Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Αναρχικό στιγμιότυπο [Νο 1]

Όταν δε λειτουργεί σωστά εκείνο που απεχθάνεσαι, όταν αποτυγχάνει παντελώς εκείνο που μισείς ή φοβάσαι, η χαιρεκακία πάει σύννεφο και μάλιστα δίχως την παραμικρή ενοχή. Αν για παράδειγμα, ένας γλιτσερός φασιστάκος (ακροδεξιού τύπου) σκοντάψει και του καρφωθεί το μαχαίρι στη βουβωνική χώρα, το πρώτο συναίσθημα που θα νιώσω και με κάθε τιμιότητα είναι εκείνο (δεν το κρύβω) της ανακούφισης. Σα να λέμε : επιτέλους, ένας μαλάκας λιγότερος! Βέβαια, κάποιες τύψεις θα καταφτάσουν κάποτε, αλλά σε χρόνο δεύτερο ή δέκατο-δεύτερο. Δε μιλώ για τίποτα υποκριτικές εκλογικεύσεις, στη βάση ηθικών επιταγών και τα συναφή. Μιλώ για τύψεις ειλικρινείς και πηγαίες, μα όπως και να το κάνουμε καθυστερημένες και στο κατόπι της από μηχανής «δικαίωσης». Για να μην υπάρχει ωστόσο παρεξήγηση, δεν πρόκειται για τύψεις αναίρεσης του πρωταρχικού αισθήματος, για μετάνοια. Όχι. Πρόκειται για τύψεις μιας χαμένης ευκαιρίας. Σα να λέμε μιας νίκης που μας τη στέρησε η τυχαιότητα. Κάθε "εχθρός" που αφανίζεται, πέραν από το λυπηρό της ακυρωμένης ύπαρξης, είναι ένας αποτυχημένος διάλογος ή μια ανεπίτευκτη ανακωχή. Ετούτη είναι η πραγματική ήττα : μια συνεννόηση, η οποία ουδέποτε ευοδώθηκε μέσα σε μια ισορροπία δυνάμεων ή στη βάση μιας αμοιβαιότητας. Θα μου πείτε τι είδους αμοιβαιότητα θα μπορούσε ποτέ να συνδέσει την καταφάσκουσα ζωή με το θάνατο του φασισμού; Ιδεολογικά καμία. Ωστόσο κανείς άνθρωπος δεν είναι ένα παγιωμένο στιγμιότυπο κι ιδεολογικός γρανίτης, ένας ερμηνευτικός μονόλιθος άπαξ και διαπαντώς αυτοσυνεπής. Σε αυτό το διαρκές γίγνεσθαι πάντα θα παρεισφρέει μια ελάχιστη ή μέγιστη ελπίδα, να χτιστεί επιτέλους ένα γιοφύρι της Άρτας πάνω στο θεμέλιο ενός κοινού λόγου ή μιας κοινής εμπειρίας. Όχι δίχως την απαραίτητη θυσία, δεν τ' αρνούμαι. Ελπίζοντας όμως, ετούτη τη φορά, να θυσιαστεί κάτι από τους εαυτούς μας, αντί των τυχαίων ή άτυχων εξιλαστήριων θυμάτων.

Όταν από την άλλη αποτυγχάνει εκείνο που αγαπάς, εκείνο που συμμερίζεσαι και πάνω του χτίζεις τις ουτοπίες σου, συλλογιέσαι τη ζωή σου ή έστω τον πολιτικό σου εαυτό, τότε τα πράγματα παύουν να είναι αστεία κι από ένα σημείο και μετά ξεπερνούν ακόμα και τα όρια της στεναχώριας ή της απογοήτευσης : απλά εξοργίζεσαι με τη μαλακία των ανθρώπων! Μιλώ, φυσικά, για τον αναρχισμό και τους αναρχικούς κι αποφεύγω τα κεφαλαία, ώστε ν' αποσυνδέσω τις έννοιες από τ' απολιθώματα των «ιδεολογιών». Ο αναρχισμός (οι λέξεις πραγματικά τον αδικούν) είναι μια χαρά θέαση του κόσμου γιατί είναι διαλεκτική με τον κόσμο και όχι κατάκτηση κι επιβολή. Αναρχικός είναι ο άνθρωπος εκείνος που βρίσκεται σ' ένα διαρκή αγώνα απελευθέρωσης. Για παράδειγμα ο μέσος αστός δε μπορεί να είναι ένας άνθρωπος καταρχήν ελεύθερος γιατί είναι δέσμιος των ιδεολογημάτων και των υλικών του μέσων. Ο αναρχικός του συρμού και της μαζικής παραγωγής είναι το ίδιο δέσμιος, φυσικά, γιατί και τούτος αστός είναι κατά βάση. Αλλά είναι μεγάλη κουβέντα αυτή. Είναι αλήθεια πως υπάρχουν άνθρωποι με ψυχή τόσο ελεύθερη, ώστε τρομάζεις κι αποθαρρύνεσαι από τον προσωπικό σου εξανδραποδισμό. Είναι επίσης αλήθεια, παρόλα αυτά, πως η ελευθερία είναι μια διαρκής κατάκτηση και ατελεύτητη ωρίμανση. Ετούτο το τελευταίο, στο βαθμό που ισχύει, παρηγορεί κάπως εμάς τους ελευθεριακά ανάπηρους. Από την άλλη τώρα, οι αναρχικοί όχι ως ορισμός μα ως άνθρωποι, μάλλον ορθότερα ως πολιτικά πρόσωπα, μου φαίνονται κάπως για το μπούτσο και μάλιστα σε ποσοστό που ανησυχεί. Για άλλη μια φορά δε θα μιλήσω εν γένει για τον αναρχισμό, αν και κάποτε φιλοδοξώ να το κάνω μόνο και μόνο για τη ματιά του κόσμου που μου χάρισε και την αφύπνιση, αλλά θα μιλήσω με αφορμή κάποιο περιστατικό, όπως παλαιότερα είχα μιλήσει με αφορμή μια ανακοίνωση , από εκείνες του συρμού. Το πρόσφατο ανακοινωθέν περιστρέφεται γύρω από την αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας Μαρία Ευθυμίου και μερικά ευτράπελα που πρόκειται να σχολιάσουμε.

Εν όψει των επερχόμενων εκλογών, όπου τα πράγματα φαίνεται να πηγαίνουν απ' το κακό στο χειρότερο, με τις γαλάζιες εκσπερματίσεις πάλι προ των πυλών, έτοιμες να γονιμοποιήσουν ό,τι απόμεινε ακόμη παρθένο, τα πνεύματα στον ελευθεριακό κι ελευθεριάζοντα χώρο έχουν αρχίσει πιθανότατα να οξύνονται. Όλο και κάποια νέα Βίλα Αμαλίας μας περιμένει στη συμβολή των οδών Ιστορίας κι Επανάληψης κι ανησυχώ ότι θα γίνουμε και πάλι μάρτυρες εξαιρετικών αντιπαραθέσεων. Μέσα σ' όλα φαίνεται πως ετούτη η Ευθυμίου έπιασε να σκαλίζει τα κακάδια από τις κλασικές πληγές περί ασύλου και καταλήψεων με αποτέλεσμα να βρεθεί στο στόχαστρο πολλών κι αιχμηρών σχολίων. Μέσα στα αιχμηρά ετούτα περιλαμβάνεται και το χαριτωμένο ραβασάκι, το οποίο ανάρτησε το «Αναρχικό Στέκι της Φιλοσοφικής» εδώ κι εκεί , προκειμένου να μας ενημερώσει για τα καθέκαστα. Βασικά, το σύντομο ανακοινωθέν θα ήταν όντως χαριτωμένο αν δεν ήταν παντελώς ηλίθιο μα κι επικίνδυνο, καθώς προοικονομεί την ασυναρτησία που κυοφορείται στους αναρχικούς εγκεφάλους των δεκαετιών που πρόκειται ν' ακολουθήσουν! Θα γελούσα αν δεν ήμουν φανερά εκνευρισμένος κι αν δεν ένιωθα βαθιά ηττημένος απ' την ανοησία των ανθρώπων, με τους οποίους θα επιθυμούσα κάποτε να φτιάξω κάποιας μορφής κοινό μέτωπο (θα μου πεις : πότε; στα γεράματα; έχεις κοντέψει να πεθάνεις 3-4 φορές, τι περιμένεις;). Φυσικά δεν είναι όλοι οι αναρχικοί ίδιοι όπως δεν είναι κι όλοι οι άνθρωποι. Στο βαθμό, ωστόσο, που ανακοινώσεις αποφασίζονται από συλλογικότητες και όχι άτομα, ομολογώ πως έχω πολύ καιρό να διαβάσω ένα κάλεσμα, το οποίο να είναι πραγματικό μπόλιασμα και λίπασμα καρδιάς και όχι, άντε, μια ακόμα υποχρέωση που πρέπει να βγει μέχρι το τέλος της βδομάδας - όπως ας πούμε πληρώνουμε εμείς οι μικροαστοί το λογαριασμό του ρεύματος. Στην πραγματικότητα οι επαναστατικές προκηρύξεις ήταν μια ζωή το ίδιο αποξηραμένες κι άψυχες. Ευτυχώς που υπάρχουν κι οι αναρτήσεις στα διάφορα ιστολόγια, οι οποίες σώζουν όχι μόνο τα προσχήματα αλλά και την ελπίδα στον Άνθρωπο. Όσον αφορά, ωστόσο, στο θέμα της Ευθυμίου, εδώ δεν πρόκειται να συζητήσουμε τα φλέγοντα περί καθηγητικής αυθαιρεσίας και πανεπιστημιακού ασύλου - η προσωπική μου θέση δεν είναι του παρόντος - αλλά θα κουβεντιάσουμε κατά πόσο η ανακοίνωση της αναρχικής συλλογικότητας συνιστά καθαρή και τίμια πολιτική θέση ή, αντιθέτως, πρόκειται για ένα κωλόχαρτο του κερατά.

Το βασικότερο πρόβλημα με το ζήτημα της κυρίας Ευθυμίου είναι πως δεν έχουμε όλοι οι αναγνώστες κοινά βιώματα με τους συντάκτες του κειμένου κι έτσι εκείνο που στους τελευταίους θεωρείται δεδομένο, σε μας τους υπόλοιπους είναι αφετηρία και σημείο μηδέν - συμβαίνει ωστόσο και σ' αυτούς τους ίδιους τους φοιτητές, να μην έχουν δηλαδή όλοι ιδία εμπειρία όλων των καθηγητών. Ας υποθέσουμε πως η συλλογικότητα δεν είχε κατά νου την έκταση που θα δινόταν στο γεγονός κι ότι, κατά συνέπεια, η ανακοίνωση γράφτηκε με στενές αναγνωστικές φιλοδοξίες, ανυποψίαστη ότι θα έπεφτε στην αντίληψη πολλών και άσχετων με τη σχολή ή το χώρο. Τέλος πάντων, πάμε να εξετάσουμε αν πρόκειται για ακραιφνές πολιτικό κείμενο ως θα όφειλε κι όχι για ξεκαθάρισμα λογαριασμών - προσωπικών ή άλλων. Καθώς πολλοί από εμάς ούτε την κυρία Ευθυμίου γνωρίζουμε προσωπικά, ούτε και κανέναν πικραμένο από τ' Αναρχικό το Στέκι, οφείλουμε λοιπόν να διατηρούμε όμοιο σκεπτικισμό - για να μην πω καχυποψία - έναντι και των δυονών. Ενιστάμενος στον ίδιο μου τον εαυτό, ωστόσο, οφείλω να επισημάνω ότι η κυρία Ευθυμίου ως καθηγήτρια δεν είναι ίσα κι όμοια με το χαμηλόβαθμο φοιτηταριό. Είναι όχι μόνο θεωρητικά αλλά και θεσμικά παράγοντας εξουσίας, τη στιγμή που οι φοιτητές είναι με διάφορους τρόπους υποκείμενοι σε αυτήν, όπως τέλος πάντων και στον οποιονδήποτε καθηγητή. Ωστόσο, το θεσμικό της ρόλο η κυρία Ευθυμίου (όπως κι η κάθε Ευθυμίου) δεν θα μπορούσε να τον αποκηρύξει, με τρόπο διαφορετικό απ' την παραίτησή της, κάτι που θα ήταν άδικο να το ζητήσουμε, όπως δεν το ζητούμε π.χ. απ' τους καθηγητές της δευτεροβάθμιας, οι οποίοι θεσμικά είναι επίσης όργανα γραφειοκρατικής ή άλλης εξουσίας. Οπότε το μόνο που μας απομένει να καταφέρουμε είναι να διαπιστώσουμε, με κάποιον τρόπο, το καθαυτό ήθος της κυρίας Ευθυμίου. Ως προς αυτό, φυσικά, η ανακοίνωση δε μας βοηθάει περισσότερο απ' όσο τα φυλλάδια που μιλάνε για τη ζωή και τα θαύματα του Παΐσιου.

Τούτων λεχθέντων, λοιπόν, ας επιστρέψουμε στο αρχικό ζητούμενο. Ο ανυποψίαστος αναγνώστης δεν είναι δυνατόν να μη σταθεί με απορία κι έκπληξη, ξεκινώντας την ανάγνωση : η πρώτη παράγραφος του ανακοινωθέντος είναι η χαρά του ψυχαναλυτή. Η κλάψα πάει σύννεφο και η μία δακρύβρεχτη ιστορία διαδέχεται την άλλη. Οι τρυφεροί βλαστοί, απ' τους οποίους παράγεται η μαύρη ζάχαρη του φοιτητικού εσπρέσο, λυγούν κι υποχωρούν ανυπεράσπιστοι μπροστά στην πρώτη ειρωνία, στην πρώτη απαξίωση ή στο κάτω-κάτω στην πρώτη σκληρή κουβέντα ή αυστηρότητα. Οι αναρχικοί μαχητές αντί να αντιπαραβάλουν πολιτικά τα δύο διαφορετικά ήθη που θεωρούν πως συγκρούονται εντός του πανεπιστημιακού χώρου, ξαπλώνουν στο ντιβάνι του Φρόυντ και μας βγάζουνε τα σώψυχά τους, όπως οι γιαγιάδες που κάθονταν δίπλα μας στις ατελείωτες διαδρομές των ΚΤΕΛ. Μάλιστα δίχως να μας λένε και τίποτα πρωτότυπο, πέραν δηλαδή των γραφικών ανέκδοτων ιστοριών που συνειδητοποιώ πως έχουν παραμείνει απαράλλαχτες εδώ και τριάντα χρόνια κι απ' τις οποίες όλο και κάτι έχουμε οι περισσότεροι να διηγηθούμε, απ' όσους τρίψαμε και πέντε παντελόνια σε κάποιο αμφιθέατρο. Αλλά δεν το κάναμε και ζήτημα. Θα μου πεις «σιγά ρε καραγκιόζη, που είχες και πολιτική συνείδηση στα είκοσι, τότε που αγόραζες ακόμα Βήμα και διάβαζες και Πρετεντέρη». Σωστό κι αυτό και δηλώνω ταπεινά ένοχος. Όσον αφορά, ωστόσο, στην καταδίκη μιας συμπεριφοράς χρειάζεται και μια στοιχειώδη συναισθηματική ευφυΐα κι είναι, παρόλα αυτά, εξαιρετικά δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς που σταμάτα η απλή ανθρώπινη ιδιοτροπία και το δύστροπο του χαρακτήρα και πού ξεκινά η κατάχρηση της εξουσίας. Μια καθηγήτρια που προσβάλλει κάποιον για τις γεωγραφικές, τις ορθογραφικές ή τις σεξουαλικές του ελλείψεις είναι φυσικά ένας άνθρωπος αγενής, είρων και ακοινώνητος, αλλά δεν είναι απαραίτητα το τέρας της φύσης και του καπιταλισμού που θέλουν να την παρουσιάσουν οι αναρχικοί φλώροι. Ούτε ακόμη συνεπάγεται η αγένεια κατάχρηση εξουσίας, αυθαιρεσία και άλλα παρόμοια δεινά. Η αγένεια συνεπάγεται την αγένεια, άντε και τα μοναχικά γεράματα, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Προκειμένου να κρίνουμε πολιτικά έναν άνθρωπο τα προσωπικά μας αισθήματα σίγουρα δεν είναι το καταλληλότερο κριτήριο. Για να καταδειχτεί η εικαζόμενη αυθαιρεσία, απαιτούνται σαφέστερα προσδιορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια, απ' ότι τα δάκρυα μιας ροζ πριγκίπισσας ή έστω μιας ευαίσθητης ψυχής. Απαιτούνται γεγονότα τα οποία να μπορούν να διασταυρωθούν απ' τον καθένα κι επίσημες καταγγελίες. Ο λόγος σου προς το λόγο μου δε συνιστά, φυσικά, ούτε ξώφαλτσα, ούτε κατά σύμβαση τέτοιο κριτήριο και, φυσικά, σε καμία περίπτωση δε συνιστά πολιτικό λόγο.

Η τρικυμία εν κρανίω, η οποία ταλανίζει τα κακόμοιρα παιδιά της Φιλοσοφικής, τα κάνει να συγχέουν την απόδειξη μ' ένα συμβάν, μια φήμη ή ένα κουτσομπολιό, κάτι που δεν δικαιολογείται από ανθρώπους, οι οποίοι οφείλουν να έχουν μιαν ελάχιστη τριβή με τους κανόνες της λογικής συμπερασματολογίας. Το «ορισμένα άτομα αποχωρούν κλαίγοντας απ' το γραφείο της» δε συνιστά φυσικά «απόδειξη», αλλά μια γλαφυρή εικόνα. Για μένα που είμαι άσχετος δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από ένα συνηθισμένο, γραφικό περιστατικό, το οποίο δεν είμαι βέβαιος, ακόμα κι εκείνοι οι φοιτητές άλλων ετών, αν και κατά πόσο είναι σε θέση να εξακριβώσουν. Οι προηγούμενες καταγγελίες, όχι μόνο δε συνιστούν αποδείξεις των αποδιδόμενων, αλλά δε συνιστούν μήτε στο ελάχιστο ενδείξεις. Θα μπορούσα κάλλιστα να φανώ κακεντρεχής και να πλάσω μια εντελώς αντίθετη ιστορία, από τα ίδια φαινόμενα. Για παράδειγμα πως πρόκειται για φοιτητές ανεπρόκοπους και γλειψιματίες, οι οποίοι με πλάγια μέσα επιχείρησαν να κερδίσουν την όποια εύνοια κι εφόσον έφαγαν πόρτα, αποχώρησαν κλαψουρίζοντας με την ουρά στα σκέλια, σχεδιάζοντας τη φαρμακερή τους εκδίκηση με θεατρινισμούς και τερατολογίες, επιπέδου νηπίου : θα σου δείξω εγώ και θα το πω στον μπαμπά μου. Θα μπορούσε ακόμα να συνέβη σε δυο-τρεις παρατρεχάμενους της αναρχικής παρεούλας, εξού κι η υπερβάλλουσα ευαισθησία. Γιατί φυσικά όπως κι εμείς οι κοινοί θνητοί, έτσι και οι αναρχικοί δεν είναι τίποτα ασκητές στο απυρόβλητο κι υπεράνω των κοινών ανθρώπινων ελαττωμάτων και της μικρότητας. Τι 'ναι εκείνο που καθιστά μια αναρχική δήλωση περισσότερο αξιόπιστη από την αντικείμενή της; Τι 'ναι εκείνο που κάνει μια ιστορία πειστικότερη από μιαν άλλη; Θα μου πείτε : μα φυσικά η κοινή εμπειρία, η οποία φυσικά απουσιάζει σ' εμάς που βρισκόμαστε εκτός χορού και χώρου. Γι' αυτό και, κατά τη γνώμη μου, ο καλύτερος τρόπος να επιλύονται παρόμοια ζητήματα είναι καθαρά εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας, όπου η κοινή εμπειρία συνιστά όντως μια μορφή γνώσης μεταξύ των μελών της. Δεν είναι υποχρεωτικό κάθε γνώση να μπορεί να μεταλαμπαδεύεται εξίσου πειστικά και με άλλον εκφραστικό τρόπο, σε μένα, σε σένα ή σε οποιονδήποτε εξωτερικό παρατηρητή. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο θα πρέπει οι ανακοινώσεις αυτού του είδους ν' αποφεύγουν τις ad hominem κακοτοπιές, που δεν προσφέρουν τίποτα - μα ίσα-ίσα αποστερούν από τα δίκαια το δίκαιο - και να συντάσσονται πάνω σε μια διαφορετική λογική, η οποία να μην είναι της καφετερίας και του μεταξύ μας, αλλά περισσότερο πολιτική και εννοιολογική - εφόσον δεν υπάρχουν άλλες, επίσημες παραπομπές.

Η δεύτερη παράγραφος δεν εξελίσσεται καλύτερα από την πρώτη, παρά επεκτείνεται τώρα από το χώρο του γραφείου και του διαδρόμου στο χώρο των καθηγητικών παραδόσεων. Η κυρία Ευθυμίου κατηγορείται για «ταξική μεροληψία» και «ιδεολογική προπαγάνδα ... με απώτερό της στόχο να διαμορφώσει πειθήνιες στο καπιταλιστικό σύστημα συνειδήσεις». Ξαφνικά, από τα δάκρυα της Μάρθας Βούρτση περάσαμε στον κλασικό ξύλινο λόγο της επαναστατικής αερολογίας, όπου χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Σαν τον τετράχρονο πιτσιρικά που έμαθε τη λέξη «μαλάκας» και την κολλάει παντού, δίχως να ξέρει καλά-καλά τι σημαίνει, είναι αδύνατον να διαβάσει κανείς μιαν ανακοίνωση της προκοπής δίχως να σκοντάψει στα χιλιομασημένα. Είναι αξιοσημείωτο πώς ο λόγος νέων παιδιών ζέχνει κάτι από μούχλα Ριζοσπάστη. Καρδιές ελεύθερες, ανοιχτές στην ποικιλία και την αλλαγή, στον ανθρώπινο συγχρωτισμό και την αλληλεπίδραση, δεν εκφράζονται με καταγρατζουνισμένες «ταξικές μεροληψίες» και «ιδεολογικές προπαγάνδες». Περιμένα από νέα παιδιά να μιλήσουν μ' ενθουσιασμό και λόγο ζωντανό, με νέα γλώσσα και νέες εικόνες του κόσμου. Αντ' αυτού έχουμε τους Μπέντζαμιν Μπάτον του αναρχισμού, οχδοντάχρονους γεροξεκούτηδες ή γεροξεκούτισσες με όψη νέων, αλλά νόες ήδη αφυδατωμένους από κάθε ικμάδα και πρωτοτυπία. Μα έχει πλάκα να το πούμε και τούτο : παρακολουθώντας κανείς τα σχόλια στο διαδίκτυο, κατά κύριο λόγο, του δημιουργείται η εντύπωση πως η κυρία Ευθυμίου είναι μια σιχαμένη αριστερή αποδομίστρια των πάντων, από εκείνες που φέραν την Ελλάδα εδώ που τη φέρανε. Τώρα μαθαίνουμε απ' τους αναρχικούς πως όχι, το ακριβώς αντίθετο, πρόκειται για καπιταλίστρια του κιαρατά. Πιάσε τ' αυγό και κούρευ'το! Πίσω στο θέμα μας, όμως, δεν υπάρχει πιο τετριμμένο και βαρετό πράγμα στον κόσμο απ' το να κατηγορήσεις έναν οποιονδήποτε ιστορικό για μεροληψία, στο βαθμό που όλοι οι άνθρωποι είμαστε δέσμιοι των διηγήσεών μας κι ούτε ο Θουκυδίδης δεν ξέφυγε της κριτικής. Είναι όμως αδύνατο ή έστω παρακινδυνευμένο να πιάσει και ν' αποδίδει κανείς προθέσεις και σκοποθεσίες, δεξιά κι αριστερά. Εδώ οι καλοί αναρχικοί εκτροχιάζονται και βάζουν άγαρμπα τρικλοποδιά στους εαυτούς τους. Αποδίδουν στην Ευθυμίου προθέσεις και στραγητικούς σχεδιασμούς, ωσάν να επρόκειτο για κανένα μυστικό πράκτορα των καπιταλιστικών αγορών ή το Βελόπουλο, αντί για μια γραφική καθηγήτρια, με κάποιο πάθος και το θάρρος παρόλα αυτά της γνώμης της - όσο ανόητη κι αν ακούγεται η τελευταία στ' αυτιά του οποιουδήποτε. Με άλλα λόγια την πλάθουν περισσότερο επικίνδυνη απ' ό,τι πιθανότατα είναι, γιατί πώς να το κάνουμε, κάποιος πρέπει να παίξει και το ρόλο του βαρβάρου.

Για να μην πλατειάσουμε κι άλλο, η τρίτη και τέταρτη παράγραφος, μας παρουσιάζουν επιτέλους μια κάποια στοιχειώδη πολιτική κριτική, δε μας εξηγούν παρόλα αυτά το σημαντικότερο. Εδώ ανακύπτει για μία ακόμη φορά των αιώνιο πρόβλημα των αναρχικών ή γενικά των αριστερών προκηρύξεων : δεν αποφασίζουν να πάρουν επιτέλους θέση αν απευθύνονται στην κοινωνία (και άρα στον οποιονδήποτε) ή αν απευθύνονται στους ομοίους τους. Γιατί αν απευθύνονται στους ομοίους τους, τότε πάω πάσο κι οι κατά καιρούς προκηρύξεις δεν έχουν χρεία καμιάς περαιτέρω αιτιολόγησης - θα τολμούσα να πω, μάλιστα, πως είναι κι εξαιρετικά φλύαρες. Αν ωστόσο απευθύνονται στους πάντες, το ζητούμενο δεν είναι να μας περιγράψουν μόνον εκείνο που τους απασχολεί, αλλά και τους λόγους για τους οποίους τους απασχολεί. Κι όλα αυτά, επιπλέον, σε μια γλώσσα κοινή και κατανοητή στους πάντες. Αντ' αυτού, συνήθως παραπαίουν σ' εκείνο το νεφελώδες πουθενά, απευθυνόμενοι προς ολόκληρη την κοινωνία, σε μια αντικαπιταλιστική «καθαρεύουσα», την οποία διαβάζουν μόνον οι μυημένοι. Έτσι κι εν προκειμένω, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να μας απαριθμήσει κανείς, μία προς μία, τις πλέον «κατάπτυστες» απ' τις δηλώσεις της όποιας Ευθυμίου, όταν παίρνει την ερμηνευτική οδό ως δεδομένη και με γράφει στα παπάρια του. Με τον τρόπο αυτό, καταρχάς, δε σέβεται ούτε τον αναγνώστη, θεωρώντας τον ή τόσο μονοδιάστατο ή τόσο χάπατο, ούτε τον εαυτό του, θεωρώντας πως έχει το αλάνθαστο κι άρα καταλήγοντας να μονολογεί, αντί να προκαλεί διάλογο. Για ποιον ακριβώς λόγο, τώρα, οι όποιες δηλώσεις της Ευθυμίου συνιστούν δεινό, απειλή, προσβολή, κατάχρηση, αυθαιρεσία και τέλος πάντων κάτι στο οποίο αξίζει κανείς ν' αντιταχθεί, δεν πρόκειται φυσικά να μάθουμε ποτέ, τουλάχιστον όχι από ετούτη την προκήρυξη. Σημειώνουμε πως ούτε μεταξύ των φοιτητών αποτελούν ομοφωνίες κι ομοϊδεασμούς έννοιες όπως το άσυλο, η απεργία, η εξουσία, η κατάληψη και τα λοιπά, στο βαθμό που κι οι ίδιοι μόλις τώρα αποκτούν τις πρώτες συνειδήσεις. Όπως σε κάθε κοινωνικό μόρφωμα και φαινόμενο, οι σχέσεις είναι διαλεκτικές και συνδιαμορφούμενες απ' το κοινό αγώνισμα της μετοχής σε αυτές κι αν παγιώνονται παγιώνονται όχι άπαξ και διαπαντός μα σε ιστορικές στιγμές ή περιόδους, όσο δηλαδή εξακολουθούν να υπάρχουν γενιές που σημαίνουν τα ίδια σημαινόμενα. Για να τελειώνουμε, είναι λογικά ασυνάρτητο να κατηγορείται για συστημικότητα οποιοσδήποτε στέκει αντίθετος ή έστω σκεπτικός προς μια κατάληψη, το άσυλο ή ό,τι άλλο, δίχως να εξετάσουμε τους λόγους οι οποίοι τον οδηγούν σ' αυτή τη στάση. Γιατί η στάση του μπορεί να εμπεριέχει κάτι περισσότερο ζωντανό και γόνιμο, απ' την παραδοσιακή προσκόλληση στα «ιερά και όσια». Καταλήγουμε δηλαδή στα τετριμμένα : αν πιάσουμε την κοινωνία και τη χωρίσουμε σε άσπρους-μαύρους (πολύ λιγότερο, στις αποχρώσεις του άσπρου και του μαύρου που εμείς αντιλαμβανόμαστε) αναπόφευκτα δημιουργούμε εχθρούς από το πουθενά, σα δηλαδή να μη μας έφταναν οι πραγματικοί εχθροί κι οι εξουσίες.

Εξίσου επικίνδυνη, ωστόσο, είναι κι ετούτη η προβληματική, η οποία ανακύπτει απ' το συνάθροισμα της αναρχικής φαφλατολογίας : κατά πόσο τελικά δικαιούμαστε να διώκουμε κάποιον για τις ιδέες και τους λόγους του, αντί για αυτές καθαυτές τις πράξεις του. Από το κύριο σώμα του κειμένου γίνεται ξεκάθαρο πως η γραφική καθηγήτρια έχει (μάλλον) κάποιες συγκεκριμένες αντιλήψεις οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με τις αντίστοιχες «αγωνιστικές». Βάζω τα εισαγωγικά γιατί κανείς δεν κατοχυρώνει δικαιώματα αγωνιστικότητας. Η Ευθυμίου, προφανώς, αγωνίζεται κι εκείνη από το μετερίζι της για ό,τι τέλος πάντων νομίζει πως καταλαβαίνει. Ωραία και τώρα, λοιπόν, τι να κάνουμε; Να πιάσουμε να την αλείψουμε πίσσα; Να τη δέσουμε σε μια σανίδα στο πειρατικό του Μαυρογένη, ωσότου παραδεχτεί πως έσφαλε και μετανοήσει; Ακόμα κι αν επιθυμεί την κατάργηση του ασύλου, θα της απαγορέψουμε να το συζητά και να το διακηρύττει; Από πότε απογορεύεται να επιθυμεί κανείς την κατάργηση του ασύλου ή ακόμα και την κατάργηση της δημοκρατίας; Μπορεί να 'ναι μαλακία, αλλά γούστο της καπέλο της να μαλακίζεται, αφού δεν πιτσιλάει κανέναν. Μέχρι εκεί φτάνει, λοιπόν, η φαντασία του «γνήσια αγωνιστικού ήθους»; Να δημιουργήσουμε μια κοινωνία φόβου του λόγου εκείνου, ο οποίος μας είναι αντίπαλος ή ανοίκειος; Κι αν ο αναρχισμός είναι τελικά το μέτρο σύγκρισης των πάντων, τον αναρχισμό τελικά ποιος θα τον κρίνει;

Θα περίμενε τώρα κανείς, κλείνοντας ετούτη η προκήρυξη, να ορθώσουν οι συντάκτες της ένα μεγαλειώδες ανάστημα παντελώς διαφορετικού ήθους από εκείνο που αντιπαλεύουν. Θα περιμέναμε ν' ανοίξουν ένα τεράστιο διάλογο, αντί να ρωτούν και ν' απαντούν μονάχοι. Θα περιμέναμε να αναλάβουν γνήσεις αναρχικές πρωτοβουλίες με διαρκείς παρεμβάσεις σε ώρες μαθημάτων, σε κιλικεία κι εξεταστικές και τέλος πάντων οπουδήποτε, ώστε να μη μείνει κανείς αμέτοχος με τη δικαιολογία της άγνοιας. Θα περιμέναμε μια πρόσκληση σε κοινή δράση, ένα ανοιχτό κάλεσμα, μια ουσιαστική δράση που δεν πάει ο νους μου! Μια συναυλία βρε αδελφε! Μπροστά σε ένα τόσο επιτακτικό και ζωτικής σημασίας ζήτημα, απ' το οποίο κρίνεται η τύχη μιας ολάκερης βουρκωμένης και παραπονεμένης γενιάς φοιτητών, και το οποίο τους εξωθεί να επιτεθούν εναντίον συγκριμένου προσώπου και όχι εναντίον θεσμού, όπως μας έχουν συνηθίσει, θα περιμέναμε να οργανωθούν με τρόπο, που θα 'δινε την εικόνα ζωντανού φοιτητικού σώματος κι όχι τους γέρους απ' το Muppet Show. Τίποτα, τίποτα, τίποτα! Τίποτε από τα προηγούμενα δε φαίνεται συγκινεί πια το φοιτητή αναρχικό, ειδικά τώρα που πιάνουνε οι ζέστες. Δεν έμειναν ωστόσο αδρανείς! Αντ' αυτών που κατέληξαν λοιπόν οι μάγκες, ποιες ήταν τελικά οι δράσεις τους; «Προχωρήσαμε» λέει «στην αναγραφή συνθημάτων»! Ε; Πως; Τι; Μετά το πύρινο και δυσφημιστικό λογύδριο που ζητά να φέρει τα πάνω-κάτω στην καθηγητική αυθαιρεσία, το μυαλό του κατ' επίφαση αναρχικού καταφέρνει να φτάσει μονάχα μέχρι το ράφι με τα σπρέι και να γράψει τον πόνο του στους τοίχους. Όχι φυσικά ως φίλια προπαγάνδα ενημέρωσης και αφύπνισης της φοιτητικής του κοινότητας, παρά σαν προσωπικό ξέσπασμα ή σεχταριστική εκτόνωση. Δηλαδή μια κίνηση αποδόμησης, παρά μια κίνηση κοινότητας. Κάτι τέτοιες μαλακίες, που ξεπερνούν κατά πολύ τα πλαίσια του φοιτητικού κόσμου και του νεαρού της ηλικίας, αλλά επεκτείνονται και στη χώρα των «ενηλίκων», κατά τη γνώμη μου στοιχίζουν πολύ στο αναρχικό κίνημα, το οποίο ούτως ή άλλως παλεύει ακόμα με τον εαυτό του. Παλεύει να ωριμάσει, αλλά αρνείται ακόμα ν' αυτοπροσδιοριστεί και ν' αναλάβει τις ευθύνες του, σαν έφηβος που γουστάρει ενδόμυχα κι αρρωστημένα την πατρική εξουσία, καθώς έτσι αποκτά υπόσταση και νόημα η δική του δράση ως αντίδραση. Έτσι φυτοζωούν και φθίνουν τα κινήματα, από ξεψυχισμένη αντίδραση σε αντίδραση (κι επί ΣΥΡΙΖΑ τον ύπνο του δικαίου) και πάντα στο περιθώριο που το Σύστημα τους επιτρέπει. Κι έτσι θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές, δίχως ποτέ στη ζωή μου να γίνω μάρτυρας (ίσως και μέτοχος) ενός συνολικού και πρωτότυπου εγχειρήματος αυτονομίας.

Μαρία Ευθυμίου : Περισσότερο αναρχική απ' τους αναρχικούς, πρώτον γιατί δεν υποτάσσεται στην τρομοκρατία μιας θρασύδειλης ανωνυμίας και δεύτερον γιατί έχει το θάρρος να επιμένει φανερά στις αρχές της - όποιες κι αν είναι αυτές, συστημικές ή ακόμα και ανόητες.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#10] - Επίλογος

Όλα ετούτα, λοιπόν, δεν τα 'γραψα ως εξυπναδιές. Είναι σκέψεις που βασάνιζαν το μυαλό μου καιρό κι αποφάσισα να τις υποβάλλω σε μια στοιχειώδη διάταξη. Κι είπα, ακόμα, να το κάνω δημόσια. Ντροπή δεν είναι. Η προσωπική έκθεση, ουδέποτε μ' έβλαψε πραγματικά, μα ίσα-ίσα ακόμα κι όταν μ' έβλαψε με βοήθησε να γίνω καλύτερος.

Όλα ετούτα, επίσης, δεν αποτελούν «πιστεύω» και «δόγματα», αν εξαιρέσεις δηλαδή τη βαθιά μου απέχθεια προς τη βία. Αποτελούν θέσεις ή εντυπώσεις, λιγότερο ή περισσότερο επεξεργασμένες, οι οποίες ανέκυψαν μέσα από την παρθενική και συγκρατημένη τριβή μου μ' ένα μέρος του πολιτικού κόσμου, εκείνο δηλαδή το οποίο συγκέντρωνε ακριβώς την κριτική και τη δράση, που μου φαίνονταν λογικότερα ή ταιριαστά στις περιστάσεις. Αυτά τα βρήκα περισσότερο στον αριστερο-αναρχικό χώρο, στους οποίους οφείλω φυσικά και μια μικρή συγγνώμη, για τις ισοπεδωτικές γενικεύσεις, που γίναν χάριν ευκολίας (και συναισθήματος) και όχι απαραίτητα από αντικειμενική γνώση.

Δυστυχώς, διαπίστωσα ότι οι περισσότεροι δεξιάς κοπής φιλελεύθεροι (ακόμα και φίλοι μου), δεν είχαν τα φόντα να οραματιστούν κάτι νέο - αν εξαιρέσεις 2-3 άτομα. Ευτυχώς, από την άλλη, καθώς αναγκάστηκα ν' αναζητήσω διέξοδο αλλού. Γνώρισα ένα σωρό νέους ανθρώπους, φίλους, έκανα αμέτρητες συζητήσεις, έκρινα τα πράγματα - όσο μπορούσα - βιωματικά, αντί για μόνο στο κεφάλι μου. Αυτό το τελευταίο, με βοήθησε ν' αλλάξω ρότα σε πολλά, να γίνω άλλος. Με βοήθησε, επιπλέον, να σφραγίσω και την τελική ταφόπλακα, όλης της ανήθικης και ανυπόστατης προπαγάνδας, αυτών που ονομάζουμε «καθεστωτικά μέσα», με άλλα λόγια να απαγκιστρωθώ από σχεδόν ο,τιδήποτε κρεμόταν, ως τότε, στα περίπτερα ή έλαμπε στην τηλεόραση. Οι άνθρωποι δίπλα μου δεν ήταν κουμμούνια, αναρχο-άπλυτοι ή ό,τι άλλο εναλλακτικό, ήταν άνθρωποι. Είχαν τα ίδια μπολιάσματα σε ηλιθιότητα και μαλακία, που 'χει ο μέσος όρος, αλλά πώς να το κάνουμε: ένα μεγάλο μέρος απ' τις αληθινά ευαίσθητες ψυχές, που ξεπεράσαν το καθεστώς της αδράνειας ή του φόβου θα τις συναντήσεις εκεί, να παλεύουν σε τόπο κοινό, συμμετοχικές, παθιασμένες, γήινες.

Όλα ετούτα δεν είναι παρά γνώμες. Οποιοσδήποτε άνθρωπος αναζητά την αλήθεια κι όχι να πείσει, είναι ανοιχτός στην αναθεώρηση - μάλιστα διψάει γι' αυτήν. Δυσανασχετεί κάθε φορά που τελειώνει ένα κείμενο, δίχως να 'χει σε τίποτα διαφωνήσει ή από τίποτα εκπλαγεί. Θαρρεί πως έμεινε απαράλλαχτος με πριν και τούτο δεν το θέλει. Η πειθώ είναι για τους εγωιστές κι όχι για τους κοινούς αγώνες. Ή να το πω κι αλλιώς, υπάρχει μόνο στην παθητική της μορφή: πείθομαι και όχι πείθω. Γιατί δεν είναι κανείς ικανός να πείσει ένα νου ισχυρό και στέρεο, τέτοιος που πρέπει να είναι του ελεύθερα σκεπτόμενου. Μπορεί όμως ελεύθερα να συντασσόμαστε, μ' εκείνο που θα κρίνουμε εμείς ζυγίζοντας τους λόγους των ανθρώπων και τους δικούς μας. Έτσι οι συζητήσεις γίνονται περισσότερο για ν' αποκαλυφθούν οι προθέσεις, οι επιθυμίες και τα βλέμματα των συνανθρώπων μας, ώστε να εμπλουτίζεται το ζύγιασμα της σκέψης μας, από τα νέα δεδομένα.

Κλείνοντας, λοιπόν, συμπυκνώνομαι στα εξής:

1. Αναγνωρίζω στη βία μόνο την αυθόρμητη ή την αμυντική της έκφραση. Αποποιούμαι οποιαδήποτε άλλη μορφή, ως νοσηρή κι εδράζουσα περισσότερο στην ηλιθιότητα των ανθρώπων και την ψυχοπάθεια, παρά σε αντικειμενικές συνθήκες. Δεν κλείνουμε, όμως, τα μάτια και προετοιμαζόμαστε γι' αυτήν, κατ' ανάγκην, αποδεχόμενοι την ελάχιστη αλήθεια, πως υπάρχουμε σ' ένα πολιτικό καθεστώς στηριζόμενο στη βία, παρά στον πολιτισμό και το κοινό ήθος.

2. Λειτουργικά, στεκόμαστε σε νηπιακό στάδιο, ασύνδετοι και ανοργάνωτοι. Τούτο πρέπει να γίνει απ' τα πρώτα μας μελήματα. Στη διαίρεση αυτή μεγάλο ρόλο παίζουν: (α) ο άκρατος εγωισμός και η περιχαράκωση κάθε χώρου, πίσω από δογματικές φλυαρίες, (β) η μισαλλοδοξία κι η απαξίωση οποιασδήποτε άλλης δράσης, παρά η αναζήτηση πιθανών συμμάχων οπουδήποτε και (γ) η ίδια η αλλοτρίωση του καπιταλισμού, η οποία έχει φθείρει τις ψυχές μας εκ των έσω, καθιστώντας τες οκνές, μαλθακές κι επιπλέον όσο ατομικές χρειάζεται, ώστε το κοινωνείν ν' απαιτεί προσπάθεια, αντί ν' αποτελεί ανάσα και τόπο, όπου σαρκώνεται η αληθινή ζωή μας.

3. Η οργάνωση θα πρέπει να έχει πρωταρχικό στόχο όχι το Κράτος καθαυτό, εφόσον: (α) μόνον οι Αναρχικοί επιθυμούν την παντελή του εξάλειψη, άρα μαζικότητης μηδέν και (β) οποιαδήποτε προσέγγιση αυτού του τέρατος, κατά κανόνα, έχει ως αποτέλεσμα την αλλοτρίωση του κατακτητή, παρά την συμμόρφωση του κατακτούμενου. Πρωταρχικός στόχος θα πρέπει να γίνουν οι εργασιακοί χώροι και η ανάκτηση της φυσικής αναρχικότητας των συνδικάτων, από τα νύχια των επαγγελματιών κοράκων (βλ. συνδικαλιστές κι έτσι). Θα πρέπει οι άνθρωποι να πάψουν, να ζουν κομματιασμένοι κι αντικρουόμενοι εαυτούς. Μαζί μ' αυτό, όμως, έρχεται και ανάληψη διαχειριστικής ευθύνης, αντί για υπαλληλία-μισθουλάκος. Η αφύπνιση των εργαζόμενων θα πρέπει να γίνει όχι για τ' άπιαστα και μακρινά, μα ως εκεί που μπορεί να δει το πολύ πλήθος.

4. Η ενέργεια των ανθρώπων - ψυχική και σωματική - δεν είναι ανεξάντλητη. Ως εκ τούτου, είναι πολύτιμη. Αντι να ξοδεύεται σε ανοησίες (από το ελάχιστο π.χ. 500 πολιτικοί χώροι, να κάνουν 500 συνελεύσεις, για να τυπωθούν 500 φυλλάδια, για να σχολιαστεί (το ίδιο) 1 γεγονός, μέχρι τα μεγαλύτερα π.χ. ολιγόωρες ή μονοήμερες εκπορνεύσεις απεργιών, με τσάμπα έξοδα, τσάμπα κόπο κι αναστάτωση, τελικά τσάμπα μαγκιά), θα πρέπει να επενδύεται στη δημιουργία, στο χτίσιμο και την παραγωγή έργων και κοινωνίας, δομών και σχέσεων. Οι άνθρωποι παλεύουν με περισσότερη λύσσα αν έχουν όντως κάτι να υπερασπιστούν και να μεγαλώσουν.

* * *

Ν' αγαπήσουμε ξανά τους ανθρώπους. Γιατί δεν αγαπάμε, στ' αλήθεια. Όχι μόνο τους αδύναμους. Αυτό είναι εύκολο. Ν' αγαπήσουμε όχι δια καμιάς ρομαντικής φλωριάς, ούτε κανενός χριστιανικού επέκεινα, μα περισσότερο να σεβαστούμε τους ανθρώπους για τις ήττες που κρύβει η ανθρώπινη ψυχή, κάτι που τόσο καλά γνωρίζουμε, όσοι σηκωνόμαστε απ' τις λάσπες. Να σεβαστούμε τους ανυπέρβλητους διχασμούς, που μας επιβάλλει ένας κόσμος δύσκολος, από μόνος του. Πώς να διαχειριστείς το ζώο μέσα σου, το σώμα, τον τρόμο, τη βία, την αρρώστια, τον πόνο, την απώλεια, τα γηρατειά, το θάνατο; Πιάσε τώρα να φόρτωσεις στις πλάτες του ανθρώπου κι όλη την κοινωνία, μέσα στην οποία ζει, και βρες μετά δικαστή που να 'χει τα κότσια να δικάσει, γιατί δεν βάσταξαν του αλλουνού τα πόδια. Το 'χεις εύκολο να δικάσεις, ετούτα τα παιδιά που εκκρεμούν, δια του βούρδουλα, πάνω απ' το Κοράνι και τη Βίβλο, για τον συνειδησιακά ευνουχισμένο ενήλικα, που θα καταλήξουν αργότερα; Το 'χεις για πλάκα να δικάσεις τούτα τα ματοβαμμένα μαυράκια, που γίναν σωστοί ανήλικοι χασάπηδες, μα με το βιασμό και το ναρκωτικό; Τότε, γιατί εύκολα δικάζεις όλες τις μαλθακές κουράδες, που γίναμε εμείς, με το χάμπουργκερ και το ποδόσφαιρο; Πάλεψε μα να ξέρεις τι παλεύεις. Δεν παλεύεις αιμοδιψείς δαίμονες κι επίβουλους εξωγήινους, παλεύεις μιαν όψη του Ανθρώπου κι ενίοτε με τον καθρέφτη σου. Γι' αυτό να παλεύεις δίχως πολλά λόγια, για τον τόπο που προστατεύεις. Δίχως πολλά λόγια - σε αντίθεση με μένα - ώστε να μην εξοστρακίζεσαι στη μαλακία - σε αντίθεση, πάλι, με μένα.

Ετούτος ο φιλελευθερισμός που διέλυσε της κοινωνίες σε άτομα, για να τις ανασυνθέσει ως ζόμπι, άφησε τους ανθρώπους μονάχους. Πόσο πια να παλέψει κανείς μονάχος του; Εκ των πραγμάτων, δεν έχουν όλοι την ίδια δύναμη, θέληση, υπομονή, ευφυία. Μαζί με τους άλλους λόγους, είναι ένας ακόμα, για τον οποίο στέκομαστε ευάλωτοι στο φασισμό κι άλλους -ισμούς. Γι' αυτό χρειαζόμαστε ένας τον άλλον. Δίχως το μαζί, δεν υπάρχει αύριο, μ' όποιο χρώμα κι αν θες να το βάψεις. Δεν υπάρχει αληθινή επανάσταση, αν είναι ν' αλλάξουν θέση οι σκλάβοι με τ' αφεντικά. Δεν υπάρχει νέα σκέψη, νέα κοινωνία, νέος κόσμος, αν ήταν μπορετό να οδηγηθούν αύριο στην αγχόνη όλοι οι φασίστες και οι ψυχικά ανέραστοι του κόσμου. Γι' αυτόν τον κόσμο, εγώ δεν έχω τίποτα να δώσω. Ας περάσω έτσι.

Μα είναι σωρό, που σκέφτονται όμοια με μένα και καλύτερα. Το ξέρω, καθώς, τους έχω γνωρίσει. Άνθρωποι μ' εξυπνες καρδιές περισσότερο, παρά με πολύπλοκους εγκεφάλους. Κλείνοντας όλη τη φλυαρία μου αυτή, ας είναι τούτος ο επόμενος στόχος μου: να ξαναβγώ απ' αυτό το καβούκι της αδράνειας και της αμηχανίας και να τους αναζητήσω. Καλή συνέχεια και σε σένα, αναγνώστη, αν δηλαδή έτυχε να ξεστρατίσει κανείς και σε τούτη τη γωνιά της σκεψης.

Σάββατο 10 Μαρτίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#09]

3. Ολοκληρωτισμός και μισαλλοδοξία

Αν πιάσει κανείς να μιλά για πολιτική με τους ανθρώπους, σύντομα θα καταλάβει πως, ακόμα κι αν οι ίδιοι απεχθάνονται τον ολοκληρωτισμό, οι αντιλήψεις τους είναι ξεκάθαρα ολοκληρωτικές. Ο καθένας έχει την άποψη και την ιδέα του, μα ζητά να εφαρμοστούν επί ολόκληρης της κοινωνίας. Θαρρεί την ιδέα του για σπορά ζωτικής σημασίας, πυρήνα της θεμελιωδέστερης λύσης. Θαρρεί πως η κοινωνία δε νιώθει και δεν καταλαβαίνει, πως στέκει τυφλή στο εκτυφλωτικό φως του οποίου είναι μύστης και μυσταγωγός ή ό,τι άλλο. Στην τελική, κάθε επιμέρους ομάδα, ονειρεύεται μια κοινωνία στα μέτρα και στα χρώματά της κι είναι καχύποπτη προς την πολυχρωμία.

Ας πούμε, οι Αριστεροί θέλουν μια αριστερή κοινωνία, όχι με την έννοια να φτιαχτεί μια κοινωνία των Αριστερών, μα η κοινωνία σύμπασα να υποταχθεί στα αριστερά ιδεώδη. Μάλιστα, λέγαν και τούτο παλαιότερα, πως δηλαδή η Κομμουνιστική Επανάσταση ήταν καταδικασμένη, στο βαθμό που απέτυχε να εγκατασταθεί όμοια στα γύρω έθνη. Η επιτυχία της επανάστασης, δηλαδή, στηριζόταν στην επέκταση και παγκοσμιοποίηση, δηλαδή στην παντοκρατορία της. Από την άλλη, Αναρχικοί και λοιποί «αντι», αν αφήσεις τις αμπελοφιλοσοφίες στην άκρη και σταθείς στα απλά και καθημερινά τους οράματα, δε ζητούν και τίποτα διαφορετικό. Ζητούν κι αυτοί μια κοινωνία αναρχική, στο σύνολό της, παρά μια κοινωνία των Αναρχικών. Ζητούν την καταστροφή του Κράτους, μα θα 'πρεπε να ζητούν περισσότερο την ανεξαρτητοποίηση των ίδιων απ' το Κράτος και ν' αφήσουν την υπόλοιπη κοινωνία ν' αποφασίσει κατά πώς γουστάρει. Ούτ' όλοι μισούν το Κράτος, ούτ' όλοι το θεωρούν βασικό υπαίτιο της δυστυχίας τους. Τι να κάνουμε τώρα; Να τους δείρουμε; Άμα ρωτήσεις ένα γύρω, μια χαρά είναι οι πολλοί στην ησυχία τους. Σου λένε: εγώ θέλω να δουλεύω 8 με 4 και μετά ν' αράζω σπίτι, όχι να τρέχω σε συνελεύσεις και στην Πνύκα. Τι θα γινότανε λοιπόν μεθαύριο, αν χαριζόταν στους αναρχικούς μια νίκη; Θα επέβαλαν μια ακρατική κοινωνία ή θα επέτρεπαν σ' όσους γουστάρουν να 'χουν το κράτος τους; Θα σου έλεγαν, βέβαια, ότι οι αναρχικοί δεν επιβάλλουν και τα σχετικά, αλλά μια χαρά τους βλέπω να προβαίνουν σε απαλλοτριώσεις άμα έχουν ανάγκες και στο όνομα μια κοινωνίας, που ουδέποτε ρωτήθηκε. Και μια χαρά κάνουν, αλλά υπογραφή να βάζουν τη δική τους κι όχι της κοινωνίας.

Δεν παίρνει να τους ικανοποιήσεις όλους, που να χτυπάς την κεφαλή σου στων αιώνα των αιώνων. Από την άλλη τι; να πιάσεις την αφαίρεση; Άμα πιάσεις ν' αφαιρείς ό,τι ξυνίζει στον ένα κι ό,τι βρωμάει στον άλλο π.χ. φασίστες, δεξιούς, νοικοκυραίους, εμπόρους, έχοντες, πατριώτες, θρήσκους και δε συμμαζεύεται (τα προηγούμενα αλληλοκαλύπτονται, σε κάποιο βαθμό) η μισή κοινωνία, πλάκα-πλάκα, θα έμενε στην απ' έξω.

Για δεξιούς, φασίστες κι επαμφοτερίζοντες  δε θα χάσω τσάμπα λόγια: τον ολοκληρωτισμό της φιλελεύθερης φιλοσοφίας τον βιώνουμε στο πετσί μας, σχεδόν, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Απ' αυτό το φρούτο, 'νταξει, χορτάσαμε. Εκτός κι αν νομίσει κανείς ότι ο πασοκικός πολιτισμός, που σάρωσε τη χώρα μας, ήταν στ' αλήθεια σοσιαλιστικός.

Λέω, λοιπόν, εδώ ότι παρά να παλεύει ο καθένας για τα ηνία της διακυβέρνησης, ας πιάσει πρώτα να δομήσει μια μικρο-κοινωνία όπως την οραματίζεται, στο βαθμό που είναι εφικτό, στην κλίμακα που είναι δυνατό και σε χρόνο παρόντα. Έτσι θ' αναγκάζεται να δίνει τις συγκρούσεις, που του επιβάλλει ετούτη η νέα του, μα πραγματική στάση, απ' το να οραματίζεται τις μάχες που 'ναι να δωθούν στην ιδεατή επανάσταση του τέλους της Ιστορίας. Οι αναρχικές κολεκτίβες - θαρρώ, μ' όλη την ξινίλα και την κριτική μου - είναι σήμερα οι μόνες πολιτικές οντότητες, που πλησιάζουν σε τούτο το ήθος. Σε πιο πρακτικό εργασιακό καθεστώς, φαντάζομαι, παλεύουν οι διάφοροι συνεταιρισμοί, που ανακάστηκαν να στριμωχθούν στο στενό νομικό πλαίσιο των αστικών συνεταιρισμών κι απ' τα πιο γνωστά παραδείγματα, επίσης, η ΒΙΟ.ΜΕ. Οι αστικοί συνεταιρισμοί, ωστόσο, δεν κρύβουν την παραμικρή διάθεση να συγκρουστούν με κανένα καθεστώς. Στήνουν την εναλλακτική τους διάθεση, μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας, δηλαδή με όρια σαφώς προδιαγεγραμμένα. Έτσι, δεν υπάρχει κανένας φόβος να κάνουν τη διαφορά και κάθε εγχείρηματα μοιάζει καταδικασμένο.

Οι περισσότεροι θα σου πουν, πως τούτο εδώ, να συντηρήσει δηλαδή κανείς μια τέτοια μικρο-κοινωνία, δεν είναι παρά μεγάλες προσδοκίες και πόθοι ευσεβείς. Το Σύστημα έχει προβλέψει τα πάντα και σε κάθε σου βήμα θα το βρίσκεις αντιμέτωπο.

Η απάντησή μου είναι ξεκάθαρη: μακάρι να 'ταν το Σύστημα, μόνο, το πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, είμαστε οργανωτικά παντελώς αδαείς και ηλίθιοι. Ανίκανοι να στήσουμε ένα μηχανισμό της προκοπής, ένα μηχανισμό μιας στοιχειώδους λειτουργικότητας και έκτασης. Στην πράξη, δεν υπάρχει ούτε μια οργάνωση με σοβαρή... οργάνωση. Αν υπήρχε έστω και μία πολιτική ομάδα με την οργάνωση και την πειθαρχία μιας κοινής πολυεθνικής θα σάρωνε και τα βρακιά μας. Μπαίνοντας π.χ. σ' ένα ΙΚΕΑ κι αν αφήσεις την πολιτική κριτική στην άκρη,  δε μπορείς παρά να θαυμάσεις το μέγεθος και την αποδοτικότητα ενός παρόμοιου εγχειρήματος. Ας δοκιμάσουμε, λοιπόν, πρώτα τη σοβαρή οργάνωση - κι όχι να ψάχνουμε παρασκευή βράδυ ποιος θα μοιράσει φυλλάδια την επομένη - κι αν πάλι αποτύχουμε, τότε ας είναι, ρίχνουμε και μία επανάσταση να δέσει η μπεσαμέλ.

Και ειρωνεύομαι δικαιότατα: αντί να βλέπουμε το βαθμό ανικανότητας για μια συνεννόηση της προκοπής, στο σήμερα, ονειρευόμαστε λειτουργικές μετ-επαναστατικές κοινωνίες. Να μας κλαίνε οι ρέγγες, δηλαδή. Άμα έχει κανείς τα εφόδια, τη βούληση, την ικανότητα και τη δυναμική, γιατί δεν τα βάζει σήμερα στην πράξη; Έλα μου ντε. Η ερώτηση είναι καθαρά ρητορική. Από την άλλη, αν η ζωή και η δράση σου γίνουν ζωντανά παράδειγματα των ιδεών και του ήθους σου (κάτι που δεν είναι ελπίδα να εκδηλωθεί, όσο εξακολουθεί ο εργασιακός διχασμός, για τον οποίο μίλησα νωρίτερα), ίσως φτάσεις να γίνεις πυρήνας έλξης και αρχή μαζικότητας. Κι αν, κάποτε, τα πράγματα πάνε κατευχήν κι επιτευχθεί μάζα κρίσιμη, οι δυναμικές αυτές ομάδες, πλέον καλά οργανωμένες και πολυπληθείς, θα μπορούν ν' ασκούν πολιτική πίεση και να διαμορφώνουν το υπάρχον καθεστώς, με τρόπους απροσπέλαστους στην προ-οικονομία. Όμως, ούτε παίκτες είμαστε, ούτε τάβλι ξέρουμε. Το μόνο που ξέρουμε είναι να ωρυόμαστε και να βροντάμε τα πούλια στον αέρα - στη θέα μάλιστα μιας ήττας, που είναι ξεκάθαρα όλη δική μας.

Προς το παρόν, μιζέρια. Βλέπεις, για παράδειγμα, το κομμουνιστικό ή άλλο αριστερό κόμμα να οργανώνει επιχειρήσεις με φιλοσοφία διαφορετική απ' την καπιταλιστική ή να πίεσαν ποτέ πολιτικά, ώστε να θεσμοθετηθεί ένα μικρό εμβαδόν αυτονομίας; Βλέπεις μήπως στο αντίπαλο δέος, τους πατριώτες και τους εθνικόφρονες ν' αγαπούν την ελληνική γλώσσα, τη σκέψη, τη φιλοξενία, τη μετοχικότητα, το ευ αγωνίζεσθαι ή ό,τι άλλη αρετή είθισται ν' αποδίδεται σ' αυτή την ασυναρτησία, που καλούμε ελληνικότητα; Βλέπεις μήπως τους Αναρχικούς να δημιουργούν κολεκτίβες σοβαρές, με διάθεση απαγκίστρωσης απ' την κρατική μέγγενη, ειδικά σήμερα που η τεχνολογία και το διαδίκτυο θα έδινε τη δυνατότητα ν' απαλλοτριώσεις ένα μικρό χωριό και να του δώσεις ζωή απ' το μηδέν, μ' εναλλακτικές τεχνολογίες, παραγωγή κι εθελοντισμό που να πιάνει τόπο; Βλέπει, τέλος πάντων, κανείς κανέναν άλλο να χτίζει κάτι της προκοπής, κάτι που να πατά στην κοινωνία ετούτη κι όχι στους κήπους της Εδέμ; Κι έπειτα να παλέψει για δαύτο, να το κρατήσει ζωντανό, κόντρα στο Σύστημα και την καταστολή, που πιθανότατα επιχειρήσει το τελευταίο;

Απ' την άλλη, πάλι, υπάρχει ένα απίστευτο πλήθος ανθρώπων που, μέσα στα πλαίσια πάντα του Συστήματος, παλεύει όπως καταλαβαίνει, οργανώνεται όσο μπορεί, θυσιάζεται όσο αντέχει, για ένα σωρό στόχους, οι οποίοι θα προκαλούσαν φυσικά αποστροφή στους καθαρόαιμους επαναστατικούς κύκλους, μόνο και μόνο γιατ' είναι «συστημικοί». Δεν υπάρχει, όμως, κανένας απολύτως λόγος να υποτιμήσω π.χ. τη «φιλανθρωπία» μιας αγνής καρδιάς της εκκλησίας, που ξημεροβραδιάζεται στην παροχή συσσιτίων (ή ό,τι άλλο), σε σχέση με την «κοινωνική» προσφορά μιας αγνής αναρχικής κουζίνας. Απ' την άγονη πολιτική της δεύτερης δε μπολιάζεται τίποτα, μ' απ' την αγνή προσφορά της ο κόσμος όλος. Αν αφήσεις το πολιτικό - με τη στενή του έννοια, της συνήθειας και της ιδεολογίας - αυτό που μένει δεν είναι ούτε μηδενικό, ούτε ασήμαντο, μα καθαρό σα κρυστάλλινο νάμα. Αυτό που μένει στο τέλος της ημέρας, ως ήθος, είναι η προσφορά του εαυτού κι όλα τα υπόλοιπα τ' ακούω βερεσέ. Δεν υπάρχει κανένας λόγος, δυο τέτοιες καρδιές να μη φτιάξουνε κοινό μέτωπο, στο μήκος ή το πλάτος, που συνταιριάζουν. Μήτε ο αναρχικός χρειάζεται να παρατήσει το γλιφιτζούρι της αθεΐας του, μήτε ο θρησκευάμενος απειλείται με καμια ρετσινιά του Καίσαρος. Η αποστροφή του αριστερού χώρου προς τη θρησκευτική μαφία των παπάδων, δεν έχει καμία απολύτως σχέση - ούτε φυσικά επιχειρήματα - κατά οποιασδήποτε πίστης καθαυτής. Η αθεΐα τους είναι κούφιο γράμμα και νεκρή παράδοση. Την κουβαλάνε από στείρο συντηρητισμό, μόνο και μόνο, επειδή έτσι κάνανε πάντα οι αριστεροί, επειδή το 'πε ο Μαρξ ή το 'χε τατουάζ ο Λένιν στον ποπό του, αντί να βάλουν το μυαλό τους κάτω και να κρίνουν πόσο άσχετο είναι το ένα θέμα με το άλλο.

Πιάνουμε και ρίχνουμε όλο το βάρος σ' αιτίες χωρισμού, παρά σε αφορμές ενότητας. Ως εκ τούτου, καταντούμε ζωολογικός κήπος από χωριστά όργανα, καθένα λειτουργικό από μόνο του in vitro, παρά ολάκερος ζωντανός οργανισμός, ακέραιο και πλήρες πολιτικό σώμα που ανασαίνει βαθιά και πάλλεται από επιθυμία και δύναμη ν' ανθίσει.

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#08]

2. Με το 'να πόδι στον τάφο

Ζούμε ζωές κυριολεκτικά διχασμένες. Ο σουρεαλισμός των βίων μας θα 'στελνε ως και το Νταλί στ' αζήτητα της Τέχνης. Το πρωί, λέει ο άλλος, εργάζεται υπάλληλος σε ναυτιλιακή εταιρεία και το βράδυ είναι αναρχικός και προετοιμάζει τον αγώνα! Καθίστε παιδιά, μην ξεχάσουμε κι αυτά που ξέραμε!! Το ανέκδοτο, εδώ, δεν είναι που καθένας παλεύει να επιβιώσει μέσα σε μια εργασιακή ζούγκλα, μ' όποιον τρόπο μπορεί. Οι ανάγκες κι οι λογαριασμοί πιέζουν επιτακτικότερα, από την Επανάσταση και τη Δευτέρα Παρουσία. Θα ήμουν εξαιρετικά αλαζόνας, αν τολμούσα να γελάσω μ' αυτό. Γελώ, ωστόσο, με την αυταπάτη, να νομίζει κανείς ότι μπορεί να παλεύει μόνον ο μισός και να 'ναι τούτο κάτι. Να νομίζει κάποιος ότι μπορεί να παλεύει μακριά απ' τον εργασιακό του χώρο, στο υπερπέραν και στο κάπου-κάπου, και να φέρνει ανατροπές κι αγωνιστικά κέρδη. Να είναι σκλάβος το πρωί, μα το βράδυ να 'χει χόμπι - στον ελεύθερο χρόνο, που του επιτρέπει ο αφέντης - να ζωγραφίζει συνθήματα και να κυνηγάει φασίστες στα στενά. Είπα ένα παράδειγμα απ' τα πολλά, που δεν περιορίζονται σε πολιτική απόχρωση, για να μην το πάρει κανάς αναρχικός της μετρητοίς.

Να δουλεύεις μόνο τον άλλον, δεν κάνεις και μεγάλη ζημιά. Να δουλεύεις όμως τον εαυτό σου, στερεί από τη δυναμική των κινητοποιήσεων την μαζικότητα, την οργάνωση και την κατευθύνση, που έχουμε αληθινά ανάγκη. Μου στερείς ένα σύντροφο κι ένα συμπολεμιστή στα τείχη, όπου δίνονται οι μάχες οι πραγματικές, αντί για κοκορομαχίες στις μάντρες και τις ξερολιθιές. Α δε μπορείς αλλιώς, μη λες τότε πως είσαι αναρχικός, αριστερός, αγωνιστής κι ό,τι άλλο βάνει ο νους σου. Τούτα δεν είναι ούτε επαγγέλματα, όπως λες είμαι υδραυλικός ή καρεκλάς, ούτε καμιά πάθηση, να λες είμαι συναχωμένος ή παραπληγικός. Ο αγωνιστής δεν είναι αγωνιστής, παρά μόνο αν πράττει αγωνιστικά, αν η ζωή του είναι αγωνιστική. Δεν είναι αγωνιστής 7-9 μ.μ. , αλλιώς αφήστε μήνυμα. Αυτά τα ντεμί και τα κομσί-κομσά, εμένα προσωπικά, δε μου κάθονται καλά ούτε στο νού, ούτε στον οισοφάγο. Εγώ, ας πούμε, δεν είμαι πολιτικός αγωνιστής. Ουτ' όμως πείθω τον εαυτό μου πως είμαι. Ή πως θα ΄μουν, αν δε μου φταίγανε οι άλλοι, που 'ναι κουτσοί, κοντοί κι αλλήθωροι.

Αν μιλώντας λίγο συμβατικά, θεωρήσουμε πως οι εχθροί μας είναι οι δυνατοί και οι δυνατοί εκφράζονται με τρόπο οικονομικό, τότε πού αλλού χρειάζεται να φτιάξουμε το κυριότερο μέτωπο, παρά στους χώρους της εργασίας, εκεί δηλαδή όπου το οικονομικό πραγματώνεται στις πλάτες μας; Όσο λουφάζουμε στο εργοστάσιο ή στο γραφείο, όσο είμαστε τα καλά παιδιά, όσο μιλάμε σιγά στους διαδρόμους και καθόλου στο γραφείο του διευθυντή, μην περιμένουμε και πολλά επί των ημερών μας. Χαιρετίσματα. Όσο παραμένουμε διαιρεμένοι, όσο παραμένουμε συνδικαλιστικά ανοργάνωτοι, τόσο οι πολυπληθείς πορείες μας θα είναι πορείες για τον πούτσο, θ' αποτελούνται από χιλιάδες μεμονωμένες ατομικότητες, άτομα που στην πράξη και στα δύσκολα θα είναι πάντα μόνα τους. Μιλώ για τον άνθρωπο, που στο δρόμο της απεργίας θα μετράει τους συντρόφους σε ντουζίνες, μα την επομένη της απόλυσης, στο δρόμο της ανεργίας, ζήτημα να πάρει σουβενίρ δυο-τρία φιλικά χτυπήματα στην πλάτη. Τα πολιτικά προβλήματα, ωστόσο, δε λύνονται με δανεικά των φίλων, ούτε με κερασμένους καφέδες.

Υπάρχει, φυσικά, και μια κακή μεριά της συνδικαλιστικής δράσης (καλά, να 'τανε μόνο μία), η οποία σαν κακομαθημένο νιάνιαρο παρεμποδίζει την παραγωγή ή σηκώνει μπαϊράκια με το παραμικρό, ακόμα και σε βιομηχανίες με στοιχειώδη αξιοπρέπεια (κι εννοώ φυσικά με όση αξιοπρέπεια μπορεί να επιτρέπει μια καπιταλιστική διαχείρηση). Εδώ το σφάλμα δεν είναι η αγωνιστικότητα, είναι η τσάμπα μαγκιά. Θα πρέπει κανείς να κατανοήσει πως δε μπορεί να ζητά συνεχώς και τα πάντα, δίχως απ' την άλλη να ζητά να φορτωθεί κι ένα μέρος της ευθύνης και της διαχείρησης της παραγωγής. Γι' αυτό μην παρεξηγήσει ο δούλος πως, όσο ζητάει περισσότερο φαί και το παίρνει, είναι τούτο καμία χειραφέτηση και ρίγανες. Δουλεία είναι πάντα, μα δουλεία καλά ψιμυθιωμένη. Άμα θέλει αληθινή χειραφέτηση, πρέπει ν' απαιτήσει και θέση στα ηνία της μοίρας του, ν' αποκτήσει λόγο στην παραγωγή και δικαίωμα στα παραγωγικά του μέσα. Μα εδώ επικρατεί ο καλός δουλάκος: άσε με τώρα, θες μπλεξίματα; χίλιες φορές υπάλληλος.

Τέλος πάντων, να τα βάλω σε μια καθαρότερη διατύπωση, όλα ετούτα: ανάμεσα σε αφηρημένες ρητορείες περί ελευθερίας, ισονομίας, αδελφοσύνης και τα σχετικά, που χρειάζονται πτυχίο φιλοσοφίας, από τη μία, κι από δράσεις παράλληλες, παράπλευρες και περιθωριακές, από την άλλη, θεωρώ πως οι πολιτικοί αγώνες απαιτείται να επιστρέψουν στο φυσικό τους χώρο που, κατα τη γνώμη μου, είναι οι χώροι εργασίας. Είναι κάτι απόλυτα συγκεκριμένο και κατανοητό, ακόμα κι από τον τελευταίο αμόρφωτο (όχι υποτιμητικά) εργάτη και συνάμα είναι αγώνας πολιτικά ισχυρότατος, καθώς είναι κυρίως στην εργασία και στη φορολογία που εκδηλώνεται βαρύς ο βούρδουλας της καταπίεσης και η απογύμνωση της αξιοπρέπειας. Άμα συνέβαινε τούτο, θα 'βλεπες σταδιακά και το πολιτικό καθεστώς να διαμορφώνεται αναλόγως, από την πίεση των εργατικών συνδικάτων. Θ' άλλαζε βέβαια σαν οχιά διπρόσωπη, εφόσον τούτος είναι ο ρόλος κάθε Κράτους. Μ' αν ο εργάτης δεν μάσαγε, να πιάσει πάλι να κουνάει σημαιάκια πράσινα, τιρκουάζ και ροζ, δε θα 'χαμε το παραμικρό να φοβηθούμε.

Είναι, λοιπόν, ένας αγώνας που χρειάζεται να δωθεί όχι μόνο στο πεδίο των υλικών απολαβών, μα πολύ περισσότερο στο πεδίο της διαχείρησης των ίδιων των μέσων. Το δε τελευταίο είναι ακόμα επιτακτικότερο, αν συνειδητοποιήσει κανείς πόσο εύκολο είναι στην εποχή της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, ν' αλλάζουν οι επιχειρήσεις έδρες και χώρες, ώστε πολύ συχνά θα καταλήγουμε άνεργοι με το πουλί στο χέρι, αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να πιάσουμε οι ίδιοι το τιμόνι στα χέρια μας. Αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να στριμωχτούμε μαζί, να ζοριστούμε μαζί, να πεινάσουμε μαζί. Αλλά τούτο το τελευταίο, δεν ηχεί και πολύ γοητευτικό στον εργάτη του «ώχου, έλα μωρέ, λογαριασμούς θ' ανοίγουμε;». Δεν ηχεί και πολύ γοητευτικό στον εργαζόμενο, ο οποίος δεν έχει μάθει να κοινωνεί, μα να ιδιωτεύει όπως όλος ο κόσμος. Δεν ηχεί και πολύ γοητευτικό στους υπαλλήλους, που στην πραγματικότητα δεν αγαπούν κανένα πέραν του μισθού τους. Γι' αυτό θα μιλήσω αργότερα και για τούτο: ο πολιτικός αγώνας είναι χρεία να μπολιαστεί ξανά με την αγάπη για τον άνθρωπο, με το σεβασμό της ζωής, με την ελπίδα και τη χαρά του κοινωνείν. Ο πολιτικός αγώνας θα πρέπει ν' αποκτήσει ξανά εσωτερικότητα και ψυχή, να γίνει τομή προς κάθε διάσταση, πέραν της στενής οικονομικής, της οποίας η φαντασία εξαντλείται σε κελιά με wi-fi.

Μα κι ένα επιπλέον χρέος του σημερινού συνδικαλισμού, που υπονομεύεται από προέδρους, ρουφιάνους και ιεαραρχίες, είναι να επιστρέψει πίσω στις ρίζες του, να γίνει και πάλι αναρχικός. Να γίνει οριζόντιος, μετοχικός, υπεύθυνος. Να γιατί θλίβομαι με την σημερινή (πολιτική) κατάντια των αναρχικών. Λούφαξαν σε 2-3 δράσεις και παράτησαν τους φυσικούς τους χώρους. Εισβάλλουν στα σουπερμάρκετ, απαλλοτριώνοντας την κλεμμένη περιουσία, διαμοιράζοντας σαν άλλοι Ρομπέν, αντί να εισβάλλουν στους εργασιακούς χώρους και στις συνειδήσεις των εργατών. Τέτοιες ανόητες δράσεις, μ' όλη την πολιτική τους φιλοσοφία, στην πράξη δε διαφέρουν και πολύ απ' την αστική φιλανθρωπία: δε βοηθούν τους ενδεείς παρά στιγμιαία, δεν περνούν το παραμικρό μήνυμα (παρά μόνο χαριεντίζονται μεταξύ τους) και δεν αλλάζουν τίποτα ουσιαστικό. Αν όμως αύριο, το 50% του εργατικού δυναμικού μεταπηδούσε στις τάξεις της Αναρχίας, θα 'βλεπες πολύ καλά τι σημαίνει πολιτική δύναμη κι αγώνας.

Ξεκίνησα να μιλώ πολιτικά, μάλλον θα καταλήξω ρομαντικός, στο τέλος.

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#07]

1. Δράση για την αντί-δραση

Η μεταμοντέρνα στάση κι οι συναφείς διαδηλώσεις είναι δράσεις αρνητικού προσήμου, δηλαδή αντιδράσεις. Ο αγαθός από μόνος του δεν έχει να πει τίποτα, παρά περιμένει να δράσει πρώτα ο μαλάκας. Έπειτα πιάνει να οργανώσει την αντίδρασή του. Αν δεχτούμε ν' αφήσουμε τις εξειδικευμένες αφορμές στην άκρη, τις αφορμές που έχουν να κάνουν με ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες (μετανάστες, ιερόδουλες, ρομά, φυλακισμένους, ναρκομανείς και γενικά ανθρώπους, που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, στο σύγχρονο αστικό κράτος), και πιάσουμε αυτές που αφορούν στον τρόπο ζωής, τότε εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι δεν έχουμε τι ακριβώς να υπερασπίσουμε. Είναι - κατά τη γνώμη μου - κι ο βασικότερος λόγος, που 'χουμε γεμίσει «αντί»: αντι-φασιστική πορεία, αντι-μνημονιακή πολιτική, αντι-ρατσιστική συναυλία και πάει αντι-λέγοντας. Προσδιορίζοντας όμως αυτό που είμαστε, ως το υπόλοιπο εκείνου που δεν είμαστε, τελικά στερεώνουμε βαθύτερα στις αντιλήψεις του κόσμου τις πραγματικότητες που αποστρεφόμαστε, τις στάσεις που ζητούμε να εξαλείψουμε, αφήνοντας μονίμως στους πέντε ανέμους τις πραγματικότητες που επιθυμούμε να εγκαθιδρύσουμε. Σκέψεις τετριμμένες. Αυτός ο ετεροπροσδιορισμός λειτουργεί ως ταφόπλακα της ελπίδας. Το να μη θες να πεθάνεις δε σημαίνει απαραίτητα το να θες να ζήσεις. Κι εμείς, χρειαζόμαστε επιτακτικά μια πολιτική της ζωής και του φωτός. Κάθε τι άλλο είναι θάνατος καθαυτός ή δρόμος ίσα καταπάνω του.

Θαύμασε, ας πούμε, τους βιρτουόζους της αντίρρησης, τους ανθρώπους που απεχθάνονται (όχι άδικα, φυσικά) σχεδόν κάθε έκφανση της μοντέρνας πολιτικής πραγματικότητας κι αναφέρομαι στους αναρχικούς. Τι διάολο κατάφεραν να χτίσουν και να οργανώσουν απ' τη μεταπολίτευση και δώθε; Δεν είναι κιόλας πως έχω εντρυφήσει στα της νεότερης αναρχικής ιστορίας κι ούτε μιλώ σαν ειδικός, μιλώ ως αυτό που είμαι. Ψαρεύοντας εδώ κι εκεί απόηχους από παλαιότερους του χώρου, αντιλαμβάνομαι ότι ίσως τα πράγματα είχαν μια διαφορετική ποιότητα ή δυναμική, κάπου εκεί στη δεκαετία του 80. Αλλά τόσο λίγο, για τόσο λίγο. Τι έχει απομείνει σήμερα; Όταν, από το '10, έπιασα να κουβεντιάζω ερευνώντας τους πολιτικούς αυτούς ανθρώπους και να διαβάζω ό,τι έπεφτε στα χέρια μου δεν κατάφερα να διακρίνω (πέρα από την ευγένεια των στόχων και συχνά ένα θάρρος αξιοζήλευτο) καμία αξιόλογη οργάνωση ή οργανωτικότητα, αποτέλεσμα της χρόνιας τριβής τους, καμία φιλοδοξία (εκτός κι αν θεωρείται φιλοδοξία η παθολογία μιας εσαεί αναμονής), κανένα χαραγμένο πολιτικό προτέρημα. Λιμνασμένοι στα ίδια και στα ίδια, στις συνελευσούλες τους, στις πορειούλες τους, στις καταληψούλες τους, στα μανιφέστα που βγαίνουν καρμπόν μία δραχμή ο τόνος, σα να μην έβγαιναν από ζωντανό οργανισμό, παρά από χιλιοτριμμένο καλούπι. Μα δεν προχώρησαν βήμα πιο πέρα τις δράσεις, τις συγκινήσεις, τη γλώσσα τους. Μιλώ ειρωνικά, αλλά με θλίψη δίκοπη, όταν πρωτίστως στο μπόλιασμα του αναρχισμού βασίζω τις ελπίδες μου.

Κοντεύουν (ή κλείσαν) δέκα χρόνια, που η εύθραστη ελληνική πραγματικότητα γίνηκε χίλια κομμάτια κι οι αφορμές για επαναπροσδιορισμό κι οργάνωση αυξήθηκαν με τρόπο εκθετικό. Μα τούτοι οι ανεκδιήγητοι δεν κατάφεραν ούτε μια πανελλήνια οργάνωση της προκοπής να καταφέρουν. Μα τι λέω; ούτε καν αθηναϊκή. Ακόμη και για τα πρακτικά ζητήματα, το μυαλό δε φτάνει παραπέρα: χαιρόντουσαν σαν τα παιδάκια που, τις ένδοξες ημέρες επί Ρωμάνειας απεργίας πείνας, μάζεψε η πορεία δύο-χιλιάδες-ξερω-γω-πόσους νοματαίους, μ' αν έκανες μια έτσι, παραδίπλα στην πλατεία Συντάγματος, οι Σύροι είχαν περιφρούρηση μια δράκα κουρασμένους. Και λέω, ρε πούστη μου, τόσοι χαραμοφάηδες στην πρωτεύουσα, δε θα μπορούσε κάθε βράδυ να υπάρχει μόνιμη, σταθερή ασπίδα, από εναλασσόμενες βάρδιες; Τι χρειάζεται περισσότερο από excel και καλή διάθεση; Μπα. Ξεφούσκωσε το πράμα. Ως εκεί αντέξε η καρδιά μας και η αγωνιστικότητα. Το πρωί δουλεύουμε κιόλας. Έτσι, μια όμορφη νύχτα πριν τις γιορτές, άνθρωποι και πράγματα εξαφανίστηκαν μέχρι να πεις κίμινο, σαν ποτέ να μη συνέβη το παραμικρό και σαν ποτέ να μην υπήρξαν. Μάλιστα, γρήγορα κιόλας εκλογικεύτηκε η ήττα ετούτη. Διαβάσαμε, τις επόμενες μέρες (και δεν εννοώ στην Καθημερινή), πως και να υπήρχε ο κόσμος, τι θα 'κανε; τι θ' άλλαζε; τσάμπα η φασαρία. Μα καταλαβαίνετε τι λέω, εδώ; το νόημα δεν είναι αν θα είχε αποτέλεσμα ή όχι η οποιαδήποτε κίνηση. Το νόημα εδώ είναι ότι αδυνατούμε να συγκροτηθούμε σε ένα οργανωτικό σκαλοπάτι παραπάνω, αδυνατούμε να φανταστούμε τους εαυτούς μας καλύτερους και ισχυρότερους, δεν έχουμε όραμα κι ούτε περιμένουμε κάτι περισσότερο απ' τις ζωές μας.

Ειλικρινά, δεν έχουμε για τι να παλέψουμε, δεν έχουμε εικόνες να χτίσουμε το μέλλον μας. Να φύγει το Μνημόνιο λένε οι μισοί, να φύγει το Κράτος οι υπόλοιποι. Ναι. Και μετά τι; Μετά θα το βρούμε; Ζήσε Μάη μου. Εδώ δε μιλώ πολιτικά, είναι βασικά θέματα ψυχολογίας όλα ετούτα. Αν είμαι σκλάβος, δεν αρκεί να μισώ τ' αφεντικό μου, δεν αρκεί καν να μισώ τη σκλαβιά. Δεν αρκεί να ξέρω τι δεν θέλω, αυτό γίνεται αυτόματα με την πρώτη βουρδουλιά. Είναι χρεία ν' αποκτήσει σχήμα αυτό που θέλω. Πρέπει να χτιστεί μέσα μου η λύσσα για την ελευθερία, τους ανοιχτούς τόπους, την ευθύνη του εαυτού μου ή του συντρόφου μου. Όχι ελευθερία έτσι γενικά κι αυθαίρετα. Ο άνθρωπος, που επαναστατεί στ' αλήθεια, νιώθει απλά πράματα κι όχι φιλοσοφικές τζιριτζάντζουλες. Η ελευθερία του έχει μορφή, δεν είναι του ανέμου. Είναι ελευθερία από την πείνα, απ' την αρρώστια, απ' την αμάθεια. Είναι ελευθερία να μιλάει με το κεφάλι ορθό, να περπατάει άφοβα, να χτίσει ένα σπιτικό και μέσα του ν' αγαπήσει. Άμα δεν ξέρει τι ζητά, τότε γιατί να παλέψει κανείς τα σίδερα; έτσι, ιδεατά, για να μην είναι σκλάβος, γιατί είν' η σκλαβιά πράμα κακό; Πρέπει κάτι να ποθώ για να μεταμορφωθεί ο κόσμος, να πάρει η Γη μπροστά. Με το μίσος τίποτα δεν παίρνει κίνηση - παρά μόνο επιφανειακά - κι ας γεμίσει κανείς τρεις τόμους ματοβαμμένης Ιστορίας. Την ίδια μάχη θα διαβάζεις ξανά και ξανά με άλλα ονόματα και χρόνους, δίχως την παραμικρή πρόοδο. Μ' αν υπάρχει ο πόθος και λείπει μονάχα η αφορμή, ε, τούτα είναι εύκολα πράματα πια, για την αποφασισμένη ψυχή.

Οι παλιοί τουλάχιστον λέγανε κι ένα «ψωμί, παιδεία, ελευθερία». Ήτανε κάτι ετούτο, απτό. Ασχέτως τι ακολούθησε. Γιατί και τα ψωμιά μας μια χαρά τα φάγαμε, τα χρόνια που ακολούθησαν τη δικτατορία. Η Μαρία-Αντουανέτα αποδείχτηκε, τελικά, μεγάλη αλεπού: οι υποτελείς αγοράζουν άφθονο πια το παντεσπάνι από τα σουρπερμάρκετς και το καταβροχθίζουν σε σπίτια δίχως βιβλιοθήκες, δίχως χαμόγελο, δίχως θέρμανση το χειμώνα. Την Παιδεία, που 'ταν αστικού τύπου, ούτως ή άλλως - δηλαδή καταδικασμένη στο δήθεν - μια χαρά την καταφέραμε και τούτη. Τη συνδέσαμε μονοδιάστατα με το σχολείο κι έπειτα απογυμνώσαμε κάθε άλλη δραστηριότητα απ' αυτή. Δεν θα 'βρισκες, δηλαδή, και πολλή παιδεία σε μια δημόσια υπηρεσία, σε μια κοινή διασταύρωση με φανάρι, στον τρόπο που μεγαλώναμε τα παιδιά μας, στην τηλεόραση ή τη μουσική. Τελικά, εφεύραμε τις πανελλήνιες σύγχρονου τύπου, δίνοντας έτσι τη χαριστική βολή σε ο,τιδήποτε γνήσιο, αποθεώνοντας τη χρησιμοθηρία. Αλλά μήτε η Ελευθερία μας έμεινε της προκοπής. Όχι γιατ' είναι λίγο να μπορείς να μιλάς ανεμπόδιστα για τα πιστεύω σου, δίχως το φόβο να σου δώσουν οι μπάτσοι ραντεβού στη γωνία - για το οποίο δεν βάζεις, βέβαια, και το χέρι σου στη φωτιά - αλλά γιατί είναι ελευθερία μόνο των λόγων, άρα του αέρα του κοπανιστού. Άμα επιχειρήσει κανείς να ζήσει τη ζωή του όχι με λόγους, παρά με τρόπο αληθινό, δηλαδή με το σώμα και τη δράση του, αλλά μια στάλλα δα εκτροχιασμένος απ' τα καθεστηκότα και το μονοδιάστατο, τότε μόνο θα νιώσει στο πετσί του τι στον κόρακα σημαίνει αστικό Κράτος (ή αν το θέτε Κράτος γενικότερα) και πόση ελευθερία σηκώνει, γενικά.

Οι ζωές μας παραπαίουν, δίχως ιδιαίτερη εσωτερικότητα, δηλαδή ευάλωτες στη δημαγωγία και το λαϊκισμό, για να χρησιμοποιήσω κι εγώ μερικά κλισέ. Κι αυτά δεν είναι μονοπώλιο της Καθεστηκυίας: καλά λαϊκίζουν κι οι επαναστατικές φυλλάδες, που 'χουνε γίνει πιο βαρετές κι ανούσιες από σαπουνόπερα. Κατά βάθος, δεν είμαστε διατεθειμένοι ν' αλλάξει τίποτα. Στην καλύτερη, απαιτούμε να επανακτήσουμε τα κεκτημένα παλαιότερων αγώνων, τους οποίους έδωσε μία άλλη πάστα αγωνιστών. Στην μέση οδό, απαιτούμε μια πρώτερη καλοζωΐα και θα το βουλώναμε μια χαρά, άμα πιάναμε στα χέρια μας ξανά το καροτάκι. Στη χειρότερη, είμαστε ικανοποιημένοι με τη μιζέρια τούτη, που δεν έχει ευθύνες, δεν έχει πολλά-πολλά, μόνο μπόλικη γκρίνια, χωρίς να θίγεται η επαναστατικότητά μας.

Δεν υπάρχουν, ανάμεσά μας, και πολλοί άνθρωποι, που να την ονειρεύονται όντως αλλιώς την κοινωνία. Άρδην αλλιώς κι όχι με τους μισθούς, απλά, ανεβασμένους. Εδώ, φυσικά, δεν αναφέρομαι στα λόγια, που πλεονάζουν σαν τις κουράδες στο βόθρο. Άμα συναναστραφείς τους ανθρώπους, στην πράξη, θα διαπιστώσεις μια πνευματική οκνηρία και μια μυωπία ψυχική: στην πραγματικότητα δεν επιθυμούν και πολύ ν' αλλάξουν. Δεν είμαστε διατεθειμένοι να στερηθούμε, να πονέσουμε, να υποστούμε το τίμημα, προκειμένου να γεννηθεί το καινούργιο. Και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Και επανάσταση και βόλεμα. Ξεγελούμε ακόμα κι εαυτούς, σε τούτο το χούι, χρόνια τριμμένοι πάνω στα επαναστατικά και στα ηρωικά (εδώ μάλλον δε με πιάνει εμένα), μα στην πραγματικότητα κακομαθημένοι και κρυφο-βολεψάκηδες (εδώ όμως με πιάνει).

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#06]

Εύκολα πιάνουμε, λοιπόν, να μιλούμε για βία, καρπαζές κι αγχόνες, άλλοτε γιατί τα 'χουμε ξαπατικώσει άκριτα, από τις μπροσούρες στις οποίες μαθητεύσαμε κι εξίσου άκριτα τα διαδίδουμε, άλλοτε από ποικιλία λανθάνοντων ψυχονευρώσεων ή από κατάθλιψη, απολύτως αιτιολογημένη (μ' όσα συμβαίνουν γύρω μας) κι ως εκ τούτου από δυσκολία διαχείρησης του συναισθήματος, άλλοτε πάλι από νευρικότητα νεανική κι ανυπομονησία κι άλλοτε, τέλος, γιατί δεν ξέρουμε για τι μιλάμε. Τα παραπάνω, φυσικά, δεν εξαντλούν τον κόσμον όλο. Υποθέτω κάποιοι επιλέγουν τη βία συνειδητά και με άποψη και μπράβο τους. Εγώ μιλώ για τους υπό τρικυμίαν εν κρανίω διατελούντες, δίχως όμως ν' απαξιώνω τις προθέσεις τους. Δε μιλώ για λαμόγια. Μιλώ για τους ανθρώπους που καίγονται τα σωθικά τους από κάτι, μα προσπαθούν να ξεδιψάσουν με βενζίνες. Άνθρωποι συχνά ευαίσθητοι, μα γεμάτοι αντιφάσεις και παρανοήσεις. Έτσι, όμως, πολιτική δε γίνεται. Εννοώ πολιτική που να πιάνει τόπο κι όχι φλυαρίες ή πυροτεχνήματα.

Μιλώ, επίσης, για τις διάφορες επαναστατικές παρέες, που περιμένουν από καμμένα ΑΤΜ να ξεπηδήσουν η ελπίδα και η αφύπνιση, που θεωρούν επικές τις άγονες αψιμαχίες με τις δυνάμεις καταστολής ή παίρνουν τις (συχνά επιτακτικές) αντιφασιστικές σφαλιάρες για νίκη επί του φασισμού. Μιλώ, επίσης, για την αριστερή μαζική κουλτούρα, που θα σε παρασύρει - από επιπόλαιο ενθουσιασμό ή ξερω-γω καμιά ιστορική υποχρέωση - στην ενεργό αντίσταση, αλλά στα δύσκολα θα σε παρατήσει στη μοίρα σου. Θα σε πείσουν να μην πληρώσεις τη ΔΕΗ ή το φόρο, στηριζόμενοι σε ημιμαθείς νομικούς δεκάρικους, όμως μετά τις πρώτες καρπαζές ρωτάς «τι έγινε, ρε παιδιά;» και σου σφυρίζουν απ' το βάθος «χίλια συγγνώμη φιλαράκι, γράψε λάθος». Μετά τη διακοπή του ρεύματος, μετά τις απειλές και τους εκβιασμούς του εισπράκτορα, μετά το δικαστικό διασυρμό, μετά τη δήμευση της περιουσίας, πολύς κόσμος διαπιστώνει πόσο μόνος είναι, τελικά, από ουσιαστική στήριξη στη σημερινή του χρεία, αντί της μετ-επαναστατικής. Γιατί βία είναι, επίσης, να σε χρησιμοποιεί ο άλλος, για να κάνει το κομμάτι του - έστω και κομμάτι επανασταστικό.

Άμα συναναστραφείς με όλους αυτούς, που 'χουν μεγαλώσει βουτηγμένοι ίσαμε τη φτέρνα στα πολιτικά πράγματα - σε αντίθεση με μένα, που συχνά παλεύω να γίνουν έθος μου τα στοιχειώδη - θα γνωρίσεις πραγματικά ένα σωρό κόσμο, ο οποίος ενδιαφέρεται στ' αλήθεια και παλεύει με ζήλο. Πάρε το πιο απλό: αντί ν' αράξει σπίτι, βλέποντας για χιλιοστή φορά τις τηλεοπτικές σαβούρες, βγαίνει στο δρόμο, μοιράζει φυλλάδια, συμμετέχει σε συνελεύσεις, οργανώνει εκδηλώσεις, προσφέρει εθελοντικά τις ικανότητές του και, τέλος πάντων, αφιερώνει ένα μέρος του εαυτού του σε κάτι που υπερβαίνει εαυτόν. Μ' από την άλλη μεριά, ο ίδιος αυτός κόσμος παραμένει εκνευριστικά λίγος. Λίγος όχι σε κρίσιμο πλήθος, μα λίγος εσωτερικά. Μιλώ χωρίς ειρωνία: ιστορικά λίγος και αντικειμενικά λίγος. Φυσικά, μιλώ και για μένα. Αλλά αν αποτυγχάνουμε διαρκώς, σε τι οφείλεται λοιπόν; Σε μια αδρή προσέγγιση, θεωρώ ότι αποτυγχάνουμε καταρχάς από απροθυμία αλλαγής (δηλαδή, βέρο συντηρητισμό), με πλούσια στοιχεία ολοκληρωτικής σκέψης (δυστυχώς, ετούτη δεν εξαντλείται στον πολιτογραφημένο φασισμό), και παράλληλα από μια παντελή έλλειψη ουσιαστικής και μεγάλης κλίμακας οργάνωση.

Μια μικρή παρένθεση εδώ, προτού προχωρήσω σε λεπτομέρειες, ώστε να συνδέσω όλα ετούτα με τα προηγούμενα και να τα εντάξω στο θέμα της βίας, που τ' αφήνουμε τώρα πίσω μας. Ο ασύλληπτος αυτός κόπος, που ξοδεύεται στο δρόμο και στις δράσεις, είναι πολιτικά τόσο ανοργάνωτος, πολιτικά τόσο άστοχος κι άγονος, ώστε στο τέλος της ημέρας, αισθανόμαστε την εξάντληση εκείνου που θαρρεί πως έχει κάνει τα πάντα, δίχως στην ουσία να έχει καταφέρει τίποτα. Η υπομονή στερεύει μέρα με την ημέρα. Ο αγωνιστής μπορεί να 'χει περάσει χρόνια υπομονής κι ανάλωσης, μα οι πρόσκαιρες χαρές του επιστρέφουν κυκλοτερά στην αφετηρία, τώρα όμως με μιαν ελπίδα λιγότερη. Το φλερτ με τη βία δεν απέχει πολύ. Άμα στο κεφάλι σου νομίζεις πως έχεις δοκιμάσει τα πάντα, τι άλλο απομένει παρά να σηκώσεις τη γροθιά; Η βία ωριμάζει σιγά-σιγά στο μυαλό μας, κάθε άλλο παρά ως φυσικός κι αντικειμενικός μονόδρομος μιας κοινωνίας, αποστερημένης πλέον από εναλλακτικές, εξαιτίας ενός πολύχρονου και πολυσχιδούς αγώνα. Αν ήταν έτσι, θα υπήρχαν περισσότερες ελπίδες η βία να σοβαρέψει, να ξεπεράσει το εφηβικό τσόφλι και να οργανωθεί συστηματικά και πολιτικά. Περισσότερο, όμως, συμβαίνει η ψυχική κούραση να γίνεται κάποτε αδιέξοδη και με τη σειρά της βία, όχι ως απότοκο μιας πληθώρας αποτυχιών ή μιας ακολουθίας από αγώνες, παρ' εξαιτίας μιας αέναης, αυτοκαταστροφικής επανάληψης της ίδιας και της ίδιας μάχης, του ίδιου και του ίδιου λάθους, της ίδιας ήττας, ξανά και ξανά και ξανά.

Τώρα δε θα πω και τίποτα πρωτότυπο. Δε θα μιλήσω για κάτι που δε λένε κι οι ίδιοι οι αριστεροί, μεταξύ τους. Άλλοτε κρυφά, άλλοτε ορθάνοιχτα, παραδέχονται πως όλες αυτές οι ξεψυχισμένες πορείες, που πάνε απ' το κακό στο χειρότερο, όλες αυτές οι εκδηλώσεις που βαίνουν φθίνουσες, όλες αυτές οι απεργίες που βοηθούν μόνο την τοπική αγορά καφέ, έχουν επιτελέσει έναν ιστορικό κύκλο, είναι παντελώς άκαρπες, αλλά απ' το ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα. Ελλείψει εναλλακτικών, ας είναι, ας βγει τουλάχιστον κι αυτή η υποχρέωση. Να κοιμηθούμε το βράδυ ήσυχοι. Κι έτσι το ψόφιο βαλσαμώνεται και φοριέται σα δεύτερο πετσί, εξακολουθώντας να κυκλοφορούμε σα νεκροζώντανοι, αντί να βαρέσουμε μια επαναστατική αποχή διαρκείας, να τρομάξουν μέχρι και τ' αφεντικά.

- Ρε σεις, ετούτοι εδώ δε κουνάνε, δε λαλάνε, τι τρέχει; ζούνε; κάτι πονηρό ετοιμάζουν, να μου το θυμηθείς.

Προτείνω μόνιμη πλέον αποχή από τη μαλακία, έως ότου έχουμε τίποτα ουσιαστικό να πούμε. Προτείνω να κάνουμε χρήση της ίδιας ενέργειας που σπαταλιέται άδικα από 'δω κι από 'κει, προκειμένου να προετοιμάσουμε μιαν άλλη οργάνωση, κυοφορώντας κάτι νέο - που μπορεί να 'ναι και παλιό συγχρόνως. Φυσικά μην περιμένετε να το μάθετε αυτό από μένα, ούτε από άλλον κανένα, νοούμενο ως μονάδα. Τούτα είναι ομαδικές διαδικασίες και ζυμώσεις. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, θα παραθέσω στη συνέχεια τις εντυπώσεις μου.

Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#05]

Είναι νομίζω προφανές, από τα προηγούμενα, ότι εδώ δεν αρνούμαστε τη βία - ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, σε πρώτη φάση. Αποποιούμαστε συγκεκριμένες μορφές της και συγκεκριμένες στάσεις απέναντί της. Απεχθανόμαστε τη λατρεία της, την αναγωγή της σε πηγή περηφάνειας, την καλλιέργειά της ως ήθος, την απερίσκεπτη χρήση της. Ο τίμιος αντι-εξουσιαστής θα πρέπει να βλέπει πολύ καχύποπτα τούτο το δίκοπο μαχαίρι, που ουσιαστικά δεν είναι παρά άσκηση εξουσίας, απ' την ανάποδη. Από την άλλη, ωστόσο, δεν μυξο-κλαψουρίζουμε για τις αναπόφευκτες συμπλοκές των σωμάτων, σαν ατσαλάκωτοι χαριτοδιπλωμένοι, ποιώντας τη νήσσα για όλη τη βία, στην οποία είμαστε συνένοχοι με το τηλεκοντρόλ. Τη βία, δηλαδή, που εφαρμόζεται επιτυχέστατα στο όνομά μας, από τα σώματα των ένστολων μπράβων σε άλλα σώματα, συνήθως, γυμνά από μοίρα κι ελπίδα.

Άμα διαβάζεις φιλελεύθερες φυλλάδες, θα φτάσεις κάποτε να πιστέψεις ότι δεν έχεις καν σώμα. Πως η ελευθερία δεν κερδίζεται σε τόπο και χρόνο υπαρκτό, με τη δύναμη των χεριών, πως δεν την ανασαίνεις κυριολεκτικά με τα στήθη, μα είναι υπόθεση του νου και των εσπερινών ρεμβασμών, είναι γέννημα-θρέμμα της πειθούς και του κολαρισμένου διαλόγου. Έτσι, μπορεί - κατά τη φιλοσοφία του λακέ - να 'ναι κανείς άνεργος, καταπατημένος, βιασμένος, ακρωτηριασμένος και γενικά σκλάβος, μα παρ' όλα αυτά να 'ναι πολύ ευχαριστημένος, που μπορεί ακόμα και ψηφίζει, που δε γυρίζει σπίτι του δαρμένος, που μπορεί να ξεπληρώνει τις σάρκες του σε δόσεις. Πως αλλιώς;

Όμως στο τέλος κάθε φράσης, την τελεία τη βάζουν σώματα κι όχι παχύρρευστες κουβέντες. Τα σώματα που βογγούν και λυγάνε, είναι ζωντανές λέξεις και γραφικός χαρακτήρας. Τα σώματα που πονούν και φθίνουν, είναι ρήματα και ουσιαστικά. Το χέρι, που σηκώνεται κι αγκαλιάζει, δεν είναι φιλοσόφημα. Ούτε το στήθος που θηλάζει, ούτε τα κορμιά που ερωτοτροπούν και μπολιάζονται. Η ευτυχία ξεκινά απ' τα σώματα. Μα κι η γροθιά που προσβάλλει ή το μαχαίρι που στομώνει διαιρώντας τη ζωή, τα κορμιά που μισούν κι ακυρώνουν, ένα το άλλο, ούτε τούτα είναι φαντασιοκοπήματα του νου. Η δυστυχία ξεκινά απ' τα σώματα.

Ο γονιός που, στη θέα ενός κινδύνου, κυρτώνει σαν ασπίδα πάνω απ' το παιδί του, κυρτώνει μ' ολάκερο το σώμα κι όχι με νουθεσίες του αέρα. Κανείς δεν επιβίωσε ποτέ με συμβουλές. Η αγάπη που ζητάει κορύφωση, ανθίζει με τη μορφή ανοιγμένης αγκαλιάς, όχι με λόγια και ρίμες. Γίνεται μικρό σπίτι από μπράτσα και χέρια, γίνεται φράση από σφυγμό και αίσθηση. Δεν αντέχει η αγάπη την απόσταση. Ο μαχητής που στέκεται ανάμεσα στα γυναικόπαιδα και τις ορδές των φονιάδων, δεν ορθώνει τίποτε πειστικά επιχειρήματα και τη ρητορική τέχνη, μα το ίδιο το σώμα του προτάσσει ως τείχος. Ο σκλάβος, που κάνει τη  λευτεριά του απόφαση, δε πιάνει τις απειλές και τις βλαστήμιες - να γελούν κι οι κότες - πιάνει την κοτρώνα και το τουφέκι κι ανοίγει το κεφάλι του δυνάστη του. Μόνο σαν το σώμα πάρει βούληση και μόνο τότε, η εικόνες του νου γίνονται ποιήματα του κόσμου, δηλαδή πραγματικότητα και κοινό βίωμα. Είναι το σώμα, που δίνει την τελική μάχη. Πάντα. Να λέμε «βία», έτσι σκέτα, σαν να 'ναι αυτοσκοπός, πανάκεια ή δεινό ή κατσαβίδι, δε βγάζει νόημα. Να μιλάμε όμως για μάχη και γι' αγώνισμα ελευθερίας, αυτό είναι άλλο πράγμα. Έτσι νοώντας, η λέξη «βία» γίνεται πλέον πολύ μικρή. Γίνεται ακατάλληλη για σοβαρές κουβέντες. Μονάχη της, ασύνδετη από τα γύρω, δε χωρά τις σημασίες κι αναπόφευκτα τις υποτιμά.

Γι' αυτούς τους λόγους κι άλλους χίλιους, ο κουραδόμαγκας του πολιτισμού φτάνει να λέει την πλέον παράλογη αρλούμπα σε τέτοιο βαθμό ανερυθρίαστος, που ξεβάφουν κι οι ντομάτες. Πριν από χρόνια, σε συνέντευξη - την οποία όσο κι αν προσπάθησα δεν κατάφερα να ξεθάψω, άρα μιλώ μ' επιφύλαξη - ο τιτάνας αυτός της αερολογίας Στέλιος Ράμφος έφτασε να λέει ότι ακόμα κι η κοπέλα που βι-άζεται δε θα 'ταν σωστό και πρέπον ν' αντιγυρίσει τη βία, παρά να τρέξει αμέσως στο πρώτο αστυνομικό τμήμα. Δε μας διευκρίνησε, βεβαίως, αν έπρεπε να τρέξει μετά ή κατά τη διάρκεια του βιασμού, για να 'ναι πιο σίγουρη. Γιατί πολύ συχνά κι επειδή ο πολιτισμός της Αστυνομίας πλεονάζει, αν πάει μετά, είναι πιθανότερο να κατηγορηθεί κι η ίδια, αφού «το πουτανάκι πήγαινε γυρεύοντας» κι εφόσον «τα 'θελε κι αυτής ο κωλαράκος».

Ο καθημερινός και συνηθισμένος τύπος του αστού, παρ' όλα αυτά, προτιμάει να κρύβεται πίσω απ' το δάχτυλό του - τα διαστήματα δηλαδή που δεν το χρησιμοποιεί για ν' αυνανίζεται. Χέζεται απάνω του, να παραδεχτεί πως ετούτη η κοινωνία είναι πάντα μια κοινωνία της βίας, πολύ καλά μασκαρεμένη. Φοβάται μήπως αφ' ης στιγμής ανοίξει τα μάτια του στην καρπαζιά, που πέφτει γύρω σύννεφο, ξεφύγει καμία ξώφαλτση και στο δικό του σβέρκο. Κι ακόμα φοβάται αυτό, μήπως κατά λάθος ξεπέσει στο επίπεδο του βάρβαρου και κτήνους - που δηλαδή τώρα δεν είναι. Με τα πολλά, ωστόσο, δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος, που να μπορεί ως το τέρμα ν' αρνηθεί την απλή και τετριμμένη αυτήν αλήθεια: πως δηλαδή η βία ποτέ δε στέρεψε ως είδος, παρ' ανατέθηκε απλά στο Κράτος. Ωστε να μην κάνει ό,τι γουστάρει ο καθένας, αλλά ό,τι γουστάρει το Κράτος. Το κράτος, δηλαδή, μονοπωλεί τη βία, όπως είθισται να λέμε. Το Κράτος αυτό, το οποίο - παρά το μονοπώλιο βεβαίως-βεβαίως - δε χάνει φυσικά ευκαιρία να υπενοικιάσει τη βία του, με το αζημίωτο, στα άπειρα λαμόγια που ξεπηδούν, διαρκώς, απ' την αφρόκρεμα του οργανωμένου έγκληματος και τα τσιράκια τους.

Έτσι περνάμε την υπογειοποίηση της βίας για πολιτισμό κι ειρήνη. Αυτό που δε φαίνεται, φυσικά, δεν υπάρχει. Κι αν υπάρχει, υπάρχει μονοδιάστατα με τη μορφή και τη φωτογένεια που αρμόζει καλύτερα στο κεντρικό δελτίο. Υπάρχουν μαφιόζοι και χούλιγκανς, τσιγγάνοι κι αντιεξουσιαστές, αλβανοί παλιάς κοπής και μετανάστες νέας. Το Κράτος πουθενά. Πουθενά, ο γιγάντιος αυτός μηχανισμός καταπίεσης, ο οποίος αντί να σκοτώνει διαμιάς - μόνο σπάνια - απομυζά μέρα με την ημέρα, κάθε ικμάδα ανεξαρτησίας και ζωής. Πουθενά, αυτό το αδηφάγο τέρας, που το πήραμε για μονόδρομο, που τ' αφήνουμε ανεξέλεγκτο στη μία του μορφή ή την άλλη.

Ο αστός είναι το καλοσιδερωμένο θρεφτάρι, όπερ έχει πάντα να πληρώνει τους λογαριασμούς του. Όχι απαραίτητα γιατί 'ναι ικανότερος, αλλά συνήθως γιατί 'ναι τυχερότερος κι έχει συγγενείς διαφόρων βαθμών. Βλέπει μονάχα τον κώλο του θηρίου, τον οποίο και παίρνει για πακτωλό. Αλλά για τα δόντια και τη σάπια ανάσα πρέφα. Θεωρεί, για 'κείνον που βρίσκεται ξάφνου στην άλλη όχθη της Αχερουσίας, πως το 'βρε από κακό του κεφαλιού του και κακή προσαρμογή. Κατά τ' άλλα, όλα τα προβλήματα λύνονται με το διάλογο και τη δικογραφία. Έτσι βλέπει τη βία ο καλομάθητος κι ειδικά άμα του λείπει η στοιχειώδης ευαισθησία ή καλλιέργεια. Δεν πρόκειται να πάρει χαμπάρι από κοινωνία, παρά μόνο άμα τρακάρει με περιπολικό. Όλος ο πόνος, οι οιμωγές του κόσμου, γλιστρούν αεροδυναμικά γύρω απ' τ' αυτιά του, σαν πρωινή δροσούλα κι απόηχος φλοίσβων.

Τέλος πάντων, όταν λοιπον μιλούμε για βία - έτσι πρέπει - να μιλούμε και για τη βία που υφιστάμεθα ή επιτρέπουμε, ως δειλοί, από τους δυνατότερους κι όχι μόνο για τη βία, την ευθύνη της οποίας μας καλούν οι περιστάσεις - ενίοτε - να αναλάβουμε, αλλά το παίζουμε πολιτισμός κι έτσι. Κάπου εκεί ανάμεσα πατώ κι εγώ, από τη μία αναγνωρίζοντας τη συγκρουσιακή αναγκαιότητα - άλλοτε ως αυθόρμητο ξέσπασμα, άλλοτε οργανωμένα - κι από την άλλη αρνούμενος να ανάγω ένα από τα παρεπόμενα της σύγκρουσης, δηλαδή τη βία, σε μέσο καθαυτό ή - από παρεξήγηση και βλακεία - σε ήθος και μαγκιά. Γιατί, λοιπόν, απέχω από την τελευταία είν' ολοφάνερο. Γιατί απέχω απ' την πρώτη, κυρίως από δειλία. Μα και για έναν λόγο ακόμα, εξίσου σημαντικό: είναι μια γλώσσα ξένη, μια διάλεκτος που δεν έπιασα ποτέ να τη μιλώ κι έχει περάσει ήδη η μισή ζώη μου. Δεν είναι εύκολο, ξαφνικά, να γίνεις άλλος. Να μαθητεύσω στη σύγκρουση και μόνο - την ικανότητα αυτή του θαρρετού ανθρώπου, που πάντα απέφευγα συνειδητά ή όχι - είναι από μόνο του ένα στοίχημα. Να κάνω συνάμα και τη βία - σε κάποιο βαθμό - κτήμα μου, μάλλον δεν είναι της ζωής ετούτης. Μάλλον το πιθανότερο, να με προλάβουν οι συνθήκες,  αν και τυχόν τα πράγματα στραβώσουν τόσο. Στη βράση ας κριθεί λοιπόν, από τι σίδερο είμαι φτιαγμένος.