Χίλιες ζωές δικές του, εννοεί βεβαίως ο αγωνιστής, κι όχι χίλιες σφάγιων σφαγές.

Αλλά μιλώ και για εκείνα τα παιδιά (και όχι μόνο), τα οποία ενάντια σε κάθε φλύαρη ένσταση και στο σώμα τους το ίδιο, χέρι με χέρι, ρίχνονται στο δρόμο και στις πλατείες, ρίχνονται στην πρώτη γραμμή και στα χημικά, καταπιάνονται με την οχύρωση ενός τόπου ή τη λευτέρωσή του, ενός τόπου υπαρκτού κι όχι φαντασιακού. Πορεύουν δηλαδή στο πεζοδρόμιο κι όχι στα περιθώρια των σελίδων, προτάσσουν στήθη κι όχι ρητορείες που μεταθέτουν την ευθύνη. Ενίοτε εκτροχιάζονται, ενίοτε αστοχούν. Και τι να λέει αυτό; τι να λέει, δηλαδή, από μόνο του; Τι να λέει σε μια κοινωνία που 'χει τη μετοχή γι' αρρώστια; Στα παιδιά αυτά οφείλουμε εκείνο το δρόμο, την πορεία ή τη γειτονιά, που καθάρισαν από τον ασύδοτο φασισμό των ίσκιων. Καθάρισαν, φυσικά, όχι δια μαγείας, παρά με την ανδρεία και το στυλιάρι. Γιατί το φασιστικό μαχαίρι κόβει καλύτερα όταν κόβει μουλωχτά και δε θα το μάθεις στα πρωινάδικα, την επομένη. Τα κορμιά, όμως, βιάζονται αδιαλείπτως. Τα κορμιά των απανταχού αδύναμων, που τα 'χει καταβροχθίσει η αφάνεια, πολύ πριν τα μυριστεί ο θάνατος. Κάποτε, μια πιτσίλα αίματος στο πεζοδρόμιο σηκώνει κάποιο ντόρο. Μα θες τα στοιχεία είν' ασαφή, θες οι φωτογραφίες είναι θαμπές, θες ν' αφήσουμε τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της. Όμως της τελευταίας ο ήλιος είναι κυρίως νοητός και τον τραγουδούμε στις γιορτές, αντιθέτως με τον κώλο της που χάσκει απτός κι ορθάνοιχτος, και τον βατεύουμε σε βάση καθημερινή. Οι πετσοκομμένες ζωές δεν μας αρκούν, ως εκκωφαντικές αποδείξεις. Οι άσημες δολοφονίες και τα μολωπισμένα βλέμματα δεν είναι ήλιοι να καίνε, δεν είναι καν μαγκάλια, είναι πειστήριο Α κύριε πρόεδρε και κατάθεσις Β κύριε εισαγγελεύ. Ποιος είναι εκεί νομίζεις να παλέψει, σαν πέσει σύρμα, σα βγαίνει ο Χάρος παγανιά, εννοείται παγανιά φασιστική; Ο πολιτικός ή μήπως ο αστυνόμος;;

Μα κι η «τρομοκρατία», η τυφλή αυτή κόρη, όταν φυσικά δεν είναι κατευθυνόμενη με καλοπληρωμένους ασφαλίτες, ακόμα κι αν είμαι παντελώς αντίθετος με την αλλοτριωμένη της δράση και τον καλυμμένο της ναρκισσισμό, ακόμα κι αυτή έχει πολλά να πει σε μας τους φρουφρούδες, με τ' αρώματα. Οι άνθρωποι αυτοί ιπποτικοί και large ή απεχθείς και κακομαθημένοι, απαιτώντας φόρο στις ζωές των άλλων, ωστόσο ισοβαρώς λογίζουν και τη δικιά τους τη ζωή, στα ίσα, δίχως να περιμένουν τόκους και μερίσματα. Ποια συναλλαγή στέκεται τιμιότερη από αυτή;

Αλλά ακόμα και μέσα στην απέχθειά του, ακόμα κι ο αμετανόητος ιδεολογικά φασίστας ή ο εθνικιστής, αυτός που δεν είναι απλό λαμόγιο και μπράβος της νύχτας, αλλά μέσα στην τύφλα του και την κρανίου τρικυμία, μέσα στο βιασμένο του ερωτισμό και τον ευνουχισμό του νου ψάχνει να υπηρετήσει κάτι πέρα απ' τον ίδιο του τον εαυτό, που θεωρεί χρέος ν' αγωνιστεί για κάτι που τον ξεπερνά, αυτή ακριβώς η ιδιότητά του μου προκαλεί το μεγαλύτερο τρόμο, μα και το δέος. Δεν μπορώ παρά ν' απεχθάνομαι το ήθος του, μα παράλληλα αναδύεται η θλίψη μιας απώλειας: δεν είναι κρίμα, ρε αδερφέ, τόσο πείσμα, τόση ψυχή, να πηγαίνουν στράφι, να εξαντλούνται στην καταστροφή και το θάνατο; Δεν είναι τόσο μα τόσο λάθος - μια εκκωφαντική, ματοβαμμένη παραφωνία - τόσοι άνθρωποι βέβαιοι και πεισμωμένοι, να μην στέκονται στο πλευρό μας, ως σύμμαχοι, ως συνδημιουργοί, ως αδέρφια;

Επειδή, λοιπόν, τα πάντα κρίνονται στο δρόμο - με την έννοια πως στο δρόμο κοινωνούμε αν κοινωνείται κάτι κι όχι πίσω απ' τις κλειδωμένες ξώπορτες - αναγνωρίζω στους ανθρώπους αυτούς μια ποιότητα αδιαπραγμάτευτη. Έτσι η κριτική που σφοδρά θ' ακολουθήσει γίνεται μάλλον από υπερβολική αγάπη ή έστω σεβασμό για ό,τι πολύτιμο σπαταλιέται - κατά τη γνώμη μου - άκαρπα, για ό,τι σπάνιο και ακριβοθώρητο εξατμίζεται σαν δροσιά στους πέντε ανέμους, αφήνοντας τις ασφάλτους και τις καρδιές των πολλών απότιστες. Να τη μπολιάσεις τη μηλιά με μήλα, το πάλι μήλα θα σου δώσει. Κι όμως, θέλει στ' ανόμοιο να παλέψεις για μια θέση, αν θες να δεις κάτι καινούργιο. Τότε θ' ανθίσει ο κόσμος και θα γεμίσει με καρπούς. Αυτά είναι τα σωστά μπολιάσματα, τα ετερόκλητα. Γι' αυτό απεχθανόμαστε τα στεγανά, τουλάχιστον οι λεύτεροι. Μα όχι περιμένοντας τον κόσμο, πότε να πάρει απόφαση, αλλά να ξεχυθούμε εμείς μέσα στον κόσμο, γεμάτοι απ' τις σοδειές που επαγγελόμαστε. Όμως, τόσο μα τόσο εγωιστές, μέσα στα δίκια μας και στ' άδικά μας, ακόμα και τους ομοίους με φειδώ καταδεχόμαστε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου