Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#07]

1. Δράση για την αντί-δραση

Η μεταμοντέρνα στάση κι οι συναφείς διαδηλώσεις είναι δράσεις αρνητικού προσήμου, δηλαδή αντιδράσεις. Ο αγαθός από μόνος του δεν έχει να πει τίποτα, παρά περιμένει να δράσει πρώτα ο μαλάκας. Έπειτα πιάνει να οργανώσει την αντίδρασή του. Αν δεχτούμε ν' αφήσουμε τις εξειδικευμένες αφορμές στην άκρη, τις αφορμές που έχουν να κάνουν με ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες (μετανάστες, ιερόδουλες, ρομά, φυλακισμένους, ναρκομανείς και γενικά ανθρώπους, που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, στο σύγχρονο αστικό κράτος), και πιάσουμε αυτές που αφορούν στον τρόπο ζωής, τότε εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι δεν έχουμε τι ακριβώς να υπερασπίσουμε. Είναι - κατά τη γνώμη μου - κι ο βασικότερος λόγος, που 'χουμε γεμίσει «αντί»: αντι-φασιστική πορεία, αντι-μνημονιακή πολιτική, αντι-ρατσιστική συναυλία και πάει αντι-λέγοντας. Προσδιορίζοντας όμως αυτό που είμαστε, ως το υπόλοιπο εκείνου που δεν είμαστε, τελικά στερεώνουμε βαθύτερα στις αντιλήψεις του κόσμου τις πραγματικότητες που αποστρεφόμαστε, τις στάσεις που ζητούμε να εξαλείψουμε, αφήνοντας μονίμως στους πέντε ανέμους τις πραγματικότητες που επιθυμούμε να εγκαθιδρύσουμε. Σκέψεις τετριμμένες. Αυτός ο ετεροπροσδιορισμός λειτουργεί ως ταφόπλακα της ελπίδας. Το να μη θες να πεθάνεις δε σημαίνει απαραίτητα το να θες να ζήσεις. Κι εμείς, χρειαζόμαστε επιτακτικά μια πολιτική της ζωής και του φωτός. Κάθε τι άλλο είναι θάνατος καθαυτός ή δρόμος ίσα καταπάνω του.

Θαύμασε, ας πούμε, τους βιρτουόζους της αντίρρησης, τους ανθρώπους που απεχθάνονται (όχι άδικα, φυσικά) σχεδόν κάθε έκφανση της μοντέρνας πολιτικής πραγματικότητας κι αναφέρομαι στους αναρχικούς. Τι διάολο κατάφεραν να χτίσουν και να οργανώσουν απ' τη μεταπολίτευση και δώθε; Δεν είναι κιόλας πως έχω εντρυφήσει στα της νεότερης αναρχικής ιστορίας κι ούτε μιλώ σαν ειδικός, μιλώ ως αυτό που είμαι. Ψαρεύοντας εδώ κι εκεί απόηχους από παλαιότερους του χώρου, αντιλαμβάνομαι ότι ίσως τα πράγματα είχαν μια διαφορετική ποιότητα ή δυναμική, κάπου εκεί στη δεκαετία του 80. Αλλά τόσο λίγο, για τόσο λίγο. Τι έχει απομείνει σήμερα; Όταν, από το '10, έπιασα να κουβεντιάζω ερευνώντας τους πολιτικούς αυτούς ανθρώπους και να διαβάζω ό,τι έπεφτε στα χέρια μου δεν κατάφερα να διακρίνω (πέρα από την ευγένεια των στόχων και συχνά ένα θάρρος αξιοζήλευτο) καμία αξιόλογη οργάνωση ή οργανωτικότητα, αποτέλεσμα της χρόνιας τριβής τους, καμία φιλοδοξία (εκτός κι αν θεωρείται φιλοδοξία η παθολογία μιας εσαεί αναμονής), κανένα χαραγμένο πολιτικό προτέρημα. Λιμνασμένοι στα ίδια και στα ίδια, στις συνελευσούλες τους, στις πορειούλες τους, στις καταληψούλες τους, στα μανιφέστα που βγαίνουν καρμπόν μία δραχμή ο τόνος, σα να μην έβγαιναν από ζωντανό οργανισμό, παρά από χιλιοτριμμένο καλούπι. Μα δεν προχώρησαν βήμα πιο πέρα τις δράσεις, τις συγκινήσεις, τη γλώσσα τους. Μιλώ ειρωνικά, αλλά με θλίψη δίκοπη, όταν πρωτίστως στο μπόλιασμα του αναρχισμού βασίζω τις ελπίδες μου.

Κοντεύουν (ή κλείσαν) δέκα χρόνια, που η εύθραστη ελληνική πραγματικότητα γίνηκε χίλια κομμάτια κι οι αφορμές για επαναπροσδιορισμό κι οργάνωση αυξήθηκαν με τρόπο εκθετικό. Μα τούτοι οι ανεκδιήγητοι δεν κατάφεραν ούτε μια πανελλήνια οργάνωση της προκοπής να καταφέρουν. Μα τι λέω; ούτε καν αθηναϊκή. Ακόμη και για τα πρακτικά ζητήματα, το μυαλό δε φτάνει παραπέρα: χαιρόντουσαν σαν τα παιδάκια που, τις ένδοξες ημέρες επί Ρωμάνειας απεργίας πείνας, μάζεψε η πορεία δύο-χιλιάδες-ξερω-γω-πόσους νοματαίους, μ' αν έκανες μια έτσι, παραδίπλα στην πλατεία Συντάγματος, οι Σύροι είχαν περιφρούρηση μια δράκα κουρασμένους. Και λέω, ρε πούστη μου, τόσοι χαραμοφάηδες στην πρωτεύουσα, δε θα μπορούσε κάθε βράδυ να υπάρχει μόνιμη, σταθερή ασπίδα, από εναλασσόμενες βάρδιες; Τι χρειάζεται περισσότερο από excel και καλή διάθεση; Μπα. Ξεφούσκωσε το πράμα. Ως εκεί αντέξε η καρδιά μας και η αγωνιστικότητα. Το πρωί δουλεύουμε κιόλας. Έτσι, μια όμορφη νύχτα πριν τις γιορτές, άνθρωποι και πράγματα εξαφανίστηκαν μέχρι να πεις κίμινο, σαν ποτέ να μη συνέβη το παραμικρό και σαν ποτέ να μην υπήρξαν. Μάλιστα, γρήγορα κιόλας εκλογικεύτηκε η ήττα ετούτη. Διαβάσαμε, τις επόμενες μέρες (και δεν εννοώ στην Καθημερινή), πως και να υπήρχε ο κόσμος, τι θα 'κανε; τι θ' άλλαζε; τσάμπα η φασαρία. Μα καταλαβαίνετε τι λέω, εδώ; το νόημα δεν είναι αν θα είχε αποτέλεσμα ή όχι η οποιαδήποτε κίνηση. Το νόημα εδώ είναι ότι αδυνατούμε να συγκροτηθούμε σε ένα οργανωτικό σκαλοπάτι παραπάνω, αδυνατούμε να φανταστούμε τους εαυτούς μας καλύτερους και ισχυρότερους, δεν έχουμε όραμα κι ούτε περιμένουμε κάτι περισσότερο απ' τις ζωές μας.

Ειλικρινά, δεν έχουμε για τι να παλέψουμε, δεν έχουμε εικόνες να χτίσουμε το μέλλον μας. Να φύγει το Μνημόνιο λένε οι μισοί, να φύγει το Κράτος οι υπόλοιποι. Ναι. Και μετά τι; Μετά θα το βρούμε; Ζήσε Μάη μου. Εδώ δε μιλώ πολιτικά, είναι βασικά θέματα ψυχολογίας όλα ετούτα. Αν είμαι σκλάβος, δεν αρκεί να μισώ τ' αφεντικό μου, δεν αρκεί καν να μισώ τη σκλαβιά. Δεν αρκεί να ξέρω τι δεν θέλω, αυτό γίνεται αυτόματα με την πρώτη βουρδουλιά. Είναι χρεία ν' αποκτήσει σχήμα αυτό που θέλω. Πρέπει να χτιστεί μέσα μου η λύσσα για την ελευθερία, τους ανοιχτούς τόπους, την ευθύνη του εαυτού μου ή του συντρόφου μου. Όχι ελευθερία έτσι γενικά κι αυθαίρετα. Ο άνθρωπος, που επαναστατεί στ' αλήθεια, νιώθει απλά πράματα κι όχι φιλοσοφικές τζιριτζάντζουλες. Η ελευθερία του έχει μορφή, δεν είναι του ανέμου. Είναι ελευθερία από την πείνα, απ' την αρρώστια, απ' την αμάθεια. Είναι ελευθερία να μιλάει με το κεφάλι ορθό, να περπατάει άφοβα, να χτίσει ένα σπιτικό και μέσα του ν' αγαπήσει. Άμα δεν ξέρει τι ζητά, τότε γιατί να παλέψει κανείς τα σίδερα; έτσι, ιδεατά, για να μην είναι σκλάβος, γιατί είν' η σκλαβιά πράμα κακό; Πρέπει κάτι να ποθώ για να μεταμορφωθεί ο κόσμος, να πάρει η Γη μπροστά. Με το μίσος τίποτα δεν παίρνει κίνηση - παρά μόνο επιφανειακά - κι ας γεμίσει κανείς τρεις τόμους ματοβαμμένης Ιστορίας. Την ίδια μάχη θα διαβάζεις ξανά και ξανά με άλλα ονόματα και χρόνους, δίχως την παραμικρή πρόοδο. Μ' αν υπάρχει ο πόθος και λείπει μονάχα η αφορμή, ε, τούτα είναι εύκολα πράματα πια, για την αποφασισμένη ψυχή.

Οι παλιοί τουλάχιστον λέγανε κι ένα «ψωμί, παιδεία, ελευθερία». Ήτανε κάτι ετούτο, απτό. Ασχέτως τι ακολούθησε. Γιατί και τα ψωμιά μας μια χαρά τα φάγαμε, τα χρόνια που ακολούθησαν τη δικτατορία. Η Μαρία-Αντουανέτα αποδείχτηκε, τελικά, μεγάλη αλεπού: οι υποτελείς αγοράζουν άφθονο πια το παντεσπάνι από τα σουρπερμάρκετς και το καταβροχθίζουν σε σπίτια δίχως βιβλιοθήκες, δίχως χαμόγελο, δίχως θέρμανση το χειμώνα. Την Παιδεία, που 'ταν αστικού τύπου, ούτως ή άλλως - δηλαδή καταδικασμένη στο δήθεν - μια χαρά την καταφέραμε και τούτη. Τη συνδέσαμε μονοδιάστατα με το σχολείο κι έπειτα απογυμνώσαμε κάθε άλλη δραστηριότητα απ' αυτή. Δεν θα 'βρισκες, δηλαδή, και πολλή παιδεία σε μια δημόσια υπηρεσία, σε μια κοινή διασταύρωση με φανάρι, στον τρόπο που μεγαλώναμε τα παιδιά μας, στην τηλεόραση ή τη μουσική. Τελικά, εφεύραμε τις πανελλήνιες σύγχρονου τύπου, δίνοντας έτσι τη χαριστική βολή σε ο,τιδήποτε γνήσιο, αποθεώνοντας τη χρησιμοθηρία. Αλλά μήτε η Ελευθερία μας έμεινε της προκοπής. Όχι γιατ' είναι λίγο να μπορείς να μιλάς ανεμπόδιστα για τα πιστεύω σου, δίχως το φόβο να σου δώσουν οι μπάτσοι ραντεβού στη γωνία - για το οποίο δεν βάζεις, βέβαια, και το χέρι σου στη φωτιά - αλλά γιατί είναι ελευθερία μόνο των λόγων, άρα του αέρα του κοπανιστού. Άμα επιχειρήσει κανείς να ζήσει τη ζωή του όχι με λόγους, παρά με τρόπο αληθινό, δηλαδή με το σώμα και τη δράση του, αλλά μια στάλλα δα εκτροχιασμένος απ' τα καθεστηκότα και το μονοδιάστατο, τότε μόνο θα νιώσει στο πετσί του τι στον κόρακα σημαίνει αστικό Κράτος (ή αν το θέτε Κράτος γενικότερα) και πόση ελευθερία σηκώνει, γενικά.

Οι ζωές μας παραπαίουν, δίχως ιδιαίτερη εσωτερικότητα, δηλαδή ευάλωτες στη δημαγωγία και το λαϊκισμό, για να χρησιμοποιήσω κι εγώ μερικά κλισέ. Κι αυτά δεν είναι μονοπώλιο της Καθεστηκυίας: καλά λαϊκίζουν κι οι επαναστατικές φυλλάδες, που 'χουνε γίνει πιο βαρετές κι ανούσιες από σαπουνόπερα. Κατά βάθος, δεν είμαστε διατεθειμένοι ν' αλλάξει τίποτα. Στην καλύτερη, απαιτούμε να επανακτήσουμε τα κεκτημένα παλαιότερων αγώνων, τους οποίους έδωσε μία άλλη πάστα αγωνιστών. Στην μέση οδό, απαιτούμε μια πρώτερη καλοζωΐα και θα το βουλώναμε μια χαρά, άμα πιάναμε στα χέρια μας ξανά το καροτάκι. Στη χειρότερη, είμαστε ικανοποιημένοι με τη μιζέρια τούτη, που δεν έχει ευθύνες, δεν έχει πολλά-πολλά, μόνο μπόλικη γκρίνια, χωρίς να θίγεται η επαναστατικότητά μας.

Δεν υπάρχουν, ανάμεσά μας, και πολλοί άνθρωποι, που να την ονειρεύονται όντως αλλιώς την κοινωνία. Άρδην αλλιώς κι όχι με τους μισθούς, απλά, ανεβασμένους. Εδώ, φυσικά, δεν αναφέρομαι στα λόγια, που πλεονάζουν σαν τις κουράδες στο βόθρο. Άμα συναναστραφείς τους ανθρώπους, στην πράξη, θα διαπιστώσεις μια πνευματική οκνηρία και μια μυωπία ψυχική: στην πραγματικότητα δεν επιθυμούν και πολύ ν' αλλάξουν. Δεν είμαστε διατεθειμένοι να στερηθούμε, να πονέσουμε, να υποστούμε το τίμημα, προκειμένου να γεννηθεί το καινούργιο. Και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Και επανάσταση και βόλεμα. Ξεγελούμε ακόμα κι εαυτούς, σε τούτο το χούι, χρόνια τριμμένοι πάνω στα επαναστατικά και στα ηρωικά (εδώ μάλλον δε με πιάνει εμένα), μα στην πραγματικότητα κακομαθημένοι και κρυφο-βολεψάκηδες (εδώ όμως με πιάνει).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου