Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#06]

Εύκολα πιάνουμε, λοιπόν, να μιλούμε για βία, καρπαζές κι αγχόνες, άλλοτε γιατί τα 'χουμε ξαπατικώσει άκριτα, από τις μπροσούρες στις οποίες μαθητεύσαμε κι εξίσου άκριτα τα διαδίδουμε, άλλοτε από ποικιλία λανθάνοντων ψυχονευρώσεων ή από κατάθλιψη, απολύτως αιτιολογημένη (μ' όσα συμβαίνουν γύρω μας) κι ως εκ τούτου από δυσκολία διαχείρησης του συναισθήματος, άλλοτε πάλι από νευρικότητα νεανική κι ανυπομονησία κι άλλοτε, τέλος, γιατί δεν ξέρουμε για τι μιλάμε. Τα παραπάνω, φυσικά, δεν εξαντλούν τον κόσμον όλο. Υποθέτω κάποιοι επιλέγουν τη βία συνειδητά και με άποψη και μπράβο τους. Εγώ μιλώ για τους υπό τρικυμίαν εν κρανίω διατελούντες, δίχως όμως ν' απαξιώνω τις προθέσεις τους. Δε μιλώ για λαμόγια. Μιλώ για τους ανθρώπους που καίγονται τα σωθικά τους από κάτι, μα προσπαθούν να ξεδιψάσουν με βενζίνες. Άνθρωποι συχνά ευαίσθητοι, μα γεμάτοι αντιφάσεις και παρανοήσεις. Έτσι, όμως, πολιτική δε γίνεται. Εννοώ πολιτική που να πιάνει τόπο κι όχι φλυαρίες ή πυροτεχνήματα.

Μιλώ, επίσης, για τις διάφορες επαναστατικές παρέες, που περιμένουν από καμμένα ΑΤΜ να ξεπηδήσουν η ελπίδα και η αφύπνιση, που θεωρούν επικές τις άγονες αψιμαχίες με τις δυνάμεις καταστολής ή παίρνουν τις (συχνά επιτακτικές) αντιφασιστικές σφαλιάρες για νίκη επί του φασισμού. Μιλώ, επίσης, για την αριστερή μαζική κουλτούρα, που θα σε παρασύρει - από επιπόλαιο ενθουσιασμό ή ξερω-γω καμιά ιστορική υποχρέωση - στην ενεργό αντίσταση, αλλά στα δύσκολα θα σε παρατήσει στη μοίρα σου. Θα σε πείσουν να μην πληρώσεις τη ΔΕΗ ή το φόρο, στηριζόμενοι σε ημιμαθείς νομικούς δεκάρικους, όμως μετά τις πρώτες καρπαζές ρωτάς «τι έγινε, ρε παιδιά;» και σου σφυρίζουν απ' το βάθος «χίλια συγγνώμη φιλαράκι, γράψε λάθος». Μετά τη διακοπή του ρεύματος, μετά τις απειλές και τους εκβιασμούς του εισπράκτορα, μετά το δικαστικό διασυρμό, μετά τη δήμευση της περιουσίας, πολύς κόσμος διαπιστώνει πόσο μόνος είναι, τελικά, από ουσιαστική στήριξη στη σημερινή του χρεία, αντί της μετ-επαναστατικής. Γιατί βία είναι, επίσης, να σε χρησιμοποιεί ο άλλος, για να κάνει το κομμάτι του - έστω και κομμάτι επανασταστικό.

Άμα συναναστραφείς με όλους αυτούς, που 'χουν μεγαλώσει βουτηγμένοι ίσαμε τη φτέρνα στα πολιτικά πράγματα - σε αντίθεση με μένα, που συχνά παλεύω να γίνουν έθος μου τα στοιχειώδη - θα γνωρίσεις πραγματικά ένα σωρό κόσμο, ο οποίος ενδιαφέρεται στ' αλήθεια και παλεύει με ζήλο. Πάρε το πιο απλό: αντί ν' αράξει σπίτι, βλέποντας για χιλιοστή φορά τις τηλεοπτικές σαβούρες, βγαίνει στο δρόμο, μοιράζει φυλλάδια, συμμετέχει σε συνελεύσεις, οργανώνει εκδηλώσεις, προσφέρει εθελοντικά τις ικανότητές του και, τέλος πάντων, αφιερώνει ένα μέρος του εαυτού του σε κάτι που υπερβαίνει εαυτόν. Μ' από την άλλη μεριά, ο ίδιος αυτός κόσμος παραμένει εκνευριστικά λίγος. Λίγος όχι σε κρίσιμο πλήθος, μα λίγος εσωτερικά. Μιλώ χωρίς ειρωνία: ιστορικά λίγος και αντικειμενικά λίγος. Φυσικά, μιλώ και για μένα. Αλλά αν αποτυγχάνουμε διαρκώς, σε τι οφείλεται λοιπόν; Σε μια αδρή προσέγγιση, θεωρώ ότι αποτυγχάνουμε καταρχάς από απροθυμία αλλαγής (δηλαδή, βέρο συντηρητισμό), με πλούσια στοιχεία ολοκληρωτικής σκέψης (δυστυχώς, ετούτη δεν εξαντλείται στον πολιτογραφημένο φασισμό), και παράλληλα από μια παντελή έλλειψη ουσιαστικής και μεγάλης κλίμακας οργάνωση.

Μια μικρή παρένθεση εδώ, προτού προχωρήσω σε λεπτομέρειες, ώστε να συνδέσω όλα ετούτα με τα προηγούμενα και να τα εντάξω στο θέμα της βίας, που τ' αφήνουμε τώρα πίσω μας. Ο ασύλληπτος αυτός κόπος, που ξοδεύεται στο δρόμο και στις δράσεις, είναι πολιτικά τόσο ανοργάνωτος, πολιτικά τόσο άστοχος κι άγονος, ώστε στο τέλος της ημέρας, αισθανόμαστε την εξάντληση εκείνου που θαρρεί πως έχει κάνει τα πάντα, δίχως στην ουσία να έχει καταφέρει τίποτα. Η υπομονή στερεύει μέρα με την ημέρα. Ο αγωνιστής μπορεί να 'χει περάσει χρόνια υπομονής κι ανάλωσης, μα οι πρόσκαιρες χαρές του επιστρέφουν κυκλοτερά στην αφετηρία, τώρα όμως με μιαν ελπίδα λιγότερη. Το φλερτ με τη βία δεν απέχει πολύ. Άμα στο κεφάλι σου νομίζεις πως έχεις δοκιμάσει τα πάντα, τι άλλο απομένει παρά να σηκώσεις τη γροθιά; Η βία ωριμάζει σιγά-σιγά στο μυαλό μας, κάθε άλλο παρά ως φυσικός κι αντικειμενικός μονόδρομος μιας κοινωνίας, αποστερημένης πλέον από εναλλακτικές, εξαιτίας ενός πολύχρονου και πολυσχιδούς αγώνα. Αν ήταν έτσι, θα υπήρχαν περισσότερες ελπίδες η βία να σοβαρέψει, να ξεπεράσει το εφηβικό τσόφλι και να οργανωθεί συστηματικά και πολιτικά. Περισσότερο, όμως, συμβαίνει η ψυχική κούραση να γίνεται κάποτε αδιέξοδη και με τη σειρά της βία, όχι ως απότοκο μιας πληθώρας αποτυχιών ή μιας ακολουθίας από αγώνες, παρ' εξαιτίας μιας αέναης, αυτοκαταστροφικής επανάληψης της ίδιας και της ίδιας μάχης, του ίδιου και του ίδιου λάθους, της ίδιας ήττας, ξανά και ξανά και ξανά.

Τώρα δε θα πω και τίποτα πρωτότυπο. Δε θα μιλήσω για κάτι που δε λένε κι οι ίδιοι οι αριστεροί, μεταξύ τους. Άλλοτε κρυφά, άλλοτε ορθάνοιχτα, παραδέχονται πως όλες αυτές οι ξεψυχισμένες πορείες, που πάνε απ' το κακό στο χειρότερο, όλες αυτές οι εκδηλώσεις που βαίνουν φθίνουσες, όλες αυτές οι απεργίες που βοηθούν μόνο την τοπική αγορά καφέ, έχουν επιτελέσει έναν ιστορικό κύκλο, είναι παντελώς άκαρπες, αλλά απ' το ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα. Ελλείψει εναλλακτικών, ας είναι, ας βγει τουλάχιστον κι αυτή η υποχρέωση. Να κοιμηθούμε το βράδυ ήσυχοι. Κι έτσι το ψόφιο βαλσαμώνεται και φοριέται σα δεύτερο πετσί, εξακολουθώντας να κυκλοφορούμε σα νεκροζώντανοι, αντί να βαρέσουμε μια επαναστατική αποχή διαρκείας, να τρομάξουν μέχρι και τ' αφεντικά.

- Ρε σεις, ετούτοι εδώ δε κουνάνε, δε λαλάνε, τι τρέχει; ζούνε; κάτι πονηρό ετοιμάζουν, να μου το θυμηθείς.

Προτείνω μόνιμη πλέον αποχή από τη μαλακία, έως ότου έχουμε τίποτα ουσιαστικό να πούμε. Προτείνω να κάνουμε χρήση της ίδιας ενέργειας που σπαταλιέται άδικα από 'δω κι από 'κει, προκειμένου να προετοιμάσουμε μιαν άλλη οργάνωση, κυοφορώντας κάτι νέο - που μπορεί να 'ναι και παλιό συγχρόνως. Φυσικά μην περιμένετε να το μάθετε αυτό από μένα, ούτε από άλλον κανένα, νοούμενο ως μονάδα. Τούτα είναι ομαδικές διαδικασίες και ζυμώσεις. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, θα παραθέσω στη συνέχεια τις εντυπώσεις μου.

Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#05]

Είναι νομίζω προφανές, από τα προηγούμενα, ότι εδώ δεν αρνούμαστε τη βία - ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, σε πρώτη φάση. Αποποιούμαστε συγκεκριμένες μορφές της και συγκεκριμένες στάσεις απέναντί της. Απεχθανόμαστε τη λατρεία της, την αναγωγή της σε πηγή περηφάνειας, την καλλιέργειά της ως ήθος, την απερίσκεπτη χρήση της. Ο τίμιος αντι-εξουσιαστής θα πρέπει να βλέπει πολύ καχύποπτα τούτο το δίκοπο μαχαίρι, που ουσιαστικά δεν είναι παρά άσκηση εξουσίας, απ' την ανάποδη. Από την άλλη, ωστόσο, δεν μυξο-κλαψουρίζουμε για τις αναπόφευκτες συμπλοκές των σωμάτων, σαν ατσαλάκωτοι χαριτοδιπλωμένοι, ποιώντας τη νήσσα για όλη τη βία, στην οποία είμαστε συνένοχοι με το τηλεκοντρόλ. Τη βία, δηλαδή, που εφαρμόζεται επιτυχέστατα στο όνομά μας, από τα σώματα των ένστολων μπράβων σε άλλα σώματα, συνήθως, γυμνά από μοίρα κι ελπίδα.

Άμα διαβάζεις φιλελεύθερες φυλλάδες, θα φτάσεις κάποτε να πιστέψεις ότι δεν έχεις καν σώμα. Πως η ελευθερία δεν κερδίζεται σε τόπο και χρόνο υπαρκτό, με τη δύναμη των χεριών, πως δεν την ανασαίνεις κυριολεκτικά με τα στήθη, μα είναι υπόθεση του νου και των εσπερινών ρεμβασμών, είναι γέννημα-θρέμμα της πειθούς και του κολαρισμένου διαλόγου. Έτσι, μπορεί - κατά τη φιλοσοφία του λακέ - να 'ναι κανείς άνεργος, καταπατημένος, βιασμένος, ακρωτηριασμένος και γενικά σκλάβος, μα παρ' όλα αυτά να 'ναι πολύ ευχαριστημένος, που μπορεί ακόμα και ψηφίζει, που δε γυρίζει σπίτι του δαρμένος, που μπορεί να ξεπληρώνει τις σάρκες του σε δόσεις. Πως αλλιώς;

Όμως στο τέλος κάθε φράσης, την τελεία τη βάζουν σώματα κι όχι παχύρρευστες κουβέντες. Τα σώματα που βογγούν και λυγάνε, είναι ζωντανές λέξεις και γραφικός χαρακτήρας. Τα σώματα που πονούν και φθίνουν, είναι ρήματα και ουσιαστικά. Το χέρι, που σηκώνεται κι αγκαλιάζει, δεν είναι φιλοσόφημα. Ούτε το στήθος που θηλάζει, ούτε τα κορμιά που ερωτοτροπούν και μπολιάζονται. Η ευτυχία ξεκινά απ' τα σώματα. Μα κι η γροθιά που προσβάλλει ή το μαχαίρι που στομώνει διαιρώντας τη ζωή, τα κορμιά που μισούν κι ακυρώνουν, ένα το άλλο, ούτε τούτα είναι φαντασιοκοπήματα του νου. Η δυστυχία ξεκινά απ' τα σώματα.

Ο γονιός που, στη θέα ενός κινδύνου, κυρτώνει σαν ασπίδα πάνω απ' το παιδί του, κυρτώνει μ' ολάκερο το σώμα κι όχι με νουθεσίες του αέρα. Κανείς δεν επιβίωσε ποτέ με συμβουλές. Η αγάπη που ζητάει κορύφωση, ανθίζει με τη μορφή ανοιγμένης αγκαλιάς, όχι με λόγια και ρίμες. Γίνεται μικρό σπίτι από μπράτσα και χέρια, γίνεται φράση από σφυγμό και αίσθηση. Δεν αντέχει η αγάπη την απόσταση. Ο μαχητής που στέκεται ανάμεσα στα γυναικόπαιδα και τις ορδές των φονιάδων, δεν ορθώνει τίποτε πειστικά επιχειρήματα και τη ρητορική τέχνη, μα το ίδιο το σώμα του προτάσσει ως τείχος. Ο σκλάβος, που κάνει τη  λευτεριά του απόφαση, δε πιάνει τις απειλές και τις βλαστήμιες - να γελούν κι οι κότες - πιάνει την κοτρώνα και το τουφέκι κι ανοίγει το κεφάλι του δυνάστη του. Μόνο σαν το σώμα πάρει βούληση και μόνο τότε, η εικόνες του νου γίνονται ποιήματα του κόσμου, δηλαδή πραγματικότητα και κοινό βίωμα. Είναι το σώμα, που δίνει την τελική μάχη. Πάντα. Να λέμε «βία», έτσι σκέτα, σαν να 'ναι αυτοσκοπός, πανάκεια ή δεινό ή κατσαβίδι, δε βγάζει νόημα. Να μιλάμε όμως για μάχη και γι' αγώνισμα ελευθερίας, αυτό είναι άλλο πράγμα. Έτσι νοώντας, η λέξη «βία» γίνεται πλέον πολύ μικρή. Γίνεται ακατάλληλη για σοβαρές κουβέντες. Μονάχη της, ασύνδετη από τα γύρω, δε χωρά τις σημασίες κι αναπόφευκτα τις υποτιμά.

Γι' αυτούς τους λόγους κι άλλους χίλιους, ο κουραδόμαγκας του πολιτισμού φτάνει να λέει την πλέον παράλογη αρλούμπα σε τέτοιο βαθμό ανερυθρίαστος, που ξεβάφουν κι οι ντομάτες. Πριν από χρόνια, σε συνέντευξη - την οποία όσο κι αν προσπάθησα δεν κατάφερα να ξεθάψω, άρα μιλώ μ' επιφύλαξη - ο τιτάνας αυτός της αερολογίας Στέλιος Ράμφος έφτασε να λέει ότι ακόμα κι η κοπέλα που βι-άζεται δε θα 'ταν σωστό και πρέπον ν' αντιγυρίσει τη βία, παρά να τρέξει αμέσως στο πρώτο αστυνομικό τμήμα. Δε μας διευκρίνησε, βεβαίως, αν έπρεπε να τρέξει μετά ή κατά τη διάρκεια του βιασμού, για να 'ναι πιο σίγουρη. Γιατί πολύ συχνά κι επειδή ο πολιτισμός της Αστυνομίας πλεονάζει, αν πάει μετά, είναι πιθανότερο να κατηγορηθεί κι η ίδια, αφού «το πουτανάκι πήγαινε γυρεύοντας» κι εφόσον «τα 'θελε κι αυτής ο κωλαράκος».

Ο καθημερινός και συνηθισμένος τύπος του αστού, παρ' όλα αυτά, προτιμάει να κρύβεται πίσω απ' το δάχτυλό του - τα διαστήματα δηλαδή που δεν το χρησιμοποιεί για ν' αυνανίζεται. Χέζεται απάνω του, να παραδεχτεί πως ετούτη η κοινωνία είναι πάντα μια κοινωνία της βίας, πολύ καλά μασκαρεμένη. Φοβάται μήπως αφ' ης στιγμής ανοίξει τα μάτια του στην καρπαζιά, που πέφτει γύρω σύννεφο, ξεφύγει καμία ξώφαλτση και στο δικό του σβέρκο. Κι ακόμα φοβάται αυτό, μήπως κατά λάθος ξεπέσει στο επίπεδο του βάρβαρου και κτήνους - που δηλαδή τώρα δεν είναι. Με τα πολλά, ωστόσο, δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος, που να μπορεί ως το τέρμα ν' αρνηθεί την απλή και τετριμμένη αυτήν αλήθεια: πως δηλαδή η βία ποτέ δε στέρεψε ως είδος, παρ' ανατέθηκε απλά στο Κράτος. Ωστε να μην κάνει ό,τι γουστάρει ο καθένας, αλλά ό,τι γουστάρει το Κράτος. Το κράτος, δηλαδή, μονοπωλεί τη βία, όπως είθισται να λέμε. Το Κράτος αυτό, το οποίο - παρά το μονοπώλιο βεβαίως-βεβαίως - δε χάνει φυσικά ευκαιρία να υπενοικιάσει τη βία του, με το αζημίωτο, στα άπειρα λαμόγια που ξεπηδούν, διαρκώς, απ' την αφρόκρεμα του οργανωμένου έγκληματος και τα τσιράκια τους.

Έτσι περνάμε την υπογειοποίηση της βίας για πολιτισμό κι ειρήνη. Αυτό που δε φαίνεται, φυσικά, δεν υπάρχει. Κι αν υπάρχει, υπάρχει μονοδιάστατα με τη μορφή και τη φωτογένεια που αρμόζει καλύτερα στο κεντρικό δελτίο. Υπάρχουν μαφιόζοι και χούλιγκανς, τσιγγάνοι κι αντιεξουσιαστές, αλβανοί παλιάς κοπής και μετανάστες νέας. Το Κράτος πουθενά. Πουθενά, ο γιγάντιος αυτός μηχανισμός καταπίεσης, ο οποίος αντί να σκοτώνει διαμιάς - μόνο σπάνια - απομυζά μέρα με την ημέρα, κάθε ικμάδα ανεξαρτησίας και ζωής. Πουθενά, αυτό το αδηφάγο τέρας, που το πήραμε για μονόδρομο, που τ' αφήνουμε ανεξέλεγκτο στη μία του μορφή ή την άλλη.

Ο αστός είναι το καλοσιδερωμένο θρεφτάρι, όπερ έχει πάντα να πληρώνει τους λογαριασμούς του. Όχι απαραίτητα γιατί 'ναι ικανότερος, αλλά συνήθως γιατί 'ναι τυχερότερος κι έχει συγγενείς διαφόρων βαθμών. Βλέπει μονάχα τον κώλο του θηρίου, τον οποίο και παίρνει για πακτωλό. Αλλά για τα δόντια και τη σάπια ανάσα πρέφα. Θεωρεί, για 'κείνον που βρίσκεται ξάφνου στην άλλη όχθη της Αχερουσίας, πως το 'βρε από κακό του κεφαλιού του και κακή προσαρμογή. Κατά τ' άλλα, όλα τα προβλήματα λύνονται με το διάλογο και τη δικογραφία. Έτσι βλέπει τη βία ο καλομάθητος κι ειδικά άμα του λείπει η στοιχειώδης ευαισθησία ή καλλιέργεια. Δεν πρόκειται να πάρει χαμπάρι από κοινωνία, παρά μόνο άμα τρακάρει με περιπολικό. Όλος ο πόνος, οι οιμωγές του κόσμου, γλιστρούν αεροδυναμικά γύρω απ' τ' αυτιά του, σαν πρωινή δροσούλα κι απόηχος φλοίσβων.

Τέλος πάντων, όταν λοιπον μιλούμε για βία - έτσι πρέπει - να μιλούμε και για τη βία που υφιστάμεθα ή επιτρέπουμε, ως δειλοί, από τους δυνατότερους κι όχι μόνο για τη βία, την ευθύνη της οποίας μας καλούν οι περιστάσεις - ενίοτε - να αναλάβουμε, αλλά το παίζουμε πολιτισμός κι έτσι. Κάπου εκεί ανάμεσα πατώ κι εγώ, από τη μία αναγνωρίζοντας τη συγκρουσιακή αναγκαιότητα - άλλοτε ως αυθόρμητο ξέσπασμα, άλλοτε οργανωμένα - κι από την άλλη αρνούμενος να ανάγω ένα από τα παρεπόμενα της σύγκρουσης, δηλαδή τη βία, σε μέσο καθαυτό ή - από παρεξήγηση και βλακεία - σε ήθος και μαγκιά. Γιατί, λοιπόν, απέχω από την τελευταία είν' ολοφάνερο. Γιατί απέχω απ' την πρώτη, κυρίως από δειλία. Μα και για έναν λόγο ακόμα, εξίσου σημαντικό: είναι μια γλώσσα ξένη, μια διάλεκτος που δεν έπιασα ποτέ να τη μιλώ κι έχει περάσει ήδη η μισή ζώη μου. Δεν είναι εύκολο, ξαφνικά, να γίνεις άλλος. Να μαθητεύσω στη σύγκρουση και μόνο - την ικανότητα αυτή του θαρρετού ανθρώπου, που πάντα απέφευγα συνειδητά ή όχι - είναι από μόνο του ένα στοίχημα. Να κάνω συνάμα και τη βία - σε κάποιο βαθμό - κτήμα μου, μάλλον δεν είναι της ζωής ετούτης. Μάλλον το πιθανότερο, να με προλάβουν οι συνθήκες,  αν και τυχόν τα πράγματα στραβώσουν τόσο. Στη βράση ας κριθεί λοιπόν, από τι σίδερο είμαι φτιαγμένος.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

Χειμώνας Βαρύς [#04]

Πιάνω, λοιπόν, το νήμα από 'κει που τ' άφησα, γράφοντας όπως με βγάλει η σκέψη, σε αδρές νοηματικές ενότητες. Είπαμε ν' αντισταθούμε μ' όλους τους δυνατούς τρόπους, στο τέλος της προηγούμενης ανάρτησης, αφήνοντας τη βία ως ύστατη καταφυγή. Εδώ, όμως, υπάρχει ένα λάθος. Δεν είπαμε. Μόνος μου τα λέω.

Είναι ευκαιρία, λοιπόν, να πούμε δυο κουβέντες και για τούτον το φετιχισμό των όπλων, που προανέφερα. Ο αγωνιστικός χώρος, είτε αριστερός, είτε ειδικότερα αναρχικός, έχει ξεπεράσει προ πολλού την απλή εκλογίκευση κι απενοχοποίηση τη βίας: έχει πάρει τ' όπλο για παιχνίδι, το μαχαίρι για σύμβολο, την αγχόνη φυλαχτό για το μάτιασμα ή ακόμα και για ζυγό δικαιοσύνης. Δεν απαιτείται να 'σαι ιδιαίτερα παρατηρητικός, ώστε ν' αντιληφθείς τ' αναρίθμητα περίστροφα και τουφέκια που πλαισιώνουν τα κείμενα, τις μπροσούρες, τα εξώφυλλα, τα γκράφιτι, τις φωτογραφίες, τις αναρτήσεις και, τέλος πάντων, όλο τον ελαφρολαϊκό πολιτισμό του αγωνιστικού χώρου. Ετούτες οι εμφυλιακές καταβολές, ετούτη η παρωχημένη σημειολογία, που κάποτε ήσαν σχέσεις υπαρκτές και με νόημα, σήμερα έχουν καταντήσει στείρο καρκίνωμα, σαπίζοντας τις πραγματικές αρετές των ανθρώπων.

Γιατί δεν είναι φυσικά ίσα κι όμοια, ο αγωνιστής αντάρτης των βουνών με το παιδαρέλι του μικροαστικού περιβάλλοντος. Εκείνος ο άγριος άνθρωπος, είχε το όπλο παραμάσχαλα στο φαί και στην κουβέντα, προσκεφάλι στην ανάπαυση και στο κρεβάτι. Για 'κείνον, τ' όπλο δεν ήταν νοητική αφαίρεση και μεταφυσική, παρά το μέσο με το οποίο εξασφάλιζε ή διεκδικούσε ζωτικό χώρο και χρόνο παρόντα, για την ελευθερία που 'χε ήδη κατακτημένη στην καρδιά του. Δεν ήταν φετίχ και σύμβολο, μα σύντροφος αληθινός, πλάι σε αληθινούς συντρόφους και συναγωνιστές. Σήμερα, είναι απλά ένα σκέρτσο, μια μαλακία και μισή, ένα αντικείμενο λατρείας, μια καλή ιδέα για τατουάζ, καθώς κανείς δεν έχει το παραμικρό βίωμα ένοπλου αγώνα - ανάθεμα κι αν οι μισοί έχουνε πιάσει ποτέ όπλο.

Ανοίγεις κάποτε κουβέντα μ' ανθρώπους-αγωνιστές, ανθρώπους που 'χουν απροκάλυπτα αγνή καρδιά κι αποδεδειγμένη ευαισθησία. Ώσπου φτάνει στιγμή που σε ρωτούν: εσύ τι προτιμάς περίστροφο ή μαχαίρι; Σε ρωτούν, βεβαίως, θεωρητικά. Μα εσύ μένεις μαλάκας. Μένεις μαλάκας, να κοιτάς πόσο βαθιά έχει αλώσει τα μυαλά ο συγχρωτισμός με την νοσηρότητα. Εσύ δεν προτιμάς τίποτα. Μα παρ' όλα αυτά, άπειρος και μαλθακός του δρόμου, με παιδιόθεν καθαρά σεντόνια και σιδερωμένο πουκάμισο, εσύ ο απροσμέτρητα ξένος με το φόνο, ακόμα κι αυτή την αμήχανη στιγμή αναζητάς ένα άλλοθι, μια εκλογίκευση. Ψάχνεις κάποια αναγκαιότητα στους προβληματισμούς αυτούς. Μα δεν υπάρχει. Δεν υπάρχουν στοιχειοθετημένα επιχειρήματα, σοβαρά ή αστεία, για τη μιάμιση ετούτη μαλακία. Όχι, λοιπόν, δεν προτιμώ να επιλέξω όπλο, άλλο απ' το νου μου. Όχι, δεν προτιμώ τίποτα, ακόμα κι αν η ανάγκη μου φόρτωνε την κάννη στο χέρι. Σαν είμαι άρρωστος, δεν προτιμώ την ένεση απ' το υπόθετο, προτιμώ την υγεία. Το γιατρικό που θα με γιάνει δε θα το κάνω λάβαρο, δε θα τ' απλώσω στο μπαλκόνι ν' ανεμίζει, δε θα το κάνω στάμπα ή φουλάρι, εικόνισμα να κάνω σταυρό κι άλλες χειρονομίες. Δεν αγαπώ το κατσαβίδι, δε λατρεύω το αυτοκίνητο, το παπούτσι, το μπάφο ή τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας.

Άλλος κόσμος, φίλε. Εξωγήινος. Όπως έγραφα και στην εισαγωγή. Ψάχνει η αγνή καρδιά τόπο δίχως καρκίνο, στο πλατύ κόσμο μια θέση. Μάταια. Μα είναι κι αυτός ένας λόγος, που γράφω εδώ, έτσι εκτεθειμένος. Παλεύω να βάλω μια τάξη, να βρω το στοιχείο εκείνο, που πιθανόν να λειτουργήσει ως κρίκος συνδετικός με ανθρώπους πολιτισμικά ξένους, μα που ωστόσο - παρά τη μαλακία τους κι αυτοί - παλεύουν μ' ευγενικές προθέσεις, για μια κοινωνία λεύτερη απ' τη μιζέρια, το φασισμό, την εκμετάλλευση.

Μα τούτοι οι ίδιοι άνθρωποι, που σήμερα γκρεμίζονται στην κόλαση - με την πλέον άδολη καθαρότητα - για την κάθε αδικοχαμένη ψυχή, οι ίδιοι γυρίζουν την επόμενη και μιλούν, και φαφλατίζουν, και συνθηματίζουν για αγχόνες κι άλλες συναρτήσεις. Αγχόνες μελλούμενες κι αγχόνες παρελθούσες. Και λες: το καταλαβαίνω αυτό το μίσος, έχω κι εγώ μια γωνιά στα σωθικά μου μ' αυτό τον κακοήθη όγκο. Μα είναι χρέος να διακρίνει κανείς το αδιέξοδο σ' αυτό το μίσος, είναι ανάγκη επιτακτική να μεταποιηθεί η κόλαση σε βαθιά συνείδηση, σ' εγρήγορση, σε σπορά δημιουργίας, σε γέννα. Όχι σε θανάτο, όχι σε σκότος. Το βάρος ολάκερης της αλυσίδας, πρέπει να το νιώθει ο κάθε κρίκος μέσα του. Και να σπάζει όταν είναι χρεία. Να πάψει η αλυσίδα πρέπει. Γιατί δεν έχει καθόλου πλάκα να κρεμάς έναν άνθρωπο - έστω και μισητό. Το 'χω νιώσει το συναίσθημα, αλλά δεν έχει πλάκα. Δεν έχει, αν σέβεσαι το πρόσωπο του Ανθρώπου, σε κάθε άτομο χωριστά κι όχι στις σφαίρες των ιδεατών και των ανέμων. Αν σέβεσαι τη ζωή ως κάτι ανεπανάληπτο και ιερό, τόσο ιερό που και στη θέα της μεγαλύτερης ασχήμιας να ρωτάς τον εαυτό σου: ποιος είμαι εγώ που σηκώνω το χέρι εναντίον της; ποιος είμαι εγώ που έτσι αψήφιστα βαφτίζομαι κριτής; σε ποια γη πατώ για να σηκώσω την έτερη γη ετούτη;

Η αγχόνη είναι η ήττα μας, δεν είναι νίκη. Είναι η κηδεία, όπου κάθε επανάσταση θάβει τελικά την ελπίδα. Δεν είναι τίποτα γλέντι της νέας εποχής. Η αγχόνη δεν είναι ο τυχαίος, κτηνώδης κι εμετικός φόνος της μάχης, της αδρεναλίνης και του αίματος, της επιβίωσης και της λύσσας. Η αγχόνη, όταν προπαγανδίζεται, είναι ψύχραιμη και συνειδητή, είναι η βία οργανωμένη και υπολογιστική, είναι ήθος πρόστυχο κι εκπόρνευση δικαιοσύνης. Είναι ηθική χαμηλότερη, πολλά σκαλιά, κι απ' τον σκληρό κώδικα των οφθαλμών και των οδόντων: ξεπουλάει τις σκληρές μα τίμιες επιταγές των επιμέρους αδικιών, με την ανάθεση στους διασκεδαστές (ποιοι άραγε θα είναι ετούτοι οι νέοι ιθύνοντες;) της αποκτηνωμένης μάζας και της τυφλής θηριωδίας. Τέτοιες ηθικές, όχι μόνο δε δικαιώνουν την παλιά αιματοχυσία, μα και το νέο αίμα βαθιά το αδικούν και το προσβάλλουν. Η αγχόνη είναι η γεύση του νέου κράτους, που προσγειώνεται ίσα καταπάνω στο σβέρκο των αναδιαταγμένων αδυνάμων, παρά η απελευθέρωση του ανθρώπου απ' το κτήνος και το ιστορικό τέλος της ανισότητας.

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#03]

Η περιορισμένη αντίληψη, η στενεμένη καρδιά, πως για να πολεμήσεις κάποιον πρέπει σώνει και καλά να τον μισείς, είναι μια θλιβερή παρεξήγηση πολλών αγωνιστών. Αν για να πολεμήσουμε δε γίνεται παρα να μισούμε, τότε δεν υπάρχει καν λόγος θαρρώ να πολεμήσουμε. Δεν υπάρχει ελπίδα κι ούτε φέρουμε τίποτα νέο μέσα μας, άλλο από την υπόσχεση νέων θανάτων. Κι ωστόσο, το μίσος γίνεται ακόμη μεγαλύτερο δεινό όταν, ακολουθώντας σα σκιά τη στενή τούτη αντίληψη, φτάνει κάποτε να γίνει πολιτική το ίδιο, φτάνει να διατρανώνεται ως αγωνιστική αρετή. Στο κατόπι αυτή της κατάντιας, ο φασισμός γελά σ' όλα τα χρώματα και τα πλάτη. Στέφεται αδιαφιλονίκητος ηγέτης, ασχέτως έκβασης. Θλίψη. Όλος ο κόσμος μοιάζει εξορία, για την αγνή καρδιά που γυρεύει έναν τόπο καθαρό να σταθεί. Όχι τόπο καθαρό από αίμα - τ' ειν' αυτό; - μα τόπο καθαρό απ' τον καρκίνο.

Το μίσος είναι συναίσθημα σεβαστό, γιατί σεβαστές είναι η αιτίες του, κρίματα ασήκωτα για την ψυχή του ανθρώπου, που έχει τα πάντα να βαστάξει και πουθενά να βασταχτεί. Μα το μίσος είναι προσωπικό, το μίσος είναι του ατόμου, δεν είναι των μαζών. Μόνο τότε είναι αληθινό, είναι φωτιά μ' αξία καθαρτική. Γιατί είναι βίωμα, είναι θεριό που ζητά το αίμα του, είναι βουνό με ρίζες ίσα κάτω στις λάβες του αβάσταχτου. Μα σαν το πέρνουν να ντυθούν οι μάζες γίνεται ψεύτικο, γίνεται σκηνικό και φύλλο του ανέμου. Γιατί σ' αυτά τα μήκη και τα πλάτη των λαών το μίσος δε φτουράει, εξατμίζεται αντιστρόφως ανάλογο του τετραγώνου της απόστασης. Αμα δηλαδή δεν είναι κάποιος να το εμψυχώνει και να το αναδαυλίζει διαρκώς. Συνεπώς, δεν είναι τα κοινά βιώματα, που εγγυώνται το μοιρασμένο μίσος, μα είναι τα λόγια του συρμού και τα κηρύγματα της πεπατημένης, είναι η επιτηδειότητα και μια υστεροβουλία. Τα λόγια, τα κηρύγματα, δεν έχουν προθέσεις από μόνα τους, δεν παρθενογεννώνται. Κάποιοι τα γράφουν, κάποιοι τα φωνάσκουν, κάποιοι τα διαδίδουν. Κι αυτοί οι κάποιοι έχουν σκοπούς, έχουν ατζέντες, έχουνε δόλο. Τώρα, το μίσος γίνηκε πια ολάκερη στατηγική, ξέφυγε της καρδιάς, γίνηκε του μυαλού. Φύγαμε πια γι' αλλού, εκτροχιαστήκαμε προς το χαμό μας. Γίνανε όλα αμφιβολίες και γκρίζες ζώνες. Αν το μίσος γίνει του μυαλού, τότε τα πάντα έχουν τελειώσει: εχθρός μπορεί να γίνει ο καθένας, ο σύντροφος, ο αδερφός, η μάνα μας.

Ετούτη η μάνα, όμως, που 'μεινε χωρίς παιδί, έχει κάθε δικαίωμα στο μίσος. Ο γιος που ξεφτιλίζεται σε κοινή θέα απ' τον πατέρα, ο κρατούμενος που νιώθει τη φάλαγγα να του τσακίζει το κορμί, ο αντάρτης με την ξεκληρισμένη οικογένεια μα και συμμετρικά ο χωροφύλακας που 'χασε αδερφό από βόλι αντάρτη (δεν τα ζυγίζω, απλά λέω), το κορίτσι που βίασαν σειρά μετά τη μάνα του ντουζίνες μισθοφόρων, άνθρωποι που είδαν μπροστά στα μάτια τους τη σάρκα του ανθρώπου ν' ανοίγει στα δύο, τούτοι και μύριοι όσοι, ναι, τούτοι έχουν δικαίωμα στο μίσος. Μίσουν και να μισούν ολόψυχα, τους πρέπει. Να μισούν χίλιες φορές, σα κόλαση, σα λυσσασμένη θάλασσα. Να μισείς ανθρώπινα σημαίνει να μισείς από κάποια στερημένη δικαιοσύνη κι όχι από πλύση εγκεφάλου παιδιόθεν. Σημαίνει να μισείς μ' αυτήν την ένταση που μόνο το πετσί σου γνωρίζει. Μα κι αλλιώς να γίνεται - δε μίσησαν όλες οι μάνες δολοφόνους κι άλλες συγχώρεσαν - ψάξε να βρεις εσύ παρηγοριά για την καρδιά που της έλαχε να χάσει τα πάντα κι έλα μετά να πεις το μυστικό κι εμένα. Μα ως εκεί.

Δε μπορεί ο πολιτικάντης επαναστάτης να με μολύνει, χτίζοντας πάνω μου πρόστυχες ρητορείες περί ταξικού μίσους, κι ας έχω κάθε λόγο εγώ, ως εργάτης, να μισώ τ' αφεντικό μου. Δε μπορεί ο κάθε γραφιάς ινστρούχτορας να μου πλασάρει το νοικοκυραίο για εχθρό μου κι ας είναι κάθε ελευθερία σε μένα να μισώ το νοικοκύρη που με κάρφωσε. Δε μπορεί καμιά επαναστατική ιντελιγκέντσια να μπαίνει και να σεργιανά με τα βρώμικα ποδάρια της στο νου μου, υποδεικνύοντάς μου το φασίστα ως υπάνθρωπο κι ας τον μισώ πρώτος εγώ, στο πρόσωπο όλων των νεκρών σωμάτων, όσων ξεβράστηκαν στην αντίληψή μου, από τότε που κατάλαβα τον πρώτο πόνο ανθρώπου από άνθρωπο. Δε μπορεί η πολιτική να πιάνει το μίσος και να το χρησιμοποιεί για όπλο, πολεμώντας τη μία κτηνωδία με άλλη μεγαλύτερη. Πρέπει να στέκεται κυματοθραύστης στις επιθέσεις της αποκτήνωσης, ακόμη κι αν η τελευταία είναι σωστά αιτιολογημένη στο πρόσωπο του ενός. Δεν είναι πολιτική ο παραλογισμός αυτός αποστέρησης του ανθρώπινου στοιχείου, από ολόκληρες κοινωνικές ομάδες, είτε ολιγάριθμες (εφοπλιστές), είτε πολυπληθείς (ακροδεξιοί), αλλά ξεκάθαρο στοιχείο φασισμού. Δε θες, όμως, να μιλάμε για φασισμό στο σπίτι μας. Να τον πούμε, τότε, πόρνη; Να τον πούμε βεντέτα; Πες τον όπως θες και πάγαινε μετά δέκα χιλιάδες χρόνια πίσω ή μόλις χθες. Μα ούτε βήμα στο αύριο, μ' όμοια μυαλά.

Πολιτική δε σημαίνει να μου υποδείξεις πώς να μισήσω το φασίστα, αυτό είναι δική μου δουλειά. Πολιτική σημαίνει να μου υποδείξεις τι είναι ο φασισμός και τις συνέπειές του. Να με βοηθήσεις να τον αναγνωρίζω γύρω μου, σε κάθε εκκωφαντική ή διακριτική του έκφανση. Να με προκαλέσεις να αναλάβω τις ευθύνες μου, όχι να με κατευθύνεις. Κι οι ευθύνες μου αυτές είναι πολιτικές, όχι συναισθηματικές.

Πολιτική σημαίνει να μου δείξεις πρωτίστως τις αιτίες - όποιες νομίζεις - της αθλιότητας, να μου δείξεις τις αλληλουχίες της σκλαβιάς, της πείνας μου, της ένδειας. Στόχος καλόδεχτος κι ευγενικός. Δε σημαίνει όμως να μου υποδείξεις πώς θα νιώσω και για ποιον, ούτε για ποιες αιτίες θα επιλέξω να παλέψω. Πολιτική σημαίνει να με οργανώσεις, να με προετοιμάσεις, να με υπολογίσεις. Να μου δείξεις τα μέσα ή - καλύτερα - να μου δείξεις κάποια από τα πιθανά μέσα και τις δυνατότητες ή στόχους του καθενός. Αν, δηλαδή, διακρίνεις στον εαυτό σου, στην ομάδα σου, πως έχει κατακτήσει κάποια γνώση. Κάνε με σύμμαχο, σύντροφο, όχι μέλος. Άσε με να μπολιάσω τα μέσα με την ιδιοσυγκρασία μου.

Πολιτική σημαίνει ακόμα να 'χουμε κάτι χρέον υπεράσπισης κι όχι σαν τις ορδές των αμαθών, φύλλα στον άνεμο, να ορμούμε όπου μας υποδείξουν, επιβιώνοντας από το πλιάτσικο, αντί να δρέπουμε σοδειές. Κι ακόμη γιατί, σαν έχεις όντως κάτι να υπερασπίσεις - ένα σπίτι, έναν τόπο, ένα ήθος - είναι όλα ετούτα που θα καθορίσουν καθαρά και ξάστερα, πρακτικά και στέρεα, ποιος στέκει εμπόδιο κι ενάντιος, ποιος όχι - κι ας λένε οι θεωρίες ό,τι θένε για τάξεις κι ιστορικούς προτσέδες. Άμα φέρω μέσα στην πάλη μου το ήθος που οραματίζομαι, η νίκη θα διαμορφώσει το τοπίο απρόβλεπτα. Άμα ρίξω την ταξική κοινωνία, αλλά δεν ξέρω τι άνθρωπος είμαι και τι ζητώ απ' τη ζωή μου, πάλι ταξικός θα καταντήσω.

Θα μπορούσαμε να μιλάμε δεκαετίες για τον ορισμό ή το περιεχόμενο της πολιτικής και πάλι να μη καταλήγουμε. Μα πάντα και πρωτίστως, πολιτική θα σημαίνει τούτο: να επιθυμούμε το μαζί. Η πολιτική δεν έχει ενικό αριθμό. Όταν το τελευταίο εκλείψει, όταν το μαζί διαρρηγνύεται στα επιμέρους, η πολιτική ηττάται και επιβάλλεται απλά ο δυνατότερος. Ό,τι ακολουθεί - ξεκαθαρίσματα, εξορίες, εμφύλιοι - τα λέμε πολιτική μόνο κατ' ευφημισμό, για χάρη της κουβέντας και τα ιστορικά βιβλία.

Πολιτική, όμως απ' την ανάποδη, δε σημαίνει φυσικά ομόνοια, σύμπνοια, δε σημαίνει αδερφοσύνη ή αγάπη. Σημαίνει συνύπαρξη. Συνύπαρξη με προϋποθέσεις και βάση κάποιον κοινό παρονομαστή, που σχεδόν κατά κανόνα - άμα το τραβήξεις ως τέρμα - ανάγεται στην κοινή ανθρώπινη μοίρα. Πολιτική δε σημαίνει να υπομένεις το απαράδεκτο για χάρη μιας εικονικής ειρήνης. Σημαίνει, όμως, να τραβάς την υπομονή σου μέχρι τέρμα, αναγνωρίζοντας - στην ανείπωτη ιστορική κληρονομιά του αίματος - πως αν πιάσει το μαχαίρι να ζητά λογαριασμούς, όλοι θα μείνουμε φτωχότεροι. Σημαίνει να πιστεύεις, μέχρι την τελική στιγμή, πως υπάρχει ελπίδα, πως υπάρχει κι άλλος δρόμος.

Πάνω σ' αυτή τη σειρά σκέψεων, ο πολιτικός άνθρωπος αρνείται με πείσμα το πολιτικό μίσος. Δε ρίχνει λάδι στη φωτιά, δε βάζει λόγια. Στο πρόσωπο του φασίστα αναγνωρίζει το πρόσωπο ενός ανθρώπου πεπτωκότα, μα πάντα ανθρώπου. Αυτή είναι η ράτσα μας κι εύκολα εκτροχιάζεται στο κτήνος. Στο πρόσωπο του φασίστα αναγνωρίζει τον εαυτό του, όχι ως ήθος απαραίτητα, αλλά ως το κτήνος, που συχνά ελλοχεύει σε όλους μας. Στο πρόσωπο του φασίστα αναγνωρίζει, πολύ περισσότερο, την ήττα μιας ολόκληρης κοινωνίας κι όχι ενός ανθρώπου μονάχου. Γι' αυτό ζητά να εξολοθρεύσει το φασισμό από την κοινωνία κι όχι από τ' άτομα. Με τα τελευταία αναμετράται κατά καιρούς στο πεζοδρόμιο, όμως αναπόφευκτα. Δυστυχώς, κάποια πράγματα δε φαίνεται ελπίδα να γίνονται αλλιώς. Αλλά ο πολιτικός άνθρωπος, που παλεύει στο δρόμο, θα 'πρεπε να φέρει θλίψη κι όχι περηφάνεια. Δε θα 'πρεπε να χαχανίζει με τις πετυχημένες καρπαζές, να νιώθει περήφανος με τ' ανοιγμένα κεφάλια. Μα να θλίβεται, που τα πράγματα φτάσαν να γίνουν όπως έγιναν, που δε ευοδώθηκε να γίνουν αλλιώς, που 'πρεπε ν' ασκήσει εξουσία και να επιβάλλει υποταγή.

Αυτό που νιώθω, η κινητήρια φωτιά εντός μου, στον πολιτικό στίβο πρέπει να φτάνει μεταποιημένη ως υπέρβαση του εγώ, να στοχεύει σε δομές, θεσμούς και σχέσεις κι όχι σε άτομα, φυλές ή κάστες. Στο άτομο έχουμε χρέος να βλέπουμε, μέχρι τελευταίας στιγμής, μια δυνατότητα ή μιαν υπόσχεση. Όχι μόνο στους ημέτερους, αλλά σε όλους, τους βάζει δεν τους βάζει ο νους μας. Δεν είναι από αφέλεια, που μιλώ, δεν είναι μόλις χθες που πήρα τους ανθρώπους μυρωδιά. Μα είναι από καχυποψία στις θεωρίες και τους ορισμούς: ποιος είναι ο φασίστας, ποιος δεν είναι; ποιος είναι ο νοικοκύρης, ποιος δεν είναι; ο πατριώτης; ο εθνικιστής; ποιος αξίζει να ζήσει και ποιος όχι; Ποιος ορισμός δεν πιάνει ένα ποδάρι ή μια τούφα απ' τον καθένα μας; Και ποιος θα κρίνει;

Άλλος, να κρίνει ο νους λέει, κι άλλος να κρίνει το μαχαίρι. Κι εγώ λέω, από τα δύο τίποτα. Κανείς κανένα να μην κρίνει, εκ των προτέρων. Κι ούτε να κρίνουν τα κεφάλια που ανοίξαμε, το αίμα που χύσαμε, ο πόνος που προκαλέσαμε. Μόνο ας κρίνουν τα έργα, που αφήσαμε, οι σχέσεις που χτίσαμε, τα λίκνα που παλέψαμε να υπερασπίσουμε, με όλους τους δυνατούς τρόπους πρώτα, πλην της βίας τελευταίας.

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#02]

Τούτων λεχθέντων, μπορώ να προχωρήσω πλέον σε ό,τι ανοησία, τέλος πάντων, έχω κι εγώ το θράσσος να εμέσσω. Σχεδόν ασυναίσθητα κι από τα βάθη μιας ριζωμένης αποστροφής, ετούτη η εισαγωγή μοιάζει προ-αποφασισμένη από χρόνια. Μιλώ για εκείνη την πρώτη φορά, τότε που ένιωσα πραγματική και βαθιά ντροπή για τη θέση και τη συμμετοχή μου. Νέα Φιλαδέλφεια 2013, αντιφασιστική πορεία. Η λεωφόρος κλειστή, εγώ πρώτη μούρη, πανό στο χέρι (μεγάλη η χάρη μου), αυτοκίνητα σταματημένα, σούσουρο και συνθήματα. Κλασικός και τυποποιημένος περίπατος του θεαθήναι. Άιντε, τη βγάλαμε κι αυτή την υποχρέωση. Η ατμόσφαιρα αναφανδόν προσποιητή: φωνές ξεψυχισμένες, πάθη προσποιητά, βήμα επιταφίου. Ως συνήθως, δηλαδή. Δεν υπονοώ ότι οι προθέσεις ή τα αισθήματα ήτανε όμοια προσποιητά. Ούτε γι' αστείο. Ούτε εννοώ όλες εκείνες τις πορδές και τα λογής καρύδια, που χώνονταν και θα χώνονται πάντοτε στις πολυπληθείς ομάδες: κρυφο-φασίστες, ρουφιάνοι, τυχοδιώκτες, ύαινες. Δε θα χάσω ποτέ τα λόγια μου, αναφερόμενος σε τέτοιους κι ας προχωρήσουμε.

Το προσποιητό αναφέρεται σε όλους εμάς, που μεγαλωμένοι αλλιώς και μ' άλλα ήθη, έθιμα και γλώσσα (εδώ δεν ηθικολογώ, μιλώ ίσα), ενδυόμαστε ήθη, έθιμα και γλώσσα παντελώς ξένα με τα δικά μας. Ετούτες οι παράτες με τα πανό και τις σηκωμένες γροθιές, αυθόρμητα ξεσπάσματα άλλων εποχών ή καταστάσεων, εποχών γεμάτων ψυχή και αίμα, σήμερα κυκλοφορούν σα νεκροζώντανοι πιθηκισμοί. Τα φοράμε σα ρούχο ξένο ή δανεικό, ενοχλητικά παράταιρο, καταντώντας έτσι παλιάτσοι και μασκαράδες. Το μυαλό μας δε φτάνει παραπέρα κι ούτε έχουμε το ταλέντο να δημιουργήσουμε μια νέα, δική μας γλώσσα. Ξεπατικώνουμε αντιδράσεις ετοιματζίδικες, προχωρούμε πάνω στα εξωτερικά σχήματα του παρελθόντος, πάνω στην ασφάλεια μιας αδιέξοδης πια πεπατημένης, η μια μετά την άλλη, γενιές άγονες και αδιάφορες. Στο κάτω-κάτω δεν έχουμε και πολλά καινούργια να πούμε. Αναμασάμε σα μυρηκαστικά τα σωθικά μας. Τους αριστερούς να πιάσεις; διαβάζουνε ακόμα μπροσούρες που κοντεύουν 150 χρόνια. Τους αναρχικούς; έχουν μείνει σε Μπακούνιν και Μαλατέστα. Για τους δεξιούς τι να πω, θεωρητικό υπόβαθρο μηδέν. Μόνο βολή και ψώνια. Θα τα πούμε και παρακάτω τούτα, καθώς ίσα-ίσα δεν τα υποτιμώ καθόλου (όχι τα ψώνια, τα προηγούμενα). [ Οι γενικεύσεις μου, επίσης, άμεσα κατακριτέες, ανεκτές μόνο χάριν ροής κάποιου νοήματος. ]

Σ' αυτή την - να την πούμε αναπόφευκτη - μασκαράτα, πιάσαμε το λοιπόν κάποτε να φωνάζουμε και το κλασικό χιτάκι της εποχής: Φασίστες κουφάλες έρχονται κρεμάλες! Τούτη η ασύλληπτη φασιστική καφρίλα, αυτό το ξέπλυμα απύθμενης ανοησίας, μου 'χε κάτσει καταμεσίς σε φάρυγγα, οισοφάγο και διάφραγμα, από την πρώτη κιόλας στιγμή που γνωριστήκαμε, καιρό πριν τη φάση που περιγράφω. Κι όπως θ' αναλύσω σε λίγο, δε μπορώ να το χωνέψω πως στην εποχή μας, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι νοήμονες, που καταντούν στην αναπαραγωγή τόσης βλακείας, έτσι ανερυθρίαστα.

Θυμάμαι, λοιπόν, το σκηνικό: φωνές επιτηδευμένα αγωνιστικές να ξεστομίζουν το παραπάνω ξέρασμα, άλλες αδιάφορες, άλλες με στόμφο και σάλια, άλλες γελώντας λες και τραβούσαμε για κάνα πανυγήρι. Τα βήματα των περαστικών ανήσυχα ή περίεργα, βλέμματα τρομαγμένα πίσω απ' το τζάμι ενός καθηλωμένου τρόλεϊ, αναστάτωση κι ευτελισμός, εικόνες σουρεάλ και γραφικές. Το κερασάκι στην τούρτα: όλες ετούτες οι χαριτωμενιές και τα μειδιάματα, το κλειστό ματάκι και το σχιστό χειλάκι όλο νόημα, καλά τα καταφέραμε κι απόψε, δώσαμε ένα στίγμα όσο νά 'ναι. Όμως ο αληθινός πολιτισμός, που άθελα μεταδίδαμε ανάμεσα στα συμφραζόμενα, από αγνή ηλιθιότητα κι όχι με ιδιαίτερα προσχήματα, ήταν διαφορετικός και κάθε άλλο παρά αντιφασιστικός. Σίγουρα, πάντως, δεν ήταν πολιτισμός ανθρώπων, που ένιωθαν να φέρνουν εις πέρας κάποιο χρέος σοβαρό ή μιαν ευθύνη, όπως η στοχευμένη παρέμβαση στη μικρή, τοπική μας κοινωνία.

Πώς είχα ξεγελαστεί, λοιπόν, κι είχα βρεθεί να περπατώ ανάμεσα σε ανθρώπους τόσο αστείους; Τι γύρευα ανάμεσα στους αλαφρείς και τους εύκολους, που μέσα στην αλαφράδα τους καταντούσαν επικίνδυνοι; Τι σχέση είχε το ήθος στο οποίο γύρευα να μετάσχω με αυτή τη συσσωρευμένη απογύμνωση, κάθε αξιοπρέπειας του νου; Αηδίασα με τον εαυτό μου, με τους συνανθρώπους μου, με τον κόσμο, το σύμπαν και τα πάντα όλα. Να τα πιάσουμε, λοιπόν, από τη ρίζα τους, παίρνοντας ως τέλεια αφορμή και σύμβολο, το ζωώδες ετούτο σύνθημα, που αποβλακώνει και αποκτηνώνει το φέροντα κι έχει βαθιά τις ρίζες του στην τρικυμία εν κρανίω ενός συγκεκριμένου τύπου - διόλου ασυνήθιστου - αγωνιζόμενου ανθρώπου. Τα παρακάτω αναφέρονται ισοδύναμα σε οποιονδήποτε «επαναστατικό» χώρο αναπαράγει το συγκεκριμένο ήθος, ασχέτως απ' τις καταβολές του: αριστερές, αναρχικές, οικολογικές, lgbtq και δε συμμαζεύεται.

Φασίστες κουφάλες έρχονται κι άλλοι φασίστες

Για να ξεμπερδεύουμε με τα εύκολα, το σύνθημα ετούτο είναι καταρχάς παντελώς ακαλαίσθητο. Αντί για παιδί της Νυκτός και του Ερέβους, είναι μάλλον εξάμβλωμα της Αμάθειας και του Γηπέδου, της Ασχήμιας και του Οχετού. Είναι εύκολο, πιασάρικο έχει και μια βρισιά κι όλη η παρέα των πεντάχρονων νιώθει πολύ μαγκιά, κάθε που το αναπαράγει. Θα είχε σκέτη πλάκα, αν παρέμενε απλά γκράφιτι πάνω σε τίποτα τσιμεντότοιχους της παλιάς εθνικής, δίπλα στα «Βουλκανιζατέρ ο Γιάννης» και «Πωλούνται οικόπεδα». Αλλά δεν είναι έτσι. Ανα-μεταδίδεται, ανα-τυπώνεται, ανα-διατυμπανίζεται, ξανά και ξανά και ξανά, από φυλλάδια, εξώφυλλα, πορείες, μπροσούρες, αφίσες, καθημερινές κουβέντες και πάει λέγοντας, γίνεται μέσο πολιτισμού. Κακόηχο, ακαλαίσθητο, ανόητο. Επειδή, ωστόσο, δεν έχω σκοπό να προχωρήσω σε καλλιτεχνική ανάλυση, ας το λήξουμε εδώ.

Το πλέον επικίνδυνο χαρακτηριστικό ετούτης της ανοησίας (εκτός της ανοησίας της ίδιας, αρκούντως επικίνδυνης από μόνη της) είναι ότι αναπαράγει το φασισμό το λιγότερο νοηματικά, αλλά κατά μείζονα λόγο φύσει και θέσει. Κι εξηγούμαι, με λόγια λιτά και σύντομα: είναι φασιστικό διότι ανάγει το συναίσθημα σε πολιτικό μήνυμα κι αν αυτό δεν είναι συστατικό στοιχείο και αρχή φασισμού, τότε τι διάολο άλλο είναι; Να το πούμε κι αλλιώς: δε συνιστά πολιτικό σύνθημα με αφετηρία κάποιο συναίσθημα, κάτι που θα 'ταν ούτως ή άλλως φυσιολογικό, αλλά υποβιβάζει τον πολιτικό στίβο σε απλή αρένα και ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Μάλιστα. Ωραία.

Τι μας λέει, από σκοπιά πολιτική, το σύνθημα αυτό; Τίποτα απολύτως κι ολοστρόγγυλο μηδέν, σαν τ' ολόγιομο φεγγάρι. Μας λέει άραγε ποια πολιτική εκφράζουν οι αλαλάζοντες; Μπα. Μήπως, πάλι, μαθαίνουμε κάτι για τα ιδανικά που υπερασπίζονται ή οραματίζονται; Ούτε, εκτός κι αν οι κρεμάλες συνιστούν όραμα. Αποτελεί μήπως πρόσκληση σε αγώνα ή εγχείρημα ενθουσιασμού; Μεγάλη πλάκα. Συνιστά επιταγή δικαιοσύνης, με όρους πόλεως και όχι ένοπλου αντάρτικου; Για ποια αδικία, ποιο έγκλημα, ποια ταξική πάλη; Μήπως στην τελική αποτελεί μια κραυγή αρχετυπικής αναγκαιότητας ανθρώπων που απλά πεινούν, πονούν ή εκφράζουν κάτι υπαρκτικά θεμελιώδες; Μα πού πάω και τα βρίσκω; Ενώ, όμως, το πολιτικό νόημα είναι ανύπαρκτο, το ήθος του συνθήματος είναι εκκωφαντικά ξεκάθαρο, όσο και κτηνώδες: δεν καταφεύγει στη βία ως ύστατη λύση, αλλά την εκθειάζει, σε μια συναισθηματική εκτόνωση μεγατόνων. Οι άνθρωποι που αναπαράγουν τόση βλακεία δεν αποτελούν, σε καμία περίπτωση, πολιτικά όντα, αλλά διάγουν ακόμα σ' ένα προ-πολιτικό στάδιο εφηβείας, για να μην πάμε κι άλλο πίσω.

Δε συζητάμε εδώ για τίποτα πολιτικές της γραβάτας και του «σας παρακαλώ», ούτε όμως φτάσαμε διαμιάς στο άκρο του μαχαιριού και της αγχόνης, ακυρώνοντας έτσι την αληθινή πολιτική πάλη. Κι αληθινή πολιτική πάλη είναι όχι εκείνη που φοβάται το ένοπλο, αλλά αν είναι δυνατόν εκείνη που το απεχθάνεται. Εκείνη, που εξαντλεί και την παραμικρή ελπίδα να μην κυλήσει στο θάνατο, καθώς έχει αφετηρία και φάρο το ανεπανάληπτο της ζωής.

Ο αγωνιστικός-επαναστατικός χώρος μοιάζει να κατατρύχεται από νοσηρότητες σωρό, εκ των οποίων μία και η συναισθηματική προσκόλληση σε κούφιες παραδόσεις. Ετούτο το ψυχολογικό καθεστώς, το οποίο επισήμως μπορεί να μη φαίνεται ξεκάθαρα, μαστίζει ωστόσο τις ατομικές συνειδήσεις, όπως αποκαλύπτεται περίτρανα στις συζητήσεις, τους ιντερνετικούς σχολιασμούς, τις πολιτικές αναλύσεις. Φιμώνει τη γόνιμη αγωνιστικότητα κρατώντας την δέσμια μιας κεκτημένης συνήθειας κι ως εκ τούτου περισσότερο αντιδραστική, παρά επαναστατική.

Μιλώ, φυσικά, για τον ιδιαίτερο φετιχισμό των όπλων, τη γλώσσα και την πολεμική του ανταρτοπολέμου, το μανικό μίσος του Εμφυλίου. Σε μικρότερο βαθμό, μιλώ για μια συνωμοτική κρυψίνοια και μια καχυποψία, ένα στείρο συντροφισμό με στοιχεία παρεούλας κι όχι στοιχεία ανοιχτού καλέσματος, μια δομική τάση προς τη μαυρίλα, την κατάθλιψη και την ηττοπάθεια σε ρόλο αντίστροφης ψυχολογίας (πολύ καλά καμουφλαρισμένης): οι αληθινές νίκες θα απαιτούσαν από το άτομο και αληθινή ανάληψη ευθυνών, τώρα αρκεί η μυξοκλάψα και η εξάντληση των δυνάμεων σε μικρές δράσεις, που κανέναν δε βλάπτουν κι ούτε κανέναν οφελούν. Το διεφθαρμένο καθεστώς παραμένει πρώτο κινούν και μοναδικός υπόλογος κι έτσι αρκούμαστε σε μια θέση υπαλληλάκου, δηλαδή εκείνου του ταπεινού, που αρκείται στο καθαρό γραφειάκι και τον πάγκο του, δίχως να τον βαραίνουν οι πραγματικές αποφάσεις.

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#01]

Κοντεύουν εφτά γεμάτα χρόνια, από τις μέρες εκείνες, τότε που τα πάντα έμοιαζαν πιθανά. Τι κι αν η δήλωση αυτή φαντάζει, εν πρώτοις, αφελής και ρομαντική. Στάσου μια στάλα και κράτει τον οίκτο σου αναγνώστη, δε θα 'πρεπε έτσι αβίαστα να κρίνεις. Γιατί ποιος θα τολμούσε, σαν άλλη Κασσάνδρα, να θεωρήσει  εαυτόν ικανό σε τέτοια προδικάσματα και προφητείες; Για τη χαοτική εκείνη ανθρώπινη δυναμική, πήξαμε στις εκ των υστέρων προφητείες. Κι όμως τότε, τα πάντα μύριζαν υπόσχεση. Εξ' ού και τόσες ύαινες μαζωμένες, για όποιον είχε φυσικά μάτια να τις δει. Εγώ, να πούμε την αλήθεια, δεν είχα.

Έκτοτε, λοιπόν, συνέβησαν τα μύρια όσα σοβαρά κι ισάριθμα τόσα ευτράπελα, τα οποία άπαντες φυσικά γνωρίζουμε από το πρώτο χέρι, το βαρύ. Διότι συνέβησαν επάνω στο πετσί μας και σε πολλούς κι απ' το πετσί βαθύτερα. Πακέτο πάνε αυτά, βεβαίως, και με τις προσωπικές ερμηνείες καθενός, επί των γεγονότων. Την κόψη όμως την κοινωνήσαμε άπαντες, ως γεγονός κοινό και κοινή αλήθεια. Τώρα, αν οι μισοί βλέπανε χειρουργικά νυστέρια κι οι άλλοι μισοί τσεκούρια, ο καθείς και το μάτι του. Αν ήταν να υπάρχει και τρίτο μισό, δε θα 'ταν παρά όλοι αυτοί οι αφανείς νεκροί που, σε κάθε εποχή και τόπο, συγκολλούν με το θάνατό τους τα νοήματα, ώστε από την πολλή την αποδόμηση να μην ξεχάσουμε κι αυτά που ξέραμε. Πίσω στη ροή του λόγου, λοιπόν, και στις μεθόδους τετριμμένες ή μη - αναλόγως του αναλυτή - με τις οποίες κάθε όραμα και κάθε ανάθεση ξεπουλήθηκε δια του πλέον ξεδιάντροπου τρόπου. Με άλλα λόγια, αχαλίνωτα, ακαλαίσθητα και επανειλημμένα. Κι η κοινωνία - όποια πτυχή της θε και να πιάσεις  - απέμεινε ξάφνου κοκκαλωμένη κι αμήχανη, ακόμα και για τους ενορατικούς. Ληθαργική κατάσταση στην οποία παραμένει, σε γενικές γραμμές, ως και τα σήμερα.

Θα μεταβώ, τώρα, στην προσωπική σφαίρα, η οποία ούτως ή άλλως αποτελεί και την απόληξη κάθε τίμιας σκέψης - όσων δηλαδή παλεύουν να σηκώσουν την ευθύνη που τους αναλογεί, συνειδητά κι ελεύθερα κι όχι ως βόδια στον αραμπά ζεμένα. Η ανάλυση, όταν είναι τίμια, δηλαδή ειλικρινής μέσα στην μερική της θέαση, οδηγεί όμοια και σε τίμια θέση: είτε στην ορθή δράση, που σημαίνει δηλαδή τη συνεπή με την αντίληψη, είτε στην παραδοχή μιας θαρρετής δειλίας, μ' άλλα λόγια, τέτοιας που να μην αλλοιώνει τα συμπεράσματα, έρμαιο της ντροπής. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα στην πράξη, καθότι συχνά δυσδιάκριτα στέκουν τα αίτια της αδράνειας: πρόκειται όντως περί δειλίας (βάλε αν το θες βολέματος) ή μήπως το βάρος μιας δεδομένης αμηχανίας - για την οποία θα συζητήσω εδώ - είναι επιπόλαια υποτιμημένο;

Ετούτη η προσωπική κατάθεση, η οποία συνιστά συνάμα και λόγο πολιτικό, ας διαβαστεί με μια απαραίτητη συνθήκη ή αλλιώς μέσα στο εξής πλαίσιο: τους ανθρώπους, που αγωνίζονται για κάτι, τους σέβομαι και τους θαυμάζω μέχρι στα πέρατα της λέξης, πρωτίστως γι' αυτή τους την αρετή. Δε χρειάζεται να ξέρω τίποτε περισσότερο γι' αυτούς, αν ας πούμε οι αρετές τους πλεονάζουν ή εξαντλούνται εκεί. Απλά ότι υπάρχουν κι ότι γίνεται. Επαναδιατυπώνω: τους ανθρώπους, που αγωνίζονται φυσικά για κάτι, έξω από το προσωπικό τους το συμφέρον. Ακόμα κι αν δε συμφωνώ μαζί τους, ακόμα κι αν διαφωνώ κάθετα, ακόμα-ακόμα κι αν θα μπορούσα να τους ονομάσω εχθρούς. Ακόμα κι έτσι, πάντα θα υπάρχει εκείνο το βαθύ πείσμα κι ένας αυθορμητισμός, στα οποία υποκλίνομαι. Οι άνθρωποι ετούτοι δε συμβολίζουν απλά κάτι αφηρημένο, είναι η διαυγής ενσάρκωση ενός βήματος στον κόσμο τον πραγματικό. Ενός βήματος είτε προηγούμενου, είτε επόμενου, εκατέρωθεν της πολλής  περίσκεψης και της ανάλυσης, που καταντούν προσβλητική φλυαρία. Το προηγούμενο βήμα, ως αστόχαστη νεανική εξέγερση, γεμάτη δίκια και ορμόνες, το επόμενο ως ώριμη κατάκτηση εκείνης της αλήθειας που αδυνατούν να σου πούνε άλλο οι λέξεις και τα σοφίσματα. Πως δηλαδή ο τελικός λόγος σ' αυτή την έλικα είναι ο ίδιος με τον αρχικό: μια ελευθερία που ζητά μερτικό στην πράξη. Η σύγκρουση, το πάλεμα, σε όποια έκφανση κι αν αρμόζει στην κάθε ιδιοσυγκρασία (με τη γραφή, με τ' όπλο, με τη στήριξη, με την οργάνωση), είναι το ήθος εκείνο που βάζει σφραγίδα και καθιστά το Λόγο κοινωνό αλήθειας και όχι ξεψύχισμα ανάσας ή νου.

Μιλώ, φυσικά, για τους ανθρώπους εκείνους που στέκονται ακόμα όρθιοι, επιμένοντας δίχως πολλές βεβαιότητες - ή ακόμα χειρότερα μολυσμένοι με πολλές αμφιβολίες - κόντρα στην απελπισία και στον ίδιο τους τον εαυτό. Ορμώμενοι σε δράσεις κι αντιδράσεις, σε προσφορές, σε οργανώσεις. Οι ψυχές ετούτες λένε: να σωθεί κι αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο ένας, ας είναι κι ο τελευταίος, έστω. Ακόμα κι έτσι αρκεί. Αξίζει χίλιες ζωές, ετούτη η αμοιβή. Χίλιες ζωές δικές του, εννοεί βεβαίως ο αγωνιστής, κι όχι χίλιες σφάγιων σφαγές.

Αλλά μιλώ και για εκείνα τα παιδιά (και όχι μόνο), τα οποία ενάντια σε κάθε φλύαρη ένσταση και στο σώμα τους το ίδιο, χέρι με χέρι, ρίχνονται στο δρόμο και στις πλατείες, ρίχνονται στην πρώτη γραμμή και στα χημικά, καταπιάνονται με την οχύρωση ενός τόπου ή τη λευτέρωσή του, ενός τόπου υπαρκτού κι όχι φαντασιακού. Πορεύουν δηλαδή στο πεζοδρόμιο κι όχι στα περιθώρια των σελίδων, προτάσσουν στήθη κι όχι ρητορείες που μεταθέτουν την ευθύνη. Ενίοτε εκτροχιάζονται, ενίοτε αστοχούν. Και τι να λέει αυτό; τι να λέει, δηλαδή, από μόνο του; Τι να λέει σε μια κοινωνία που 'χει τη μετοχή γι' αρρώστια; Στα παιδιά αυτά οφείλουμε εκείνο το δρόμο, την πορεία ή τη γειτονιά, που καθάρισαν από τον ασύδοτο φασισμό των ίσκιων. Καθάρισαν, φυσικά, όχι δια μαγείας, παρά με την ανδρεία και το στυλιάρι. Γιατί το φασιστικό μαχαίρι κόβει καλύτερα όταν κόβει μουλωχτά και δε θα το μάθεις στα πρωινάδικα, την επομένη. Τα κορμιά, όμως, βιάζονται αδιαλείπτως. Τα κορμιά των απανταχού αδύναμων, που τα 'χει καταβροχθίσει η αφάνεια, πολύ πριν τα μυριστεί ο θάνατος. Κάποτε, μια πιτσίλα αίματος στο πεζοδρόμιο σηκώνει κάποιο ντόρο. Μα θες τα στοιχεία είν' ασαφή, θες οι φωτογραφίες είναι θαμπές, θες ν' αφήσουμε τη Δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της. Όμως της τελευταίας ο ήλιος είναι κυρίως νοητός και τον τραγουδούμε στις γιορτές, αντιθέτως με τον κώλο της που χάσκει απτός κι ορθάνοιχτος, και τον βατεύουμε σε βάση καθημερινή. Οι πετσοκομμένες ζωές δεν μας αρκούν, ως εκκωφαντικές αποδείξεις. Οι άσημες δολοφονίες και τα μολωπισμένα βλέμματα δεν είναι ήλιοι να καίνε, δεν είναι καν μαγκάλια, είναι πειστήριο Α κύριε πρόεδρε και κατάθεσις Β κύριε εισαγγελεύ. Ποιος είναι εκεί νομίζεις να παλέψει, σαν πέσει σύρμα, σα βγαίνει ο Χάρος παγανιά, εννοείται παγανιά φασιστική; Ο πολιτικός ή μήπως ο αστυνόμος;;

Μα κι η «τρομοκρατία», η τυφλή αυτή κόρη, όταν φυσικά δεν είναι κατευθυνόμενη με καλοπληρωμένους ασφαλίτες, ακόμα κι αν είμαι παντελώς αντίθετος με την αλλοτριωμένη της δράση και τον καλυμμένο της ναρκισσισμό, ακόμα κι αυτή έχει πολλά να πει σε μας τους φρουφρούδες, με τ' αρώματα. Οι άνθρωποι αυτοί ιπποτικοί και large ή απεχθείς και κακομαθημένοι, απαιτώντας φόρο στις ζωές των άλλων, ωστόσο ισοβαρώς λογίζουν και τη δικιά τους τη ζωή, στα ίσα, δίχως να περιμένουν τόκους και μερίσματα. Ποια συναλλαγή στέκεται τιμιότερη από αυτή;

Αλλά ακόμα και μέσα στην απέχθειά του, ακόμα κι ο αμετανόητος ιδεολογικά φασίστας ή ο εθνικιστής, αυτός που δεν είναι απλό λαμόγιο και μπράβος της νύχτας, αλλά μέσα στην τύφλα του και την κρανίου τρικυμία, μέσα στο βιασμένο του ερωτισμό και τον ευνουχισμό του νου ψάχνει να υπηρετήσει κάτι πέρα απ' τον ίδιο του τον εαυτό, που θεωρεί χρέος ν' αγωνιστεί για κάτι που τον ξεπερνά, αυτή ακριβώς η ιδιότητά του μου προκαλεί το μεγαλύτερο τρόμο, μα και το δέος. Δεν μπορώ παρά ν' απεχθάνομαι το ήθος του, μα παράλληλα αναδύεται η θλίψη μιας απώλειας: δεν είναι κρίμα, ρε αδερφέ, τόσο πείσμα, τόση ψυχή, να πηγαίνουν στράφι, να εξαντλούνται στην καταστροφή και το θάνατο; Δεν είναι τόσο μα τόσο λάθος - μια εκκωφαντική, ματοβαμμένη παραφωνία - τόσοι άνθρωποι βέβαιοι και πεισμωμένοι, να μην στέκονται στο πλευρό μας, ως σύμμαχοι, ως συνδημιουργοί, ως αδέρφια;

Επειδή, λοιπόν, τα πάντα κρίνονται στο δρόμο - με την έννοια πως στο δρόμο κοινωνούμε αν κοινωνείται κάτι κι όχι πίσω απ' τις κλειδωμένες ξώπορτες - αναγνωρίζω στους ανθρώπους αυτούς μια ποιότητα αδιαπραγμάτευτη. Έτσι η κριτική που σφοδρά θ' ακολουθήσει γίνεται μάλλον από υπερβολική αγάπη ή έστω σεβασμό για ό,τι πολύτιμο σπαταλιέται - κατά τη γνώμη μου - άκαρπα, για ό,τι σπάνιο και ακριβοθώρητο εξατμίζεται σαν δροσιά στους πέντε ανέμους, αφήνοντας τις ασφάλτους και τις καρδιές των πολλών απότιστες. Να τη μπολιάσεις τη μηλιά με μήλα, το πάλι μήλα θα σου δώσει. Κι όμως, θέλει στ' ανόμοιο να παλέψεις για μια θέση, αν θες να δεις κάτι καινούργιο. Τότε θ' ανθίσει ο κόσμος και θα γεμίσει με καρπούς. Αυτά είναι τα σωστά μπολιάσματα, τα ετερόκλητα. Γι' αυτό απεχθανόμαστε τα στεγανά, τουλάχιστον οι λεύτεροι. Μα όχι περιμένοντας τον κόσμο, πότε να πάρει απόφαση, αλλά να ξεχυθούμε εμείς μέσα στον κόσμο, γεμάτοι απ' τις σοδειές που επαγγελόμαστε. Όμως, τόσο μα τόσο εγωιστές, μέσα στα δίκια μας και στ' άδικά μας, ακόμα και τους ομοίους με φειδώ καταδεχόμαστε.

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Οι αγώνες των ελίτ για κυριαρχία και η επιβεβλημένη δημοκρατική απάντηση

[ Δημοσιεύτηκε στο Αντίφωνο, στις 24 Σεπτεμβρίου 2014 ]

ΣΩΤΗΡΗΣ ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ

Το κοινωνικό και ψυχικό υπόβαθρο της αυταρχικής εξουσίας

Έστω και ως κακόγουστη φάρσα, σε καιρούς εκκοσμίκευσης, η εξουσία λαμβάνει τον ιερό της χαρακτήρα, από την ανάγκη νοηματικής στήριξης της αθεμελίωτης υπόστασης της ανθρώπινης γυμνότητας της ζωής. Η εξουσία ιερουργεί την ανθρώπινη ανάγκη για το απόλυτο. Εντελώς σχηματικά υποστηρίζουμε ότι το βασανιστικό για τον άνθρωπο βίωμα της θνητότητας, ως τελικό όριο της ύπαρξης, οδηγεί κάτω από ορισμένες πολιτισμικές και ψυχολογικές συνθήκες, στην απώθηση του θανάτου και στην αποκρυστάλλωση δυο βασικών στάσεων ζωής. Αφενός στην υβριστική υπέρβαση των ορίων της ύπαρξης, μέσα από ψευδαισθήσεις παντοδυναμίας, γεγονός που προκαλεί την ανάδυση της εξουσιαστικής προσέγγισης της ζωής και αφετέρου τον τρόμο έναντι του επερχόμενου τέλους σε κάθε όψη του βίου και αντιστοιχεί σε μια δουλική (μη πολιτική) στάση. Ο θάνατος συνεχίζει να κατευθύνει τη ζωή, από τα παρασκήνια του συλλογικού ασυνειδήτου, όπου καταδικάστηκε σε απώθηση, μορφοποιώντας και αξιοποιώντας ένα σύνολο υποκατάστατων. Η ανάγκη για περιχαράκωση της ύπαρξης σε έναν, αντικειμενικού χαρακτήρα, ορισμό της πραγματικότητας του φυσικού, κοινωνικού και ψυχικού κόσμου, βρίσκει επαρκέστατη απάντηση στην ανάπτυξη του επιστημονισμού και της εμπειρικής του εφαρμογής, στο επίπεδο της γραφειοκρατικής οργάνωσης της εξουσίας. Το ορθολογικό πρότυπο προσανατολίζει την κοινωνική εμπειρία, δια μέσου της θεμελίωσης απαράβατων κανόνων, που αποδίδονται σε υπερβατικού χαρακτήρα πηγές (ανεξέλεγκτες και αδιάγνωστες από την μέση κοινωνική εμπειρία και επιθυμία!!!), οι οποίες ταυτόχρονα ορίζουν το καλό και το κακό στην απολυτότητά τους, όπως βέβαια και την αντίστοιχη από την πλευρά των ανθρώπινων εκπροσώπων ορθή ή λανθασμένη  σχέση μαζί τους. Η ανάδυση του «ειδικού» ως εκπροσώπου του ορθολογικού απόλυτου στα ανθρωπινά πράγματα, καθίσταται αναγκαία για τη σύγχρονη κοινωνική οργάνωση. Έτσι η εξουσία μπορεί να γίνει αντικείμενο λατρείας στο πρόσωπο στυγνών εγκληματιών, ετερόφωτων προσωπικοτήτων, κυνικών ψηφοθηρών, υπό την προϋπόθεση να μπορούν οι τελευταίοι να παρουσιάσουν με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, μια όψη ενσωμάτωσης του απόλυτου στην καθημερινή ζωή, ως απάντηση στην αγωνία για το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ιδεολογία λαμβάνει την καταστατική θέση του δόγματος και οι πολιτικοί απολαμβάνουν το προνόμιο της αποκλειστικής ερμηνείας της «ιερής γραφής» της φύσης των ανθρώπινων κοινωνιών. Ρίγος διαπερνά της μάζες των ανθρώπων, καθώς μέσα από κατανυκτικές τελετουργίες, συμβολισμούς και λάβαρα, οι «ιερείς» της εξουσίας, με τις πολυπληθείς τους κουστωδίες, κατέρχονται (ανά τετραετία περίπου) από τον υψηλό τους θρόνο, για να συναντήσουν τους βέβηλους/θνητούς τους ψηφοφόρους και να πωλήσουν τον προεκλογικό τους μεσσιανισμό. Το ζήτημα της κυριαρχίας βρίσκει έρεισμα στους θεσμούς και στον ανθρώπινο ψυχισμό και αναδεικνύει την ποιότητα των φαντασιακών επενδύσεων, μεταξύ των πόλων θνητότητας/αθανασίας, στο πυρηνικό επίπεδο της οντολογίας μιας κοινωνίας. Μπορούμε να υποθέσουμε μετά από αυτά, τη στενή συνάφεια των έσχατων ερωτημάτων και των απαντήσεων για τη ζωή και τον θάνατο, με τον τρόπο που αρθρώνεται το πολιτικό και οικονομικό θεσμικό σύστημα μιας κοινωνίας, καθώς και με τις ποικίλες διαντιδράσεις μεταξύ των κοινωνικών υποκειμένων. Συνεχίζοντας αυτή την υπόθεση θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως ένας άλλος τρόπος διευθέτησης των σχέσεων μας με τη ζωή και τον θάνατο, στην προκειμένη περίπτωση ως άρνηση της απώθησης του θανάτου και ως απόπειρα εγκαθίδρυσης μιας πιο διαφανούς σχέσης με αυτόν, ενδεχομένως να οδηγούσε σε μια άλλου τύπου κοινωνική οργάνωση, στην προοπτική της ελευθερίας.

Για τον φωτισμό της προοπτικής αυτής θα ανατρέξουμε σε έναν κορυφαίο Ρώσο διανοητή. Το κείμενο του Ντοστογιέφσκι «Ο Μέγας Ιεροεξεταστής», μπορεί να κατέχει περίοπτη θέση στον χώρο της θεολογική λογοτεχνίας, αλλά δεν είναι μικρότερο το βάρος του ως πολιτικής πραγματείας.  Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε, ότι η «τελική εικόνα» της ελευθερίας στο κείμενο αυτό αναδύεται ως μια ανοιχτή, στον υπαρξιακό διάλογο, πρόταση ζωής με το υπερβατικό, με τη φύση και με την κοινωνία. Η «τελική εικόνα» της ελευθερίας προσεγγίζει την πληρωματική ταυτότητα με τον εαυτό της, με τη διαλεκτική ενσωμάτωση των εξ αντιθέτου δυνάμεων αλλοίωσης και άρνησης της ελευθερίας. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται για μια κλειστή κατάσταση διασφάλισης της ακεραιότητας της υπαρξιακής τάξης, αλλά για τη συνεχή αναμέτρηση με τις δυνάμεις του μηδενός, με τις συνθήκες διασάλευσης των όποιων παγιωμένων υπαρκτικών δεδομένων, περικλείοντας  για τον όν ακόμη και τον ενδεχόμενο του μη όντος, τόσο για το αντικείμενο, όσο και για το ίδιο το υποκείμενο. Αυτή η διαπίστωση υπερβαίνει κατά πολύ το πρόταγμα της ελευθερίας του Διαφωτισμού, και την οχύρωση στην αυθεντία της «κριτικής του λόγου». Ο  Ντοστογιέφσκι αντιμετωπίζει την ελευθερία επέκεινα μιας λογικής διεργασίας της ατομικής νόησης, έναντι των ερεθισμάτων των αισθήσεων και των ιδεολογικών της προσλήψεων, όπως επίσης και πέραν  της εργαλειακής λειτουργίας της μεταφυσικής. Η «τελική εικόνα» της ελευθερίας παραπέμπει σε ένα συνεχές διακύβευμα, δεν σκοπεύει, κατ΄αρχήν, σε οιαδήποτε μορφή  σωτηρίας και φιναλιστικής υπαρκτικής αποκατάστασης του όντος. Έτσι η ελευθερία δεν υπηρετεί την προοπτική της υλικής κάλυψης και ακόμη της ψυχικής ευτυχίας. Συμπερασματικά, δεν μπορεί να απαντήσει τελεσίδικα στην άρση του τρομερού γεγονότος του θανάτου.  Όλες αυτές οι μεταβλητές μπορεί να συνιστούν πιθανά ενδεχόμενα, αλλά όχι αναγκαίες απολήξεις της «τελικής εικόνας» της ελευθερίας. Αντίθετα τις περισσότερες φορές όντας εκπρόσωποι της απώθησης  του θανάτου, αποτελούν έναν τρόπο φανταστικής φυγής από τα δεινά του πραγματικού, ένα είδος συναισθηματικής καθήλωσης στην παιδική ανωριμότητα, εκεί που η αυτονόητη πατρωνία των «μεγάλων», παρέχει προστασία από τους κινδύνους της ύπαρξης, δηλαδή από τον κίνδυνο της «τελικής εικόνας» της ελευθερίας. Η ηδονή που προκαλεί η ασφάλεια της ανωριμότητας και η απαρέσκεια της ανάληψης της ευθύνης, επιβάλλει την αναγνώριση ενός συστήματος ηγεμονίας που παραπέμπει, αφενός  σε διαδικασίες και φορείς κηδεμονίας και αφετέρου σε ανίκανες, για την ανάληψη δράσεων και  κατ΄ουσίαν των ευθυνών, ναρκισσικές ατομικότητες. 

Η πολιτική ως εκκοσμικευμένη μορφή θρησκευτικότητας

Οι διάφοροι πολιτικοί συνασπισμοί που λειτουργούν σε καθεστώς φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας χρησιμοποιούν ως μέσο χειραγώγησης των πολιτών πάσης φύσεως ψευδοδιλλήματα (π.χ προοδος-συντήριση, μνημόνιο-αντιμνημόνιο), συναισθηματικές κατηγορίες και συνθήματα (πατριωτισμός-κοινωνική αλληλεγγύη), επικλήσεις της ηθικής τάξης (περί της ανάγκης ηθικής ανασυγκρότησης της ατομικότητας, από το ίδιο το άτομο ή την επιλογή ηθικών εξουσιαστών) την κυνική χρήση των οικογενειακών και φιλικών δεσμών, ως προς την εκλογική επιλογή και τη στυγνή εξαγορά της πολιτικής πελατείας με διάφορες αξιομισθίες. Σε αυτό το πλαίσιο, που η πολιτική τίθεται ως φτηνή πραμάτεια των ολιγαρχικών συμφερόντων, προκρίνεται με τη χρήση λαϊκιστικών μεθόδων, η αποδοχή του δεδομένου συστήματος κυριαρχίας, ενώ επιχειρούνται απλά ορισμένες βελτιώσεις σε επιμέρους πτυχές του. Στην ουσία μετατίθενται οι ευθύνες από το σύστημα κυριαρχίας, σε δεδομένα πρόσωπα και ομάδες που διαχειρίζονται την κυβερνητική πολιτική και όχι στους θεσμούς που τους δίνουν τη δυνατότητα να ασκούν την εξουσία τους, με τρόπο αυθαίρετο ως προς τις κοινωνικές ανάγκες. Ταυτόχρονα ως πολίτες «απολαμβάνουμε» συνταγματικά  το δικαίωμα να επενδύουμε τις προσωπικές και συλλογικές μας προοπτικές δικαίωσης, σε ανταγωνιστικούς κομματικούς συνασπισμούς, οι οποίες μετουσιώνονται την ημέρα των εκλογών σε ψήφο, δηλαδή σε μια λευκή, επί της ουσίας, εντολή, που στηρίζεται στην καθαρά μεταφυσικού χαρακτήρα ελπίδα, για την εφαρμογή της μεσσιανικής προεκλογικής υπόσχεσης, στην μετά την κατάληψη της εξουσίας ζωή! Θέτουμε με άλλα λόγια ένα ανορθολογικό μέσο στην υπηρεσία ενός ορθολογικού σκοπού. Τον ανορθολογισμό της εκλογικής διαδικασίας σε ένα ολιγαρχικό πολίτευμα όπως το σημερινό, επιτείνουν, πέρα από την έλλειψη θεσμικών δικλείδων ασφαλείας, για τον έλεγχο των πολιτικών από τους πολίτες και δυο άλλης τάξεως γεγονότα. Το πρώτο είναι ο μη αντιστρέψιμος χαρακτήρας κάποιων πολιτικών επιλογών και το δεύτερο ότι κατά τη διάρκεια μιας διακυβέρνησης, προκύπτουν πλήθος πολιτικών ζητημάτων, τα οποία δεν είχαν προβλεφθεί από κανέναν ή τουλάχιστον δεν είχαν ενταχθεί (σκοπίμως) στο προεκλογικό πρόγραμμα των υποψηφίων εξουσιαστών. Άρα οι εκλογές δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση απόφαση διακυβέρνησης από τους πολίτες, αλλά το άλλοθι των πολιτικών ελίτ ώστε να εξουσιάζουν αυθαίρετα στο όνομα των πολιτών. Κατά συνέπεια τα επιχείρημα περί «προτέρου εντίμου βίου» και η αδυναμία να κρίνουμε  τους κομματικούς σχηματισμούς που δεν έχουν ασκήσει την εκτελεστική εξουσία,  δεν έχουν λογικό έρεισμα, διότι τοποθετούν ιδεολογικά την κοινωνία στον ρόλο του πειραματικού σωλήνα και περιθωριοποιούν τον πολίτη στη θέση του πειραματόζωου. Ο τρόπος της πολιτικής δράσης ενός κάποιου πολιτικού μορφώματος, τίθεται στο κριτικό στόχαστρο των πολιτών από την πρώτη στιγμή της ανάδυσής του στη δημόσια σφαίρα και μόνο από τον τρόπο που διευθετεί την εσωτερική λειτουργία των οργάνων του. 

Το ελληνικό πρόβλημα

Το ελληνικό κράτος είναι ο κεντρικός μηχανισμός μέσα από τον οποίο ασκούν διαχρονικά ηγεμονία, οι διάφορες εγχώριες πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Παραδομένες σε μία άνευ λογικής εκμετάλλευση αυτής της ηγεμονίας, δεν δίστασαν να υπονομεύσουν ακόμη και τον ίδιο τον μηχανισμό από τον οποίο αντλούσαν τα προνόμιά τους, δηλαδή το κράτος, το οποίο ξεπέρασε τα συνήθη διεθνή (καπιταλιστικά και μη δημοκρατικά) «όρια» χρεοκοπίας, διαφθοράς και αναξιοκρατίας.

Η εγχώρια ελίτ συνιστά μια παρασιτική κοινωνική τάξη που ασκεί εκμετάλλευση στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και οι όποιοι τριγμοί ή συγκρούσεις θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως προσπάθειες ανακατανομής της ισχύος στο εσωτερικό της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης, με τελικό στόχο, όχι φυσικά τη βελτίωση των πνευματικών και υλικών αγαθών της κοινωνίας, αλλά τη διαιώνιση και ενδυνάμωση της ταξικής της εξουσίας. Οι ενδοταξικές συγκρούσεις στο επίπεδο της πολιτικής εκπροσωπούνται από τις διάφορες εκδοχές των κομματικών συσπειρώσεων. Οι διάφορες αντίστοιχα ενδοταξικές συμμαχίες μεταξύ των οικονομικών και πολιτικών ομάδων εξουσίας αρθρώνονται στο πλαίσιο επιχειρούμενων διαπραγματεύσεων και συναλλαγών μεταξύ πολιτικού, οικονομικού και επικοινωνιακού κεφαλαίου. Εάν η παραπάνω υπόθεση ευσταθεί είναι δυνατόν να εξηγηθούν πρώτον γιατί οι συγκρούσεις, μεταξύ των κομματικών παρατάξεων, έχουν συγκεκριμένα όρια στην ένταση και στο είδος των ζητημάτων που θέτουν πολεμικά και δεύτερον γιατί ένας πραγματικά αντισυστημικός λόγος συσπειρώνει σχεδόν το σύνολο των κομματικών δυνάμεων εναντίον του.  Από τις βουλευτικές αποζημιώσεις και τις δικαστικές αρμοδιότητες της βουλής, έως την ιδεολογική χρήση του όρου δημοκρατία για να κατοχυρωθεί η «δημοκρατικότητα» των δικών τους ενεργειών και να στιγματιστούν οι αντίπαλοι του συστήματος ως θιασώτες αυταρχικών ή και ολοκληρωτικών λύσεων, ο κάθε εχέφρων πολίτης μπορεί να θέσει υπό δοκιμασία στην βάση αδιαμφισβήτητων εμπειρικών δεδομένων τις πιο πάνω θεωρητικές μας διατυπώσεις. Η εγχώρια ελίτ η οποία βρίσκει την πολιτική της έκφραση υπό τη μορφή της κομματοκρατίας βρέθηκε σε αδυναμία να αναπαραχθεί ως κυρίαρχη, εντός του πλαισίου της υφιστάμενης δομής του έθνους-κράτους. Καθώς η χρηματοπιστωτική στρόφιγγα, εξαιτίας και της διεθνούς κρίσης των αγορών, έπαψε να τροφοδοτεί τον ελληνικό Λεβιάθαν, η χρηματοπιστωτική πενία δημιούργησε τεράστια προβλήματα νομιμοποίησης, της ντόπιας άρχουσας τάξης προς την ελληνική κοινωνία, η οποία δεν ήταν πλέον εφικτό να εξαγοραστεί. Άλλωστε η εξαγορά αυτή και η ενσωμάτωση των Ελλήνων πολιτών στο σύστημα της φαυλοκρατίας, τις περισσότερες φορές ετίθετο στο επίπεδο ενός στυγνού εκβιασμού, που στόχευε στην ίδια τη βιολογική επιβίωση ή την κοινωνική αναπαραγωγή, των εκάστοτε ατομικών ή συλλογικών υποκειμένων. Σε ένα κρατικό μόρφωμα που εκλείπει κάθε είδους κρατική φροντίδα, θεσμική κάλυψη και υπηρεσία με κοινωνική αναφορά, είναι λογικά συνεπές, να αναμένουμε την ανάπτυξη προσωπικών ή συλλογικών «τεχνικών επιβίωσης», που προτάσσουν την ιδιοτέλεια του μέρους, εις βάρος του συνόλου.

Κάτω από αυτές τις συγκυρίες η ελληνική άρχουσα τάξη έπρεπε να απαντήσει στο δίλλημα της ένδοξης πτώσης της ή της υπό περιορισμούς αναπαραγωγής της. Προκρίθηκε όπως έδειξαν τα πράγματα η δεύτερη λύση. Άρχισε λοιπόν ένα είδος διαπραγμάτευσης( η έννοια της διαπραγμάτευσης ακριβώς στο σημείο αυτό βρίσκει το ακριβές της νόημα, και όχι βέβαια στις ανταλλαγές τεχνοκρατικών εκδοχών, ήδη αποφασισμένων πολιτικών και στη επικοινωνιακή τους προώθηση, με φορείς δευτεροκλασάτα και τριτοκλασάτα στελέχη των διαπραγματευόμενων πλευρών) με τις διεθνείς ολιγαρχικές δυνάμεις και την εγχώρια ελίτ για τη δομή και το περιεχόμενο της συνεργασίας. Στο «παιχνίδι» της διαπραγμάτευσης και των αμοιβαίων εκβιασμών, μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων πλευρών, χρησιμοποιήθηκε ακόμη και το επικοινωνιακό τέχνασμα του δημοψηφίσματος (βλ Γιώργο Α. Παπανδρέου). Η συμφωνία τελικώς «έκλεισε» αναγνωρίζοντας τις παρακάτω αρχές οργάνωσης της νέας τάξης πραγμάτων. Πρώτον την κατοχύρωση της ηγεμονίας της άρχουσας ελληνικής τάξης έναντι των υπολοίπων, δια μέσου της «προστατευόμενης» εξωγενούς δανειοδότησης του κρατικού προϋπολογισμού και τον, κατά προτεραιότητα, προσανατολισμό των χρημάτων αυτών, στην εξυπηρέτηση των διεθνών δανειστών του ελληνικού δημοσίου, δεύτερον την αναγνώριση της συμμετοχής και μάλιστα με όρους ιδιαίτερης βαρύτητας, της διεθνούς ολιγαρχίας στον καθορισμό της εσωτερικής πολιτικής και άρα τον περιορισμό της εγχώριας ελίτ στο πολιτικό πεδίο και τρίτον την αποδοχή μιας καθολικού τύπου και βίαιης αναδιανομής του εισοδήματος εις βάρος των πολλών, με ανάλογη στήριξη νεοφιλελευθέρων πολιτικών εκμετάλλευσης των αποτελεσμάτων αυτής της αναδιανομής. Σε όλη αυτή τη διαδικασία τη σκιά τους έριξαν κάθε είδους ιδεολογήματα και αυτοπροβαλλόμενοι σωτήρες, οι οποίοι προσπαθούσαν είτε να ενισχύσουν τη θέση τους στο υφιστάμενο σύστημα κυριαρχίας, είτε να εισέλθουν σε αυτό με όρους δύναμης. Στην πρώτη περίπτωση θα μπορούσαμε να εντάξουμε τις κλασσικά αντιπολιτευόμενες κομματικές συσπειρώσεις, ενώ στη δεύτερη νεόκοπα πολιτικά σχήματα, κινήματα και πρόσωπα ή εκπαραθυρωμένους από το σύστημα και κάθε είδους μεγαλομανείς και καιροσκόπους. Στόχος τους βέβαια δεν είναι η ανατροπή του συστήματος, αλλά η ευνοϊκότερη δυνατή ενσωμάτωση. Με πρόσχημα το πατριωτικό αίσθημα, τη δημοκρατία, την ηθική του εκσυγχρονιστικού φιλελευθερισμού, του μετριοπαθούς καπιταλισμού και τέλος της αταξικής κοινωνίας, στήνονται οργανώσεις, κάθε τύπου, με κοινή όμως αναφορά την ολιγαρχική εσωτερική λειτουργία και τις καθεστωτικές πολιτικές επιδιώξεις.

Η αποτελεσματική αντίδραση στον μεθοδευμένο κατακλυσμό που περιγράψαμε δεν μπορεί να ταυτίζεται με την υποκριτική και ανόητη συνταγή της ενσωμάτωσης στο σύστημα και με την εκ των έσω αποδυνάμωσή του. Η ενσωμάτωση στο σύστημα, επιβάλλει πως οι θέσεις και οι ρόλοι που θα κληθούν τα υποκείμενα να αναλάβουν, είναι εκ των προτέρων καθορισμένα, ώστε να εξασφαλίζεται η ακαριαία υποταγή του νεοεισερχόμενου και η ασκούμενη, εκ του συστήματός, επιρροή να είναι αντιστρόφως ανάλογη από αυτή που θα μπορούσε το άτομο να ασκήσει. Πρόκειται δηλαδή για μια σχέση άνισης ανταλλαγής, κατά την οποία το σύστημα παρέχει στο άτομο μια κάποια θέση, με τίμημα την ίδια του την ελευθερία.  

Η δημοκρατική απάντηση

Όπως έχουμε ήδη διαπιστώσει, η ορθολογικότητα δομεί μια ιεραρχικά διατεταγμένη εξουσία των ολίγων επί των πολλών. Το πρότυπο αυτής της δομής συνιστά το εκκοσμικευμένο ανάλογο της θρησκευτικής εξουσίας. Μέσα από ορθολογικές διαδικασίες που θεμελιώνονται στο κενό και λογικά σοφίσματα, αποκρυσταλλώνεται ένα ιεραρχικό σύστημα, το οποίο κατορθώνει σε γενικές γραμμές να πείσει για την ανικανότητα των πολλών να έχουν ουσιαστικό λόγο στην εξέλιξη της συλλογικής τους ζωής και την ικανότητα των λίγων να μονοπωλούν την ορθότητα των επιλογών τους, καθώς έχουν κατοχυρώσει με συνέπεια την πρόσβασή τους στην «απόλυτη αλήθεια». Το κεντρικό πρόβλημα της κοινωνικής οργάνωσης αφορά στην ανισότητα, δηλαδή στη θεσμικά καθορισμένη άνιση (ή μη) πρόσβαση, ανεξάρτητα από τις ατομικές επιδόσεις και τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά, στις πηγές και την άσκηση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Το πρόβλημα αυτό έχει δυο όψεις, οι οποίες δίνουν στο επίπεδο της κοινωνικής μορφολογίας τον χαρακτήρα της αρένας, εντός της οποίας εκφράζεται, με έναν δίχως όρια επιθετικό ανταγωνισμό, η ανάγκη για κυριαρχία έναντι όλων. Η πρώτη αφορά τις συγκρούσεις μεταξύ των ομάδων που ασκούν εξουσία και η δεύτερη με το σύνολο της εκπορευόμενης δύναμης των εξουσιαστικών ελίτ, εις βάρος αυτών που δεν μετέχουν στο παιχνίδι της εξουσίας ενεργητικά, παρά υπό την μορφή μιας παθητικής εξάρτησης και πολιτικού αδιεξόδου και που κινητοποιούνται ετερόνομα και μαζικά, από ένα σύνολο ιδεολογικών αρχών που επικαλούνται οι εξουσιαστικές ελίτ, ώστε να επιτύχουν τους στόχους τους. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η στρεβλωτική ανάγνωση του κοινωνικού, όχι στη βάση της εξουσιαστικής διάκρισης κυβερνόντων και κυβερνωμένων, αλλά στον αλλοτριωτικό κατακερματισμό της κοινωνίας σε επιμέρους ομάδες συμφερόντων που αξιώνουν, η κάθε μια για τον εαυτό της, την κάλυψη της συλλογικής της επιθυμίας, στο τάδε ή στο δείνα επιμέρους προκατασκευασμένο ή ήσσονος σημασίας ζήτημα. Σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, πέραν της ατομικής και κοινωνικής ταυτότητας, κρίνονται ως μικρής βαρύτητας οι επιμέρους συλλογικές ταυτότητες. Η ύπαρξη των κοινωνικών ταυτοτήτων αποκτά πολιτική αξία από την στιγμή που διαμορφώνεται μια δομή λίγο-πολύ σταθερών αντιμαχόμενων συμφερόντων και άρα αναδύεται το εξουσιαστικό φαινόμενο υπό τους όρους της δύναμης και όχι της ισότητας. Σχετικά με αυτή την τάξη πραγμάτων, τα άτομα που συνειδητοποιούν ένα ελάχιστο κοινών συμφερόντων εντάσσονται σε μια ευρύτερη σφαίρα που συνιστά κάποιου είδους συλλογικότητα και στον βαθμό που η συλλογικότητα δεν αμφισβητεί το αυταρχικό μοντέλο εξουσίας, είτε μετέχουν στην διαδικασία κατάληψης της εξουσίας, είτε στην διατήρησή τους σε αυτήν. Τα οφέλη βέβαια και οι ζημίες αποδίδονται ανισομερώς. Αντίθετα η έκλειψη του ανισοβαρούς χαρακτήρα της εξουσίας υποβιβάζει την αξία των επιμέρους συλλογικών ταυτοτήτων (χωρίς να τις εξαφανίζει) διότι το ατομικό μετέχει άμεσα στον καθορισμό του κοινωνικού και άρα μπορεί να εκλάβει το ιδιωτικό του συμφέρον ως μια διάσταση του ευρύτερου κοινωνικού. Αυτό φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν παραπέμπει στην ανάδυση και κυριαρχία της αρχής της ομοιομορφίας. Τουναντίον, η άμεση μετοχή στην βάση της ισότητας στη διαδικασία της κοινωνικής θέσμισης, επικυρώνει τη δυνατότητα έκφρασης της διαφορετικής γνώμης, όχι στην προοπτική διαρκών συλλογικών ανταγωνιστικών συμφερόντων, αλλά σε αυτήν της συγκυριακής διαφωνίας.

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε σχηματικά να διευκρινίσουμε για την αποφυγή παρερμηνείας, ότι η δημοκρατική αρχή δεν είναι ασύμβατη με την αξιοκρατία και με μια ειδική μορφή ηγεσίας και εκτελεστικών οργάνων, αρκεί τα τελευταία να λογίζονται ως μορφές ειδικής έκφρασης ικανοτήτων, που υπόκεινται σε διαρκή κοινωνικό έλεγχο.

 Η δημοκρατική ατραπός φαντάζει ως η μόνη διέξοδος με προοπτική. Η δημοκρατία ως γενικευμένη θεσμική άρθρωση ενεργού συμμετοχής των πολιτών στο πεδίο της απόφασης για την κοινωνία(διακρινόμενη ρητά από το εκλογικό δικαίωμα), συνιστά αποκλειστικώς την αναγκαία και ικανή συνθήκη αποδυνάμωσης της άρχουσας τάξης από τα θεμέλια της ισχύος της, από την ικανότητα διατήρησης της θέσης της και της εκμετάλλευσης που ασκεί, βάση της διάρθρωσης του πολιτικού και οικονομικού χώρου, και προϋποθέτει ως αναγκαία συνθήκη την συγκρότηση συλλογικού κινήματος. Το κίνημα αυτό δεν θα επιδιώκει τη δημοκρατία στη βάση κάποιων θολών και γενικών ιδεολογικών αρχών, οι οποίες πρόκειται να εφαρμοστούν στο μακρινό μέλλον, αλλά θα την πραγματώνει με την αδιάλειπτη λειτουργία των εσωτερικών οργάνων διοίκησης.