Τετάρτη 14 Αυγούστου 2019

Πανεπιστημιακού Ασύλου το ανάγνωσμα [Μέρος 1ο]

Για το πανεπιστημιακό άσυλο έχουν ειπωθεί τα πάντα. Άρθρο πάνω, άρθρο κάτω, σταγόνα στον ωκεανό. Όταν όμως τα πάντα έχουν ειπωθεί, το μόνο που απομένει σε κάποιον είναι να πάρει θέση. Να πάρει θέση, όχι κάτω από την πίεση κανενός ασπρόμαυρου μανιχαϊσμού, ούτε γιατί ελλείψει θέσης θα βρεθεί εχθρός και μόνος έναντι όλων. Μακριά από μας ετούτες οι εκβιαστικές στρατολογήσεις ιδεολογικών μισθοφόρων. Οφείλει κανείς να πάρει θέση πολιτικά, στο βαθμό που οι περιστάσεις απαιτούν τελικά τη λήψη μιας απόφασης. Διάβασα και ξαναδιάβασα ό,τι πιο εύκαιρο κατάφερα να αλιεύσω απ' το διαδίκτυο, συζήτησα με κόσμο δεξιά και κόσμο αριστερά και τώρα οφείλω στον εαυτό μου να συμμαζέψω λίγο τον καταιγισμό σκέψεων - ενίοτε και αντιφατικών. Θα προτιμήσω την πεζή απαρίθμηση διακριτών συλλογισμών, καθώς ένα πλήρες και ολοκληρωμένο κείμενο με ειρμό και συνέπεια είναι, στην παρούσα φάση, υπεράνω των δυνατοτήτων μου. Το βασικότερο ελάττωμα σ' αυτή την προσέγγιση είναι πως συχνά θα επανέρχομαι και θα επαναλαμβάνομαι. Δεν έχει σημασία. Αν αποσταχθεί τελικά κάποια ουσία, απ' όλα ετούτα, ίσως κάποτε να την εμφιαλώσω σε καταλληλότερο δοχείο.

* * *

1 - Ιστορικότητα του θεσμού

Στη μικρή ετούτη αναδίφηση, δεν πρόκειται να μας απασχολήσουν οι ιδιαίτερες ιστορικές λεπτομέρειες του θεσμού, τοπικά ή πανευρωπαϊκά. Ούτε, πάλι, θ' ασχοληθουμε με την ιδιαίτερη φόρτιση την οποία προσέλαβε το άσυλο στα πρώτα χρόνια της δικής μας μεταπολίτευσης.

Θεωρώ το πρώτο ως μια χλιαρή ακαδημαϊκή ανησυχία, η οποία επί του παρόντος στέκει αποπροσανατολιστική απ' την ουσία : ασχέτως του πώς ή πότε δημιουργήθηκε, έχουμε ωστόσο ένα άσυλο. Το διατηρούμε και το υπερασπιζόμαστε, έχει δηλαδή κάποιο νόημα για μας, ή το καταλύουμε και προχωρούμε τη ζωή μας για το καλύτερο ή για το χειρότερο; Νομίζω είναι σφάλμα κι άσχετο να συνδέουμε το άσυλο με την ιστορικότητά του, είτε από ιδρύσεως πανεπιστημίων, είτε μεταγενέστερα. Ο λόγος δηλαδή που επιθυμούμε το άσυλο δε μπορεί να είναι η διαχρονικότητά του, γιατί τότε θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς το ίδιο και για τη βασιλεία ή τη σκωληκοειδή απόφυση. Ετούτο είναι, φυσικά, άγονος συντηρητισμός. Η διαχρονικότητα είναι, βεβαίως, ένδειξη κάποιου ήθους, μα όχι κι απόδειξη αυτού, καθόσον θα μπορούσε να είναι απλά τυπολατρική. Το ζητούμενο είναι αν μια οποιαδήποτε κοινωνία διατηρεί το ήθος ετούτο ζωντανό, αν είναι μέρος του ανασασμού της. Μιλούμε, φυσικά, για το ήθος εκείνο, που γεννά κι υπερασπίζεται άσυλα, είτε μετατρέπει σε άσυλο την ίδια την κοινωνία. Είτε έχουμε κάτι ιερό να προστατεύσουμε - αληθινά κι όχι του καναπέ - είτε απομένουμε κλασομπανιέρες κι αεράκηδες. Τα υπόλοιπα είναι εγκυκλοπαιδικότητες.

Η δεύτερη επισήμανση, η ιδιαίτερη δηλαδή φόρτιση του πανεπιστημιακού ασύλου στη χώρα μας, αφορά σε μιαν αλήθεια τόσο γυμνή, που δε χρειάζεται υπεραναλύσεις : είμαστε η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα, όπου στρατιωτικό άρμα σοδόμισε ένα χώρο πολιτικά ιερό, σχεδόν από τη φύση του. Βάλε τώρα εσύ με τη λογική και τη φαντασία σου τις συμβολικές (και όχι μόνο) διαστάσεις, που μπορεί να πάρει ένα τέτοιο γεγονός στη λαϊκή συνείδηση. Την τελευταία ετούτη επισήμανση τη βρίσκω τόσο εξόφθαλμα ευνόητη και δεδομένη - αν δεν ονομάζεται κανείς Πλεύρης - ώστε δεν υπάρχει κανένας λόγος να σχολιαστεί περαιτέρω. Αν οφέλησε ή όχι τελικά η νομική κατοχύρωση είναι, βεβαίως, ένα ανοιχτό θέμα προς συζήτηση, αλλά νομίζω πως είναι τίμιο και τούτο το ερώτημα : τι 'ναι εκείνο που στραβώνει πρώτο, το άσυλο ή η κοινωνία;

Αξίζει, φυσικά, τον κόπο ν' αναφέρει κανείς πως - εξαιρώντας την κορύφωση των γεγονότων της 17ης Νοεμβρίου - το άσυλο, τουλάχιστον θεωρητικά, τελούσε υπό κάποια στοιχειώδη κατάφαση ακόμα κι υπό το απριλιανό καθεστώς, εφόσον το τελευταίο αναζητούσε ενίοτε προφάσεις άρσης του.

Διάφορα Ιστορικά

Τα “Γαλβανικά”, η πρώτη παραβίαση πανεπιστημιακού ασύλου στην Ελλάδα

Όταν ο αστυνόμος Μπαϊρακτάρης πολιορκούσε το Πανεπιστήμιο

Άσυλο: ιστορία, περιεχόμενο και το ανταγωνιστικό κίνημα

180 χρόνια κρατά η συζήτηση για το πανεπιστημιακό άσυλο

* * *

2 - Το νομοθετικό ζήτημα

Το βασικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει κανείς, σαν πιάσει να μελετήσει τις ισχύουσες νομοθεσίες από το '82 - θέτοντας στην άκρη τις μικροδιαφορές - είναι πως ο νομοθέτης φροντίζε σε κάθε περίπτωση για την απρόσκοπτη επέμβαση σε αυτόφωρες κακουργηματικές πράξεις ή πράξεις κατά της ζωής. Πράγμα που σημαίνει στις περιπτώσεις εκείνες όπου η πράξη δεν χωράει κάτω από κανέναν πολιτικό προσχηματισμό κι είναι απλά ένα αδικαιολόγητο έγκλημα και μάλιστα παγιωμένο στη κοινωνική συνείδηση ως τέτοιο, όπως π.χ. η εμπορία ναρκωτικών, ένας φόνος, ένας βιασμός.

Εδώ δε θα μιλήσουμε ούτε για τις καταλήψεις και τις καταστροφές, ούτε για τις τετριμμένες διενέξεις μεταξύ φοιτητών και καθηγητών, όπου σπανιότερα απ' όσο θα επιθυμούσανε τα ΜΜΕ και σαν ανάψουνε τα αίματα, μπορεί να σηκωθεί και κάνα χέρι εκατέρωθεν. Τέτοιες αψιμαχίες, οσοδήποτε σοβαρές ή τραγελαφικές, είναι χρέος να λύνονται επί τούτου από την παρέμβαση της ίδιας της πανεπιστημιακής κοινότητας (εφόσον υπάρχει κάτι τέτοιο) κι όχι απ' το άγαρμπο, εξουσιαστικό τσαλαπάτημα του όποιου κράτους. Το κράτος δεν πρέπει να έχει τον παραμικρό λόγο, ως αυτεπάγγελτος τρίτος όταν ο τιμιότερος λόγος που ξέρει να εκφέρει είναι ο αστυνομικός. Περισσότερα για τούτο το ιδιαίτερο θέμα θα γίνει αργότερα.

Εφόσον, λοιπόν, ο νομοθέτης έχει προβλέψει και ο πολιτικός κόσμος αποδεχτεί (κοντεύουν σαράντα χρόνια, μ' εξαίρεση τις νεοδημοκρατικές ευαισθησίες) ετούτη τη μέση οδό της υπό όρους επέμβασης, τότε που βρίσκεται το πρόβλημα;; Γιατί δηλαδή χρησιμοποιούνται, υπέρ της άρσης του ασύλου, επιχειρήματα τα οποία καλύπτονται ήδη, αν όχι προσχηματικά; Δύο λόγους μπορώ να σκεφτώ :

(α) είτε τα επιχειρήματα είναι, ακριβώς όπως έγραψα προηγούμενως, προσχηματικά κι ο αληθινός λόγος της άρσης είναι άλλος από αυτόν που παρουσιάζεται,

(β) είτε, όπως έχει ειπωθεί πολλάκις, η Αστυνομία, αποφεύγει για λόγους διακριτικότητας ή κοινωνικού/πολιτικού κόστους να πράξει ακόμα και το αυτονόητο, όταν της δίνεται η ευκαιρία κι η αφορμή είναι θεμιτή.

Όσον αφορά στο πρώτο, δεν είναι σκοπός μου εδώ να εξετάσω ή να αναλύσω τους αληθινούς λόγους (αν  είναι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή άλλοι), παρά μόνο να υποδείξω αυτή την ασυνέπεια. Αν, από την άλλη, οι επικεφαλής της Αστυνομίας στέκονται, σε κάθε περίπτωση, διστακτικοί στη λήψη αποφάσεων - είτε για λόγους κοινωνικής ευαισθησίας (όχι δικής τους απαραίτητα), είτε προς αποφυγήν μιας δύσκολα ελεγχόμενης κλιμάκωσης - τι ακριβώς ελπίζει κανείς ν' αλλάξει ως προς αυτό, με τη διαπαντός άρση του ασύλου και την ακύρωση της όποιας νομοθετικής αιγίδας; Τι είναι αυτό, δηλαδή, που θα κάνει τις αστυνομικές διοικήσεις περισσότερο θαρρετές, ως προς τις αντιδράσεις τους;

Μα προφανώς (για τη χρονική στιγμή που μιλούμε), τι άλλο από την πολιτική κάλυψη, την οποία θα χαίρουν εκ μέρους μιας κυβέρνησης, η οποία όχι μόνο δεν προτίθεται να διώξει καμία αστυνομική εκτροπή, μ' αντιθέτως επικροτεί κιόλας τον υπερβάλοντα αστυνομικό ζήλο. Στο βαθμό, όμως, που ο κατασταλτικός φορέας χαίρει όντως ετούτης της πολιτικής κάλυψης, τελικά δεν υπάρχει καμία απολύτως αναγκαιότητα για παραπανίσια μέριμνα : η Αστυνομία θα μπορούσε να επιτελέσει απερίσπαστη το όποιο έργο της μέσα στα ήδη υπάρχοντα νομικά περιθώρια, δίχως τη δυσκαμψία και τις επιφυλάξεις τα οποία θα μπορούσε να συνεπάγεται μια αναποφάσιστη κεντρο-αριστερή κυβέρνηση. Καταλήγουμε, ως εκ τούτου, στο συμπέρασμα (αν έχουν κάποια ισχύ τα προηγούμενα) πως η άρση του ασύλου δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη νομιμοφροσύνη, ως προς την οποία ουδέποτε υπήρξε σοβαρό κώλυμα, μα περισσότερο με τη διάθεση να κατασταθεί σαφές ποιος είναι εκείνος που κάνει, τελικά, κουμάντο.

Φυσικά, ετούτη η κυβερνητική επίφαση αποφασιστικότητας δεν είναι πολιτικός λόγος, καθώς ο μόνος πολιτικός λόγος είναι ο διάλογος. Η ΝΔ κατέστησε σαφές πως δεν έχει τέτοια διάθεση. Διαφορετικά, τα μέτρα θα έπονταν ενός αποτυχημένου διαλόγου, παρά θα προηγούνταν ως προϋποθέσεις του. Η ΝΔ αίρει όχι τίποτε υπαρκτά εμπόδια, τα οποία δυσχέραιναν το ειλικρινές έργο των κυβερνήσεων ίσαμε σήμερα, μα προκειμένου να διευκολύνει το δικό της ιδιαίτερο έργο - όχι φυσικά εκείνο της τάξης και της νομιμότητας, το οποίο έχει καταντήσει ανέκδοτο προτού καλά-καλά συμπληρώσει τον πρώτο μήνα θητείας. Προοικονομώντας τις επόμενες κινήσεις της και το ενδεχόμενο να εγείρουν έντονες αντιδράσεις, η ΝΔ φροντίζει από τώρα να μπορεί να πατάσσονται οι φοιτητικές ανησυχίες κι οι όποιες καταλήψεις, δίχως να 'χει συγχρόνως κανένα νταλκά να δικαιολογήσει τις πράξεις τις, εφόσον θα είναι πλέον σύννομες.

Ένα ελάχιστο ζήτημα ακόμη, σε όλα εκείνα που ακούει κανείς συχνά από τα στόματα των υπέρμαχων της άρσης δεν είναι τα επιχειρήματα καθαυτά - τα οποία πιθανότατα ν' ακούγονται και λογικά - μα τα νοήματα που βρίσκονται κρυμμένα ανάμεσα στις λέξεις, με άλλα λόγια, στον τρόπο και στο ήθος έκφρασης. Για έναν υποψιασμένο αναγνώστη δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει στον κυρίαρχο δεξιό λόγο τ' αποτυπώματα της έπαρσης, της συναισθηματικής φόρτισης και του απωθημένου, του αυταρχισμού και της απολυταρχίας - ή αν το θέλετε περισσότερο ποιητικά, το ίχνος του μονοδιάστατου, του άγονου και του νεκρού.

Σημείωση #1

Ακούγοντας σήμερα μια συνέντευξη της Νίκης Κεραμέως, ειπώθηκε κάτι λογικοφανές. Ο νόμος, ισχυρίζεται, ουσιαστικά υπεκφεύγει των ευθυνών του. Προφανώς, για να χαρακτηριστεί κάτι ως κακούργημα θα πρέπει αυτό ακριβώς : κάποιος να το χαρακτηρίσει, ώστε να είναι η αστυνομία νομικά κατοχυρωμένη. Είτε τώρα πρόκειται για την πρυτανεία, είτε γι' άλλο όργανο, όλοι καταλαβαίνουμε πως η ρύθμιση ετούτη καταντά μια χρονοβόρα γραφειοκρατική διαδικασία, η οποία δεν έχει ελπίδες να τελεσφορήσει παρά κατόπιν εορτής. Της απαντάει, σε κάποιο βαθμό, ο καθηγητής Σαρηγιάννης στο #2, πιο κάτω.

Τώρα, δε χρειάζεται να είναι κανείς φιλόσοφος για ν' αντιληφθεί πως οι γραφειοκρατικές διαδικασίες είναι αναπόφευκτα χρονοβόρες, όση καλή διάθεση και να υπάρχει. Φυσικά, στους καθημερινούς μας προβληματισμούς, δεν αντιμετωπίζουμε αναλόγως τις αντίστοιχες καταστάσεις. Συνήθως, κουνάμε το κεφάλι, συγκατανέβοντας μελαγχολικά : πόσες φορές έχει ακούσει κανείς για περιπολίες συνεπείς στα ραντεβού τους : την ώρα της διάρρηξης, το λεπτό του βιασμού ή τη στιγμή του φόνου; Σχεδόν εξ ορισμού το έγκλημα προηγείται και δεν είναι παρά θέμα τύχης να το προλάβει κανείς εν τη τελέσει του. Είναι, δηλαδή, άδικο να επιρρίπτουμε τις ευθύνες στο άσυλο ή άλλες υπεκφυγές, όταν πουθενά στην κοινωνία η δράση δεν είναι όσο άμεσος θα επιθυμούσαμε - εκτός κι αν είσαι τράπεζα. Στο σημείο αυτό, τον πρώτο λόγο δέον θα ήταν να τον έχει η πρόληψη, μα τούτα είναι βέβαια ψιλά γράμματα για οποιαδήποτε κυβέρνηση, πόσο μάλλον για μία δεξιά.

Το πρόβλημα στις κουβέντες αυτές είναι πως πρέπει ο πολίτης να κάτσει και να σπουδάσει νομικά, προκειμένου να παρακολουθήσει τους σοφιστικούς συλλογισμούς κάθε πλευράς, δίχως κενά ή παγίδες. Εφόσον, ωστόσο, σε κανένα από τ' άρθρα του συρμού δε διευκρινίζεται διαφορετικά, δικαιούται πράγματι κανείς να χαρακτηρίσει το νόμο αδικαιολόγητα ασαφή ως προς το ποιος μπορεί να καταγγείλει ποιον και σε ποιον. Αδικαιολόγητα απούσα βλέπω, επίσης, οποιαδήποτε φοιτητική πρόταση ή αντιπρόταση (μέχρι εκεί που βάσταξε η έρευνά μου), ώστε ν' απλοποιηθούν και να διευκολυνθούν οι επεμβάσεις για τις δυο-τρεις κακουργηματικές πράξεις, οι οποίες μας βρίσκουν όλους σύμφωνους - όπως έγινε π.χ. στο ΑΠΘ το 2018. Η ανευθυνότητα προφανώς δεν είναι μόνο κρατική : η θεσμοθέτηση συνιστά μια χαρά άλλοθι και για τη φοιτητική ραθυμία του πέρα βρέχει, οι οποίοι φυσικά νίπτονται χειροπόδαρα.

Τώρα, εύλογα ερωτήματα που προκύπτουν από τα προηγούμενα, για κάποιον αδαή :

α. Κάθε φορά που συντελείται κακούργημα, εκτός πανεπιστημίου υπάρχει κάποιος που το χαρακτηρίζει, πέραν της Αστυνομίας;

β. Είναι δουλειά του πανεπιστημιακού οργάνου να χαρακτηρίσει το έγκλημα, όταν και το ίδιο θα βασίζεται μόνο στη μαρτυρία του καταγγέλοντα; Ποια η διαφορά με το να γίνει η καταγγελία απευθείας στην Αστυνομία;

γ. Πόσο δύσκολο είναι πια, μετά από τόσες δεκαετίες, να μην έχει ακόμη επιτευχθεί μια κοινά αποδεκτή λύση, όσον αφορά στις εξώφθαλμες παραβιάσεις όπως καταγγελίες βιασμών ή εμπορίας; Πού κρύβεται η υστεροβουλία και πού η ανικανότητα σ' αυτή τη διελκυστίνδα αποτυχίας σύμπασας της κοινότητας;

Σημείωση #2

Επί του ζητήματος του χαρακτηρισμού, ο καθηγητής Γ.Μ.Σαρηγιάννης τοποθετείται ως εξής :

«Για ένα τέτοιο συμβάν -ισχυρίζονται οι κύκλοι αυτοί- μέχρι να συγκληθεί το Πρυτανικό Συμβούλιο ή έστω να ειδοποιηθεί ο πρύτανις να επιτρέψει την είσοδο της Αστυνομικής Αρχής και το έγκλημα θα έχει συντελεστεί και οι δράστες θα έχουν διαφύγει (συνήθως αυτά συμβαίνουν βραδινές ώρες με ελάχιστη παρουσία μελών της Πανεπιστημιακής Κοινότητας).

Νομίζω ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όχι ο πρύτανις (ή το Πρυτανικό Συμβούλιο ή η Σύγκλητος) χρειάζεται να πάρει Αποφάσεις, αλλά αρκεί ο απλός κλητήρας υπηρεσίας, ο οποίος μπορεί να καλέσει το «100» να αντιμετωπίσει το συμβάν, χωρίς κανένα πρόβλημα «παραβίασης του Πανεπιστημιακού Ασύλου».

Οχι ο κλητήρας, που σίγουρα έχει πείρα από την εργασία του, αλλά και η γάτα μου σίγουρα μπορεί να ξεχωρίσει μια πολιτική πράξη από μια παραβατικότητα του κοινού Ποινικού Δικαίου και είναι σε θέση να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο συμβάν.

Το γιατί δεν θεσπίζεται μια τέτοια διάταξη, είναι απλώς η παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης: ο φοιτητικός χώρος δεν εμπιστεύεται τη Διοίκηση και δεν είναι σίγουρος ότι δεν θα κληθεί το «100» ή ολόκληρη διμοιρία των ΜΑΤ, όχι για να συλλάβει δυο κλεφτρόνια, αλλά για μια πολιτική πράξη όπως αυτές που αναφέρθηκαν πριν.»

Σημείωση #3

Με αφορμή μια ατάκα του Απόστολου Δοξιάδη, πως ο νόμος του 1982 ήταν καταστροφικός, ακόμα κι αν στέκει, διαβάζοντας τις περιστάσεις και τις διαστάσεις τις εποχής εκείνης, έχω την εντύπωση πως υπήρχε μια κοινωνική πίεση - δεν είχαν περάσει καν δέκα χρόνια από το Πολυτεχνείο - η οποία καθιστούσε τη θεσμοθέτηση, σε κάποιο βαθμό, αναπόφευκτη. Αν επομένως, στη μετεξέλιξη του θεσμού, αναδύθηκε κάποια καταστροφική παράμετρος, μάλλον θα πρέπει ν' αναζητήσουμε τα αίτιά της σε λόγους βαθύτερους των νομικών. Είναι το ίδιο με το ερώτημα που έθεσα νωρίτερα: τι 'ναι που στραβώνει πρώτο, η κοινωνία ή το άσυλο;

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

Κρατόσφαιρα #01

Σαν πιάσει να μιλήσει κανείς για τις αποχρώσεις ενός εκρηξιγενούς αισθήματος ή για τη σπορά που αφήνει το βαθύ όργωμα ενός βιώματος, σαν πιάσει δηλαδή να στριμώξει τα ζωντανά του σωθικά στα προμελετημένα καλούπια της καθομιλουμένης θα διαπιστώσει πως η εσωτερική ζωή ξεχειλίζει κι αντιστέκεται στον τιθασεμό. Σαν το εικαζόμενο σεντόνι του Χαλεπά πάντα κάτι θα περισσεύει, κάτι θα μένει ξέσκεπο. Σημαίνει πως δε χωρούν τα πάντα στις κοινές λέξεις, δηλαδή στις κανονικότητες των λεξικογραφικών ορισμών τους. Γι' αυτό κι ο άνθρωπος - ο άνθρωπος δηλαδή εκείνος που έχει κάτι να εκφράσει και δεν είναι κύμβαλο αλαλάζον - είναι αναγκασμένος να βρίσκει πάντοτε στήριγμα στην πράξη και την ποίηση προκειμένου να θεμελιώσει την ύπαρξή του στον κόσμο. Γίνεται, δηλαδή, ο άνθρωπος πολίτης και δημιουργός. Αν δεν είναι κανείς παντελώς ζώον θα πρέπει να παραδεχτεί πως τόσο στην ανθρώπινη υπόσταση όσο και στην κοινωνία θα υπάρχει πάντοτε κάτι το οποίο θα διαφεύγει, κάτι που θα παραμένει άρρητο και ανερμήνευτο, με όποιο μέτρο κι αν αποφασίσουμε να μετρηθούμε. Ο άνθρωπος που φοβάται την αληθινή ελευθερία δε μπορεί να τη χωνέψει ετούτη την παραφωνία, που ξεγλιστρά από τα ρυθμικά και καθησυχαστικά του εμβατήρια. Γελώ όταν ακούω ανθρώπους που παλεύουν να κατανοήσουν τον κόσμο με μόνα τους εργαλεία την τάξη και τη νομιμότητα. Λέω : πρόκειται μάλλον γι' ανθρώπους εσωτερικά νεκρούς και δίχως την παραμικρή ελπίδα. Αλλά συνάμα τρομάζω. Γιατί όπως είπαμε, το ζωντανό ξεχειλίζει απ' το καλούπι και λυσσά να δραπετεύσει κι έτσι τρομάζω σαν πεισμώνουν μερικοί να καλουπώσουνε τ' ανθρώπινα, δηλαδή τους ανθρώπους. Καθώς, τότε, εκείνο που θα περισσεύει δεν θα 'ναι αέρινα αισθήματα και προσωπικές ιδιοτροπίες μ' αληθινά διαμελισμένα σώματα, πετσοκομμένα μεριά, τσακισμένα ποδάρια, κεφάλια ανοιγμένα απ' άκρη σ' άκρη, κορμιά εις τον αφρό της θάλασσας τουμπανιασμένα. Έννοιες όπως άσυλο, αλληλεγγύη, ανθρωπιά είναι αδύνατον να τις βαστάξουν τα κοινά λογάκια του συρμού και οι κοινές νομοθεσίες. Είτε είναι καταστάσεις ύπαρξης και ζωντανές θεμελιωμένες σχέσεις των ανθρώπων, είτε δεν υπάρχουν καθόλου. Θέλω να πω : δεν υπάρχει ευκολότερος τρόπος, προκειμένου να καταστήσεις γράμμα κενό και απολίθωμα τ' οποιοδήποτε κοινωνικό ή πολιτικό κεκτημένο, άλλος απ' το να αναθέσεις στο Κράτος και τη νομοθεσία - οποιουδήποτε χρώματος - την επιμέλειά του.

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

Αναρχικό στιγμιότυπο [Νο 1]

Όταν δε λειτουργεί σωστά εκείνο που απεχθάνεσαι, όταν αποτυγχάνει παντελώς εκείνο που μισείς ή φοβάσαι, η χαιρεκακία πάει σύννεφο και μάλιστα δίχως την παραμικρή ενοχή. Αν για παράδειγμα, ένας γλιτσερός φασιστάκος (ακροδεξιού τύπου) σκοντάψει και του καρφωθεί το μαχαίρι στη βουβωνική χώρα, το πρώτο συναίσθημα που θα νιώσω και με κάθε τιμιότητα είναι εκείνο (δεν το κρύβω) της ανακούφισης. Σα να λέμε : επιτέλους, ένας μαλάκας λιγότερος! Βέβαια, κάποιες τύψεις θα καταφτάσουν κάποτε, αλλά σε χρόνο δεύτερο ή δέκατο-δεύτερο. Δε μιλώ για τίποτα υποκριτικές εκλογικεύσεις, στη βάση ηθικών επιταγών και τα συναφή. Μιλώ για τύψεις ειλικρινείς και πηγαίες, μα όπως και να το κάνουμε καθυστερημένες και στο κατόπι της από μηχανής «δικαίωσης». Για να μην υπάρχει ωστόσο παρεξήγηση, δεν πρόκειται για τύψεις αναίρεσης του πρωταρχικού αισθήματος, για μετάνοια. Όχι. Πρόκειται για τύψεις μιας χαμένης ευκαιρίας. Σα να λέμε μιας νίκης που μας τη στέρησε η τυχαιότητα. Κάθε "εχθρός" που αφανίζεται, πέραν από το λυπηρό της ακυρωμένης ύπαρξης, είναι ένας αποτυχημένος διάλογος ή μια ανεπίτευκτη ανακωχή. Ετούτη είναι η πραγματική ήττα : μια συνεννόηση, η οποία ουδέποτε ευοδώθηκε μέσα σε μια ισορροπία δυνάμεων ή στη βάση μιας αμοιβαιότητας. Θα μου πείτε τι είδους αμοιβαιότητα θα μπορούσε ποτέ να συνδέσει την καταφάσκουσα ζωή με το θάνατο του φασισμού; Ιδεολογικά καμία. Ωστόσο κανείς άνθρωπος δεν είναι ένα παγιωμένο στιγμιότυπο κι ιδεολογικός γρανίτης, ένας ερμηνευτικός μονόλιθος άπαξ και διαπαντώς αυτοσυνεπής. Σε αυτό το διαρκές γίγνεσθαι πάντα θα παρεισφρέει μια ελάχιστη ή μέγιστη ελπίδα, να χτιστεί επιτέλους ένα γιοφύρι της Άρτας πάνω στο θεμέλιο ενός κοινού λόγου ή μιας κοινής εμπειρίας. Όχι δίχως την απαραίτητη θυσία, δεν τ' αρνούμαι. Ελπίζοντας όμως, ετούτη τη φορά, να θυσιαστεί κάτι από τους εαυτούς μας, αντί των τυχαίων ή άτυχων εξιλαστήριων θυμάτων.

Όταν από την άλλη αποτυγχάνει εκείνο που αγαπάς, εκείνο που συμμερίζεσαι και πάνω του χτίζεις τις ουτοπίες σου, συλλογιέσαι τη ζωή σου ή έστω τον πολιτικό σου εαυτό, τότε τα πράγματα παύουν να είναι αστεία κι από ένα σημείο και μετά ξεπερνούν ακόμα και τα όρια της στεναχώριας ή της απογοήτευσης : απλά εξοργίζεσαι με τη μαλακία των ανθρώπων! Μιλώ, φυσικά, για τον αναρχισμό και τους αναρχικούς κι αποφεύγω τα κεφαλαία, ώστε ν' αποσυνδέσω τις έννοιες από τ' απολιθώματα των «ιδεολογιών». Ο αναρχισμός (οι λέξεις πραγματικά τον αδικούν) είναι μια χαρά θέαση του κόσμου γιατί είναι διαλεκτική με τον κόσμο και όχι κατάκτηση κι επιβολή. Αναρχικός είναι ο άνθρωπος εκείνος που βρίσκεται σ' ένα διαρκή αγώνα απελευθέρωσης. Για παράδειγμα ο μέσος αστός δε μπορεί να είναι ένας άνθρωπος καταρχήν ελεύθερος γιατί είναι δέσμιος των ιδεολογημάτων και των υλικών του μέσων. Ο αναρχικός του συρμού και της μαζικής παραγωγής είναι το ίδιο δέσμιος, φυσικά, γιατί και τούτος αστός είναι κατά βάση. Αλλά είναι μεγάλη κουβέντα αυτή. Είναι αλήθεια πως υπάρχουν άνθρωποι με ψυχή τόσο ελεύθερη, ώστε τρομάζεις κι αποθαρρύνεσαι από τον προσωπικό σου εξανδραποδισμό. Είναι επίσης αλήθεια, παρόλα αυτά, πως η ελευθερία είναι μια διαρκής κατάκτηση και ατελεύτητη ωρίμανση. Ετούτο το τελευταίο, στο βαθμό που ισχύει, παρηγορεί κάπως εμάς τους ελευθεριακά ανάπηρους. Από την άλλη τώρα, οι αναρχικοί όχι ως ορισμός μα ως άνθρωποι, μάλλον ορθότερα ως πολιτικά πρόσωπα, μου φαίνονται κάπως για το μπούτσο και μάλιστα σε ποσοστό που ανησυχεί. Για άλλη μια φορά δε θα μιλήσω εν γένει για τον αναρχισμό, αν και κάποτε φιλοδοξώ να το κάνω μόνο και μόνο για τη ματιά του κόσμου που μου χάρισε και την αφύπνιση, αλλά θα μιλήσω με αφορμή κάποιο περιστατικό, όπως παλαιότερα είχα μιλήσει με αφορμή μια ανακοίνωση , από εκείνες του συρμού. Το πρόσφατο ανακοινωθέν περιστρέφεται γύρω από την αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας Μαρία Ευθυμίου και μερικά ευτράπελα που πρόκειται να σχολιάσουμε.

Εν όψει των επερχόμενων εκλογών, όπου τα πράγματα φαίνεται να πηγαίνουν απ' το κακό στο χειρότερο, με τις γαλάζιες εκσπερματίσεις πάλι προ των πυλών, έτοιμες να γονιμοποιήσουν ό,τι απόμεινε ακόμη παρθένο, τα πνεύματα στον ελευθεριακό κι ελευθεριάζοντα χώρο έχουν αρχίσει πιθανότατα να οξύνονται. Όλο και κάποια νέα Βίλα Αμαλίας μας περιμένει στη συμβολή των οδών Ιστορίας κι Επανάληψης κι ανησυχώ ότι θα γίνουμε και πάλι μάρτυρες εξαιρετικών αντιπαραθέσεων. Μέσα σ' όλα φαίνεται πως ετούτη η Ευθυμίου έπιασε να σκαλίζει τα κακάδια από τις κλασικές πληγές περί ασύλου και καταλήψεων με αποτέλεσμα να βρεθεί στο στόχαστρο πολλών κι αιχμηρών σχολίων. Μέσα στα αιχμηρά ετούτα περιλαμβάνεται και το χαριτωμένο ραβασάκι, το οποίο ανάρτησε το «Αναρχικό Στέκι της Φιλοσοφικής» εδώ κι εκεί , προκειμένου να μας ενημερώσει για τα καθέκαστα. Βασικά, το σύντομο ανακοινωθέν θα ήταν όντως χαριτωμένο αν δεν ήταν παντελώς ηλίθιο μα κι επικίνδυνο, καθώς προοικονομεί την ασυναρτησία που κυοφορείται στους αναρχικούς εγκεφάλους των δεκαετιών που πρόκειται ν' ακολουθήσουν! Θα γελούσα αν δεν ήμουν φανερά εκνευρισμένος κι αν δεν ένιωθα βαθιά ηττημένος απ' την ανοησία των ανθρώπων, με τους οποίους θα επιθυμούσα κάποτε να φτιάξω κάποιας μορφής κοινό μέτωπο (θα μου πεις : πότε; στα γεράματα; έχεις κοντέψει να πεθάνεις 3-4 φορές, τι περιμένεις;). Φυσικά δεν είναι όλοι οι αναρχικοί ίδιοι όπως δεν είναι κι όλοι οι άνθρωποι. Στο βαθμό, ωστόσο, που ανακοινώσεις αποφασίζονται από συλλογικότητες και όχι άτομα, ομολογώ πως έχω πολύ καιρό να διαβάσω ένα κάλεσμα, το οποίο να είναι πραγματικό μπόλιασμα και λίπασμα καρδιάς και όχι, άντε, μια ακόμα υποχρέωση που πρέπει να βγει μέχρι το τέλος της βδομάδας - όπως ας πούμε πληρώνουμε εμείς οι μικροαστοί το λογαριασμό του ρεύματος. Στην πραγματικότητα οι επαναστατικές προκηρύξεις ήταν μια ζωή το ίδιο αποξηραμένες κι άψυχες. Ευτυχώς που υπάρχουν κι οι αναρτήσεις στα διάφορα ιστολόγια, οι οποίες σώζουν όχι μόνο τα προσχήματα αλλά και την ελπίδα στον Άνθρωπο. Όσον αφορά, ωστόσο, στο θέμα της Ευθυμίου, εδώ δεν πρόκειται να συζητήσουμε τα φλέγοντα περί καθηγητικής αυθαιρεσίας και πανεπιστημιακού ασύλου - η προσωπική μου θέση δεν είναι του παρόντος - αλλά θα κουβεντιάσουμε κατά πόσο η ανακοίνωση της αναρχικής συλλογικότητας συνιστά καθαρή και τίμια πολιτική θέση ή, αντιθέτως, πρόκειται για ένα κωλόχαρτο του κερατά.

Το βασικότερο πρόβλημα με το ζήτημα της κυρίας Ευθυμίου είναι πως δεν έχουμε όλοι οι αναγνώστες κοινά βιώματα με τους συντάκτες του κειμένου κι έτσι εκείνο που στους τελευταίους θεωρείται δεδομένο, σε μας τους υπόλοιπους είναι αφετηρία και σημείο μηδέν - συμβαίνει ωστόσο και σ' αυτούς τους ίδιους τους φοιτητές, να μην έχουν δηλαδή όλοι ιδία εμπειρία όλων των καθηγητών. Ας υποθέσουμε πως η συλλογικότητα δεν είχε κατά νου την έκταση που θα δινόταν στο γεγονός κι ότι, κατά συνέπεια, η ανακοίνωση γράφτηκε με στενές αναγνωστικές φιλοδοξίες, ανυποψίαστη ότι θα έπεφτε στην αντίληψη πολλών και άσχετων με τη σχολή ή το χώρο. Τέλος πάντων, πάμε να εξετάσουμε αν πρόκειται για ακραιφνές πολιτικό κείμενο ως θα όφειλε κι όχι για ξεκαθάρισμα λογαριασμών - προσωπικών ή άλλων. Καθώς πολλοί από εμάς ούτε την κυρία Ευθυμίου γνωρίζουμε προσωπικά, ούτε και κανέναν πικραμένο από τ' Αναρχικό το Στέκι, οφείλουμε λοιπόν να διατηρούμε όμοιο σκεπτικισμό - για να μην πω καχυποψία - έναντι και των δυονών. Ενιστάμενος στον ίδιο μου τον εαυτό, ωστόσο, οφείλω να επισημάνω ότι η κυρία Ευθυμίου ως καθηγήτρια δεν είναι ίσα κι όμοια με το χαμηλόβαθμο φοιτηταριό. Είναι όχι μόνο θεωρητικά αλλά και θεσμικά παράγοντας εξουσίας, τη στιγμή που οι φοιτητές είναι με διάφορους τρόπους υποκείμενοι σε αυτήν, όπως τέλος πάντων και στον οποιονδήποτε καθηγητή. Ωστόσο, το θεσμικό της ρόλο η κυρία Ευθυμίου (όπως κι η κάθε Ευθυμίου) δεν θα μπορούσε να τον αποκηρύξει, με τρόπο διαφορετικό απ' την παραίτησή της, κάτι που θα ήταν άδικο να το ζητήσουμε, όπως δεν το ζητούμε π.χ. απ' τους καθηγητές της δευτεροβάθμιας, οι οποίοι θεσμικά είναι επίσης όργανα γραφειοκρατικής ή άλλης εξουσίας. Οπότε το μόνο που μας απομένει να καταφέρουμε είναι να διαπιστώσουμε, με κάποιον τρόπο, το καθαυτό ήθος της κυρίας Ευθυμίου. Ως προς αυτό, φυσικά, η ανακοίνωση δε μας βοηθάει περισσότερο απ' όσο τα φυλλάδια που μιλάνε για τη ζωή και τα θαύματα του Παΐσιου.

Τούτων λεχθέντων, λοιπόν, ας επιστρέψουμε στο αρχικό ζητούμενο. Ο ανυποψίαστος αναγνώστης δεν είναι δυνατόν να μη σταθεί με απορία κι έκπληξη, ξεκινώντας την ανάγνωση : η πρώτη παράγραφος του ανακοινωθέντος είναι η χαρά του ψυχαναλυτή. Η κλάψα πάει σύννεφο και η μία δακρύβρεχτη ιστορία διαδέχεται την άλλη. Οι τρυφεροί βλαστοί, απ' τους οποίους παράγεται η μαύρη ζάχαρη του φοιτητικού εσπρέσο, λυγούν κι υποχωρούν ανυπεράσπιστοι μπροστά στην πρώτη ειρωνία, στην πρώτη απαξίωση ή στο κάτω-κάτω στην πρώτη σκληρή κουβέντα ή αυστηρότητα. Οι αναρχικοί μαχητές αντί να αντιπαραβάλουν πολιτικά τα δύο διαφορετικά ήθη που θεωρούν πως συγκρούονται εντός του πανεπιστημιακού χώρου, ξαπλώνουν στο ντιβάνι του Φρόυντ και μας βγάζουνε τα σώψυχά τους, όπως οι γιαγιάδες που κάθονταν δίπλα μας στις ατελείωτες διαδρομές των ΚΤΕΛ. Μάλιστα δίχως να μας λένε και τίποτα πρωτότυπο, πέραν δηλαδή των γραφικών ανέκδοτων ιστοριών που συνειδητοποιώ πως έχουν παραμείνει απαράλλαχτες εδώ και τριάντα χρόνια κι απ' τις οποίες όλο και κάτι έχουμε οι περισσότεροι να διηγηθούμε, απ' όσους τρίψαμε και πέντε παντελόνια σε κάποιο αμφιθέατρο. Αλλά δεν το κάναμε και ζήτημα. Θα μου πεις «σιγά ρε καραγκιόζη, που είχες και πολιτική συνείδηση στα είκοσι, τότε που αγόραζες ακόμα Βήμα και διάβαζες και Πρετεντέρη». Σωστό κι αυτό και δηλώνω ταπεινά ένοχος. Όσον αφορά, ωστόσο, στην καταδίκη μιας συμπεριφοράς χρειάζεται και μια στοιχειώδη συναισθηματική ευφυΐα κι είναι, παρόλα αυτά, εξαιρετικά δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς που σταμάτα η απλή ανθρώπινη ιδιοτροπία και το δύστροπο του χαρακτήρα και πού ξεκινά η κατάχρηση της εξουσίας. Μια καθηγήτρια που προσβάλλει κάποιον για τις γεωγραφικές, τις ορθογραφικές ή τις σεξουαλικές του ελλείψεις είναι φυσικά ένας άνθρωπος αγενής, είρων και ακοινώνητος, αλλά δεν είναι απαραίτητα το τέρας της φύσης και του καπιταλισμού που θέλουν να την παρουσιάσουν οι αναρχικοί φλώροι. Ούτε ακόμη συνεπάγεται η αγένεια κατάχρηση εξουσίας, αυθαιρεσία και άλλα παρόμοια δεινά. Η αγένεια συνεπάγεται την αγένεια, άντε και τα μοναχικά γεράματα, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Προκειμένου να κρίνουμε πολιτικά έναν άνθρωπο τα προσωπικά μας αισθήματα σίγουρα δεν είναι το καταλληλότερο κριτήριο. Για να καταδειχτεί η εικαζόμενη αυθαιρεσία, απαιτούνται σαφέστερα προσδιορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια, απ' ότι τα δάκρυα μιας ροζ πριγκίπισσας ή έστω μιας ευαίσθητης ψυχής. Απαιτούνται γεγονότα τα οποία να μπορούν να διασταυρωθούν απ' τον καθένα κι επίσημες καταγγελίες. Ο λόγος σου προς το λόγο μου δε συνιστά, φυσικά, ούτε ξώφαλτσα, ούτε κατά σύμβαση τέτοιο κριτήριο και, φυσικά, σε καμία περίπτωση δε συνιστά πολιτικό λόγο.

Η τρικυμία εν κρανίω, η οποία ταλανίζει τα κακόμοιρα παιδιά της Φιλοσοφικής, τα κάνει να συγχέουν την απόδειξη μ' ένα συμβάν, μια φήμη ή ένα κουτσομπολιό, κάτι που δεν δικαιολογείται από ανθρώπους, οι οποίοι οφείλουν να έχουν μιαν ελάχιστη τριβή με τους κανόνες της λογικής συμπερασματολογίας. Το «ορισμένα άτομα αποχωρούν κλαίγοντας απ' το γραφείο της» δε συνιστά φυσικά «απόδειξη», αλλά μια γλαφυρή εικόνα. Για μένα που είμαι άσχετος δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από ένα συνηθισμένο, γραφικό περιστατικό, το οποίο δεν είμαι βέβαιος, ακόμα κι εκείνοι οι φοιτητές άλλων ετών, αν και κατά πόσο είναι σε θέση να εξακριβώσουν. Οι προηγούμενες καταγγελίες, όχι μόνο δε συνιστούν αποδείξεις των αποδιδόμενων, αλλά δε συνιστούν μήτε στο ελάχιστο ενδείξεις. Θα μπορούσα κάλλιστα να φανώ κακεντρεχής και να πλάσω μια εντελώς αντίθετη ιστορία, από τα ίδια φαινόμενα. Για παράδειγμα πως πρόκειται για φοιτητές ανεπρόκοπους και γλειψιματίες, οι οποίοι με πλάγια μέσα επιχείρησαν να κερδίσουν την όποια εύνοια κι εφόσον έφαγαν πόρτα, αποχώρησαν κλαψουρίζοντας με την ουρά στα σκέλια, σχεδιάζοντας τη φαρμακερή τους εκδίκηση με θεατρινισμούς και τερατολογίες, επιπέδου νηπίου : θα σου δείξω εγώ και θα το πω στον μπαμπά μου. Θα μπορούσε ακόμα να συνέβη σε δυο-τρεις παρατρεχάμενους της αναρχικής παρεούλας, εξού κι η υπερβάλλουσα ευαισθησία. Γιατί φυσικά όπως κι εμείς οι κοινοί θνητοί, έτσι και οι αναρχικοί δεν είναι τίποτα ασκητές στο απυρόβλητο κι υπεράνω των κοινών ανθρώπινων ελαττωμάτων και της μικρότητας. Τι 'ναι εκείνο που καθιστά μια αναρχική δήλωση περισσότερο αξιόπιστη από την αντικείμενή της; Τι 'ναι εκείνο που κάνει μια ιστορία πειστικότερη από μιαν άλλη; Θα μου πείτε : μα φυσικά η κοινή εμπειρία, η οποία φυσικά απουσιάζει σ' εμάς που βρισκόμαστε εκτός χορού και χώρου. Γι' αυτό και, κατά τη γνώμη μου, ο καλύτερος τρόπος να επιλύονται παρόμοια ζητήματα είναι καθαρά εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας, όπου η κοινή εμπειρία συνιστά όντως μια μορφή γνώσης μεταξύ των μελών της. Δεν είναι υποχρεωτικό κάθε γνώση να μπορεί να μεταλαμπαδεύεται εξίσου πειστικά και με άλλον εκφραστικό τρόπο, σε μένα, σε σένα ή σε οποιονδήποτε εξωτερικό παρατηρητή. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο θα πρέπει οι ανακοινώσεις αυτού του είδους ν' αποφεύγουν τις ad hominem κακοτοπιές, που δεν προσφέρουν τίποτα - μα ίσα-ίσα αποστερούν από τα δίκαια το δίκαιο - και να συντάσσονται πάνω σε μια διαφορετική λογική, η οποία να μην είναι της καφετερίας και του μεταξύ μας, αλλά περισσότερο πολιτική και εννοιολογική - εφόσον δεν υπάρχουν άλλες, επίσημες παραπομπές.

Η δεύτερη παράγραφος δεν εξελίσσεται καλύτερα από την πρώτη, παρά επεκτείνεται τώρα από το χώρο του γραφείου και του διαδρόμου στο χώρο των καθηγητικών παραδόσεων. Η κυρία Ευθυμίου κατηγορείται για «ταξική μεροληψία» και «ιδεολογική προπαγάνδα ... με απώτερό της στόχο να διαμορφώσει πειθήνιες στο καπιταλιστικό σύστημα συνειδήσεις». Ξαφνικά, από τα δάκρυα της Μάρθας Βούρτση περάσαμε στον κλασικό ξύλινο λόγο της επαναστατικής αερολογίας, όπου χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Σαν τον τετράχρονο πιτσιρικά που έμαθε τη λέξη «μαλάκας» και την κολλάει παντού, δίχως να ξέρει καλά-καλά τι σημαίνει, είναι αδύνατον να διαβάσει κανείς μιαν ανακοίνωση της προκοπής δίχως να σκοντάψει στα χιλιομασημένα. Είναι αξιοσημείωτο πώς ο λόγος νέων παιδιών ζέχνει κάτι από μούχλα Ριζοσπάστη. Καρδιές ελεύθερες, ανοιχτές στην ποικιλία και την αλλαγή, στον ανθρώπινο συγχρωτισμό και την αλληλεπίδραση, δεν εκφράζονται με καταγρατζουνισμένες «ταξικές μεροληψίες» και «ιδεολογικές προπαγάνδες». Περιμένα από νέα παιδιά να μιλήσουν μ' ενθουσιασμό και λόγο ζωντανό, με νέα γλώσσα και νέες εικόνες του κόσμου. Αντ' αυτού έχουμε τους Μπέντζαμιν Μπάτον του αναρχισμού, οχδοντάχρονους γεροξεκούτηδες ή γεροξεκούτισσες με όψη νέων, αλλά νόες ήδη αφυδατωμένους από κάθε ικμάδα και πρωτοτυπία. Μα έχει πλάκα να το πούμε και τούτο : παρακολουθώντας κανείς τα σχόλια στο διαδίκτυο, κατά κύριο λόγο, του δημιουργείται η εντύπωση πως η κυρία Ευθυμίου είναι μια σιχαμένη αριστερή αποδομίστρια των πάντων, από εκείνες που φέραν την Ελλάδα εδώ που τη φέρανε. Τώρα μαθαίνουμε απ' τους αναρχικούς πως όχι, το ακριβώς αντίθετο, πρόκειται για καπιταλίστρια του κιαρατά. Πιάσε τ' αυγό και κούρευ'το! Πίσω στο θέμα μας, όμως, δεν υπάρχει πιο τετριμμένο και βαρετό πράγμα στον κόσμο απ' το να κατηγορήσεις έναν οποιονδήποτε ιστορικό για μεροληψία, στο βαθμό που όλοι οι άνθρωποι είμαστε δέσμιοι των διηγήσεών μας κι ούτε ο Θουκυδίδης δεν ξέφυγε της κριτικής. Είναι όμως αδύνατο ή έστω παρακινδυνευμένο να πιάσει και ν' αποδίδει κανείς προθέσεις και σκοποθεσίες, δεξιά κι αριστερά. Εδώ οι καλοί αναρχικοί εκτροχιάζονται και βάζουν άγαρμπα τρικλοποδιά στους εαυτούς τους. Αποδίδουν στην Ευθυμίου προθέσεις και στραγητικούς σχεδιασμούς, ωσάν να επρόκειτο για κανένα μυστικό πράκτορα των καπιταλιστικών αγορών ή το Βελόπουλο, αντί για μια γραφική καθηγήτρια, με κάποιο πάθος και το θάρρος παρόλα αυτά της γνώμης της - όσο ανόητη κι αν ακούγεται η τελευταία στ' αυτιά του οποιουδήποτε. Με άλλα λόγια την πλάθουν περισσότερο επικίνδυνη απ' ό,τι πιθανότατα είναι, γιατί πώς να το κάνουμε, κάποιος πρέπει να παίξει και το ρόλο του βαρβάρου.

Για να μην πλατειάσουμε κι άλλο, η τρίτη και τέταρτη παράγραφος, μας παρουσιάζουν επιτέλους μια κάποια στοιχειώδη πολιτική κριτική, δε μας εξηγούν παρόλα αυτά το σημαντικότερο. Εδώ ανακύπτει για μία ακόμη φορά των αιώνιο πρόβλημα των αναρχικών ή γενικά των αριστερών προκηρύξεων : δεν αποφασίζουν να πάρουν επιτέλους θέση αν απευθύνονται στην κοινωνία (και άρα στον οποιονδήποτε) ή αν απευθύνονται στους ομοίους τους. Γιατί αν απευθύνονται στους ομοίους τους, τότε πάω πάσο κι οι κατά καιρούς προκηρύξεις δεν έχουν χρεία καμιάς περαιτέρω αιτιολόγησης - θα τολμούσα να πω, μάλιστα, πως είναι κι εξαιρετικά φλύαρες. Αν ωστόσο απευθύνονται στους πάντες, το ζητούμενο δεν είναι να μας περιγράψουν μόνον εκείνο που τους απασχολεί, αλλά και τους λόγους για τους οποίους τους απασχολεί. Κι όλα αυτά, επιπλέον, σε μια γλώσσα κοινή και κατανοητή στους πάντες. Αντ' αυτού, συνήθως παραπαίουν σ' εκείνο το νεφελώδες πουθενά, απευθυνόμενοι προς ολόκληρη την κοινωνία, σε μια αντικαπιταλιστική «καθαρεύουσα», την οποία διαβάζουν μόνον οι μυημένοι. Έτσι κι εν προκειμένω, δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να μας απαριθμήσει κανείς, μία προς μία, τις πλέον «κατάπτυστες» απ' τις δηλώσεις της όποιας Ευθυμίου, όταν παίρνει την ερμηνευτική οδό ως δεδομένη και με γράφει στα παπάρια του. Με τον τρόπο αυτό, καταρχάς, δε σέβεται ούτε τον αναγνώστη, θεωρώντας τον ή τόσο μονοδιάστατο ή τόσο χάπατο, ούτε τον εαυτό του, θεωρώντας πως έχει το αλάνθαστο κι άρα καταλήγοντας να μονολογεί, αντί να προκαλεί διάλογο. Για ποιον ακριβώς λόγο, τώρα, οι όποιες δηλώσεις της Ευθυμίου συνιστούν δεινό, απειλή, προσβολή, κατάχρηση, αυθαιρεσία και τέλος πάντων κάτι στο οποίο αξίζει κανείς ν' αντιταχθεί, δεν πρόκειται φυσικά να μάθουμε ποτέ, τουλάχιστον όχι από ετούτη την προκήρυξη. Σημειώνουμε πως ούτε μεταξύ των φοιτητών αποτελούν ομοφωνίες κι ομοϊδεασμούς έννοιες όπως το άσυλο, η απεργία, η εξουσία, η κατάληψη και τα λοιπά, στο βαθμό που κι οι ίδιοι μόλις τώρα αποκτούν τις πρώτες συνειδήσεις. Όπως σε κάθε κοινωνικό μόρφωμα και φαινόμενο, οι σχέσεις είναι διαλεκτικές και συνδιαμορφούμενες απ' το κοινό αγώνισμα της μετοχής σε αυτές κι αν παγιώνονται παγιώνονται όχι άπαξ και διαπαντός μα σε ιστορικές στιγμές ή περιόδους, όσο δηλαδή εξακολουθούν να υπάρχουν γενιές που σημαίνουν τα ίδια σημαινόμενα. Για να τελειώνουμε, είναι λογικά ασυνάρτητο να κατηγορείται για συστημικότητα οποιοσδήποτε στέκει αντίθετος ή έστω σκεπτικός προς μια κατάληψη, το άσυλο ή ό,τι άλλο, δίχως να εξετάσουμε τους λόγους οι οποίοι τον οδηγούν σ' αυτή τη στάση. Γιατί η στάση του μπορεί να εμπεριέχει κάτι περισσότερο ζωντανό και γόνιμο, απ' την παραδοσιακή προσκόλληση στα «ιερά και όσια». Καταλήγουμε δηλαδή στα τετριμμένα : αν πιάσουμε την κοινωνία και τη χωρίσουμε σε άσπρους-μαύρους (πολύ λιγότερο, στις αποχρώσεις του άσπρου και του μαύρου που εμείς αντιλαμβανόμαστε) αναπόφευκτα δημιουργούμε εχθρούς από το πουθενά, σα δηλαδή να μη μας έφταναν οι πραγματικοί εχθροί κι οι εξουσίες.

Εξίσου επικίνδυνη, ωστόσο, είναι κι ετούτη η προβληματική, η οποία ανακύπτει απ' το συνάθροισμα της αναρχικής φαφλατολογίας : κατά πόσο τελικά δικαιούμαστε να διώκουμε κάποιον για τις ιδέες και τους λόγους του, αντί για αυτές καθαυτές τις πράξεις του. Από το κύριο σώμα του κειμένου γίνεται ξεκάθαρο πως η γραφική καθηγήτρια έχει (μάλλον) κάποιες συγκεκριμένες αντιλήψεις οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με τις αντίστοιχες «αγωνιστικές». Βάζω τα εισαγωγικά γιατί κανείς δεν κατοχυρώνει δικαιώματα αγωνιστικότητας. Η Ευθυμίου, προφανώς, αγωνίζεται κι εκείνη από το μετερίζι της για ό,τι τέλος πάντων νομίζει πως καταλαβαίνει. Ωραία και τώρα, λοιπόν, τι να κάνουμε; Να πιάσουμε να την αλείψουμε πίσσα; Να τη δέσουμε σε μια σανίδα στο πειρατικό του Μαυρογένη, ωσότου παραδεχτεί πως έσφαλε και μετανοήσει; Ακόμα κι αν επιθυμεί την κατάργηση του ασύλου, θα της απαγορέψουμε να το συζητά και να το διακηρύττει; Από πότε απογορεύεται να επιθυμεί κανείς την κατάργηση του ασύλου ή ακόμα και την κατάργηση της δημοκρατίας; Μπορεί να 'ναι μαλακία, αλλά γούστο της καπέλο της να μαλακίζεται, αφού δεν πιτσιλάει κανέναν. Μέχρι εκεί φτάνει, λοιπόν, η φαντασία του «γνήσια αγωνιστικού ήθους»; Να δημιουργήσουμε μια κοινωνία φόβου του λόγου εκείνου, ο οποίος μας είναι αντίπαλος ή ανοίκειος; Κι αν ο αναρχισμός είναι τελικά το μέτρο σύγκρισης των πάντων, τον αναρχισμό τελικά ποιος θα τον κρίνει;

Θα περίμενε τώρα κανείς, κλείνοντας ετούτη η προκήρυξη, να ορθώσουν οι συντάκτες της ένα μεγαλειώδες ανάστημα παντελώς διαφορετικού ήθους από εκείνο που αντιπαλεύουν. Θα περιμέναμε ν' ανοίξουν ένα τεράστιο διάλογο, αντί να ρωτούν και ν' απαντούν μονάχοι. Θα περιμέναμε να αναλάβουν γνήσεις αναρχικές πρωτοβουλίες με διαρκείς παρεμβάσεις σε ώρες μαθημάτων, σε κιλικεία κι εξεταστικές και τέλος πάντων οπουδήποτε, ώστε να μη μείνει κανείς αμέτοχος με τη δικαιολογία της άγνοιας. Θα περιμέναμε μια πρόσκληση σε κοινή δράση, ένα ανοιχτό κάλεσμα, μια ουσιαστική δράση που δεν πάει ο νους μου! Μια συναυλία βρε αδελφε! Μπροστά σε ένα τόσο επιτακτικό και ζωτικής σημασίας ζήτημα, απ' το οποίο κρίνεται η τύχη μιας ολάκερης βουρκωμένης και παραπονεμένης γενιάς φοιτητών, και το οποίο τους εξωθεί να επιτεθούν εναντίον συγκριμένου προσώπου και όχι εναντίον θεσμού, όπως μας έχουν συνηθίσει, θα περιμέναμε να οργανωθούν με τρόπο, που θα 'δινε την εικόνα ζωντανού φοιτητικού σώματος κι όχι τους γέρους απ' το Muppet Show. Τίποτα, τίποτα, τίποτα! Τίποτε από τα προηγούμενα δε φαίνεται συγκινεί πια το φοιτητή αναρχικό, ειδικά τώρα που πιάνουνε οι ζέστες. Δεν έμειναν ωστόσο αδρανείς! Αντ' αυτών που κατέληξαν λοιπόν οι μάγκες, ποιες ήταν τελικά οι δράσεις τους; «Προχωρήσαμε» λέει «στην αναγραφή συνθημάτων»! Ε; Πως; Τι; Μετά το πύρινο και δυσφημιστικό λογύδριο που ζητά να φέρει τα πάνω-κάτω στην καθηγητική αυθαιρεσία, το μυαλό του κατ' επίφαση αναρχικού καταφέρνει να φτάσει μονάχα μέχρι το ράφι με τα σπρέι και να γράψει τον πόνο του στους τοίχους. Όχι φυσικά ως φίλια προπαγάνδα ενημέρωσης και αφύπνισης της φοιτητικής του κοινότητας, παρά σαν προσωπικό ξέσπασμα ή σεχταριστική εκτόνωση. Δηλαδή μια κίνηση αποδόμησης, παρά μια κίνηση κοινότητας. Κάτι τέτοιες μαλακίες, που ξεπερνούν κατά πολύ τα πλαίσια του φοιτητικού κόσμου και του νεαρού της ηλικίας, αλλά επεκτείνονται και στη χώρα των «ενηλίκων», κατά τη γνώμη μου στοιχίζουν πολύ στο αναρχικό κίνημα, το οποίο ούτως ή άλλως παλεύει ακόμα με τον εαυτό του. Παλεύει να ωριμάσει, αλλά αρνείται ακόμα ν' αυτοπροσδιοριστεί και ν' αναλάβει τις ευθύνες του, σαν έφηβος που γουστάρει ενδόμυχα κι αρρωστημένα την πατρική εξουσία, καθώς έτσι αποκτά υπόσταση και νόημα η δική του δράση ως αντίδραση. Έτσι φυτοζωούν και φθίνουν τα κινήματα, από ξεψυχισμένη αντίδραση σε αντίδραση (κι επί ΣΥΡΙΖΑ τον ύπνο του δικαίου) και πάντα στο περιθώριο που το Σύστημα τους επιτρέπει. Κι έτσι θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές, δίχως ποτέ στη ζωή μου να γίνω μάρτυρας (ίσως και μέτοχος) ενός συνολικού και πρωτότυπου εγχειρήματος αυτονομίας.

Μαρία Ευθυμίου : Περισσότερο αναρχική απ' τους αναρχικούς, πρώτον γιατί δεν υποτάσσεται στην τρομοκρατία μιας θρασύδειλης ανωνυμίας και δεύτερον γιατί έχει το θάρρος να επιμένει φανερά στις αρχές της - όποιες κι αν είναι αυτές, συστημικές ή ακόμα και ανόητες.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#10] - Επίλογος

Όλα ετούτα, λοιπόν, δεν τα 'γραψα ως εξυπναδιές. Είναι σκέψεις που βασάνιζαν το μυαλό μου καιρό κι αποφάσισα να τις υποβάλλω σε μια στοιχειώδη διάταξη. Κι είπα, ακόμα, να το κάνω δημόσια. Ντροπή δεν είναι. Η προσωπική έκθεση, ουδέποτε μ' έβλαψε πραγματικά, μα ίσα-ίσα ακόμα κι όταν μ' έβλαψε με βοήθησε να γίνω καλύτερος.

Όλα ετούτα, επίσης, δεν αποτελούν «πιστεύω» και «δόγματα», αν εξαιρέσεις δηλαδή τη βαθιά μου απέχθεια προς τη βία. Αποτελούν θέσεις ή εντυπώσεις, λιγότερο ή περισσότερο επεξεργασμένες, οι οποίες ανέκυψαν μέσα από την παρθενική και συγκρατημένη τριβή μου μ' ένα μέρος του πολιτικού κόσμου, εκείνο δηλαδή το οποίο συγκέντρωνε ακριβώς την κριτική και τη δράση, που μου φαίνονταν λογικότερα ή ταιριαστά στις περιστάσεις. Αυτά τα βρήκα περισσότερο στον αριστερο-αναρχικό χώρο, στους οποίους οφείλω φυσικά και μια μικρή συγγνώμη, για τις ισοπεδωτικές γενικεύσεις, που γίναν χάριν ευκολίας (και συναισθήματος) και όχι απαραίτητα από αντικειμενική γνώση.

Δυστυχώς, διαπίστωσα ότι οι περισσότεροι δεξιάς κοπής φιλελεύθεροι (ακόμα και φίλοι μου), δεν είχαν τα φόντα να οραματιστούν κάτι νέο - αν εξαιρέσεις 2-3 άτομα. Ευτυχώς, από την άλλη, καθώς αναγκάστηκα ν' αναζητήσω διέξοδο αλλού. Γνώρισα ένα σωρό νέους ανθρώπους, φίλους, έκανα αμέτρητες συζητήσεις, έκρινα τα πράγματα - όσο μπορούσα - βιωματικά, αντί για μόνο στο κεφάλι μου. Αυτό το τελευταίο, με βοήθησε ν' αλλάξω ρότα σε πολλά, να γίνω άλλος. Με βοήθησε, επιπλέον, να σφραγίσω και την τελική ταφόπλακα, όλης της ανήθικης και ανυπόστατης προπαγάνδας, αυτών που ονομάζουμε «καθεστωτικά μέσα», με άλλα λόγια να απαγκιστρωθώ από σχεδόν ο,τιδήποτε κρεμόταν, ως τότε, στα περίπτερα ή έλαμπε στην τηλεόραση. Οι άνθρωποι δίπλα μου δεν ήταν κουμμούνια, αναρχο-άπλυτοι ή ό,τι άλλο εναλλακτικό, ήταν άνθρωποι. Είχαν τα ίδια μπολιάσματα σε ηλιθιότητα και μαλακία, που 'χει ο μέσος όρος, αλλά πώς να το κάνουμε: ένα μεγάλο μέρος απ' τις αληθινά ευαίσθητες ψυχές, που ξεπεράσαν το καθεστώς της αδράνειας ή του φόβου θα τις συναντήσεις εκεί, να παλεύουν σε τόπο κοινό, συμμετοχικές, παθιασμένες, γήινες.

Όλα ετούτα δεν είναι παρά γνώμες. Οποιοσδήποτε άνθρωπος αναζητά την αλήθεια κι όχι να πείσει, είναι ανοιχτός στην αναθεώρηση - μάλιστα διψάει γι' αυτήν. Δυσανασχετεί κάθε φορά που τελειώνει ένα κείμενο, δίχως να 'χει σε τίποτα διαφωνήσει ή από τίποτα εκπλαγεί. Θαρρεί πως έμεινε απαράλλαχτος με πριν και τούτο δεν το θέλει. Η πειθώ είναι για τους εγωιστές κι όχι για τους κοινούς αγώνες. Ή να το πω κι αλλιώς, υπάρχει μόνο στην παθητική της μορφή: πείθομαι και όχι πείθω. Γιατί δεν είναι κανείς ικανός να πείσει ένα νου ισχυρό και στέρεο, τέτοιος που πρέπει να είναι του ελεύθερα σκεπτόμενου. Μπορεί όμως ελεύθερα να συντασσόμαστε, μ' εκείνο που θα κρίνουμε εμείς ζυγίζοντας τους λόγους των ανθρώπων και τους δικούς μας. Έτσι οι συζητήσεις γίνονται περισσότερο για ν' αποκαλυφθούν οι προθέσεις, οι επιθυμίες και τα βλέμματα των συνανθρώπων μας, ώστε να εμπλουτίζεται το ζύγιασμα της σκέψης μας, από τα νέα δεδομένα.

Κλείνοντας, λοιπόν, συμπυκνώνομαι στα εξής:

1. Αναγνωρίζω στη βία μόνο την αυθόρμητη ή την αμυντική της έκφραση. Αποποιούμαι οποιαδήποτε άλλη μορφή, ως νοσηρή κι εδράζουσα περισσότερο στην ηλιθιότητα των ανθρώπων και την ψυχοπάθεια, παρά σε αντικειμενικές συνθήκες. Δεν κλείνουμε, όμως, τα μάτια και προετοιμαζόμαστε γι' αυτήν, κατ' ανάγκην, αποδεχόμενοι την ελάχιστη αλήθεια, πως υπάρχουμε σ' ένα πολιτικό καθεστώς στηριζόμενο στη βία, παρά στον πολιτισμό και το κοινό ήθος.

2. Λειτουργικά, στεκόμαστε σε νηπιακό στάδιο, ασύνδετοι και ανοργάνωτοι. Τούτο πρέπει να γίνει απ' τα πρώτα μας μελήματα. Στη διαίρεση αυτή μεγάλο ρόλο παίζουν: (α) ο άκρατος εγωισμός και η περιχαράκωση κάθε χώρου, πίσω από δογματικές φλυαρίες, (β) η μισαλλοδοξία κι η απαξίωση οποιασδήποτε άλλης δράσης, παρά η αναζήτηση πιθανών συμμάχων οπουδήποτε και (γ) η ίδια η αλλοτρίωση του καπιταλισμού, η οποία έχει φθείρει τις ψυχές μας εκ των έσω, καθιστώντας τες οκνές, μαλθακές κι επιπλέον όσο ατομικές χρειάζεται, ώστε το κοινωνείν ν' απαιτεί προσπάθεια, αντί ν' αποτελεί ανάσα και τόπο, όπου σαρκώνεται η αληθινή ζωή μας.

3. Η οργάνωση θα πρέπει να έχει πρωταρχικό στόχο όχι το Κράτος καθαυτό, εφόσον: (α) μόνον οι Αναρχικοί επιθυμούν την παντελή του εξάλειψη, άρα μαζικότητης μηδέν και (β) οποιαδήποτε προσέγγιση αυτού του τέρατος, κατά κανόνα, έχει ως αποτέλεσμα την αλλοτρίωση του κατακτητή, παρά την συμμόρφωση του κατακτούμενου. Πρωταρχικός στόχος θα πρέπει να γίνουν οι εργασιακοί χώροι και η ανάκτηση της φυσικής αναρχικότητας των συνδικάτων, από τα νύχια των επαγγελματιών κοράκων (βλ. συνδικαλιστές κι έτσι). Θα πρέπει οι άνθρωποι να πάψουν, να ζουν κομματιασμένοι κι αντικρουόμενοι εαυτούς. Μαζί μ' αυτό, όμως, έρχεται και ανάληψη διαχειριστικής ευθύνης, αντί για υπαλληλία-μισθουλάκος. Η αφύπνιση των εργαζόμενων θα πρέπει να γίνει όχι για τ' άπιαστα και μακρινά, μα ως εκεί που μπορεί να δει το πολύ πλήθος.

4. Η ενέργεια των ανθρώπων - ψυχική και σωματική - δεν είναι ανεξάντλητη. Ως εκ τούτου, είναι πολύτιμη. Αντι να ξοδεύεται σε ανοησίες (από το ελάχιστο π.χ. 500 πολιτικοί χώροι, να κάνουν 500 συνελεύσεις, για να τυπωθούν 500 φυλλάδια, για να σχολιαστεί (το ίδιο) 1 γεγονός, μέχρι τα μεγαλύτερα π.χ. ολιγόωρες ή μονοήμερες εκπορνεύσεις απεργιών, με τσάμπα έξοδα, τσάμπα κόπο κι αναστάτωση, τελικά τσάμπα μαγκιά), θα πρέπει να επενδύεται στη δημιουργία, στο χτίσιμο και την παραγωγή έργων και κοινωνίας, δομών και σχέσεων. Οι άνθρωποι παλεύουν με περισσότερη λύσσα αν έχουν όντως κάτι να υπερασπιστούν και να μεγαλώσουν.

* * *

Ν' αγαπήσουμε ξανά τους ανθρώπους. Γιατί δεν αγαπάμε, στ' αλήθεια. Όχι μόνο τους αδύναμους. Αυτό είναι εύκολο. Ν' αγαπήσουμε όχι δια καμιάς ρομαντικής φλωριάς, ούτε κανενός χριστιανικού επέκεινα, μα περισσότερο να σεβαστούμε τους ανθρώπους για τις ήττες που κρύβει η ανθρώπινη ψυχή, κάτι που τόσο καλά γνωρίζουμε, όσοι σηκωνόμαστε απ' τις λάσπες. Να σεβαστούμε τους ανυπέρβλητους διχασμούς, που μας επιβάλλει ένας κόσμος δύσκολος, από μόνος του. Πώς να διαχειριστείς το ζώο μέσα σου, το σώμα, τον τρόμο, τη βία, την αρρώστια, τον πόνο, την απώλεια, τα γηρατειά, το θάνατο; Πιάσε τώρα να φόρτωσεις στις πλάτες του ανθρώπου κι όλη την κοινωνία, μέσα στην οποία ζει, και βρες μετά δικαστή που να 'χει τα κότσια να δικάσει, γιατί δεν βάσταξαν του αλλουνού τα πόδια. Το 'χεις εύκολο να δικάσεις, ετούτα τα παιδιά που εκκρεμούν, δια του βούρδουλα, πάνω απ' το Κοράνι και τη Βίβλο, για τον συνειδησιακά ευνουχισμένο ενήλικα, που θα καταλήξουν αργότερα; Το 'χεις για πλάκα να δικάσεις τούτα τα ματοβαμμένα μαυράκια, που γίναν σωστοί ανήλικοι χασάπηδες, μα με το βιασμό και το ναρκωτικό; Τότε, γιατί εύκολα δικάζεις όλες τις μαλθακές κουράδες, που γίναμε εμείς, με το χάμπουργκερ και το ποδόσφαιρο; Πάλεψε μα να ξέρεις τι παλεύεις. Δεν παλεύεις αιμοδιψείς δαίμονες κι επίβουλους εξωγήινους, παλεύεις μιαν όψη του Ανθρώπου κι ενίοτε με τον καθρέφτη σου. Γι' αυτό να παλεύεις δίχως πολλά λόγια, για τον τόπο που προστατεύεις. Δίχως πολλά λόγια - σε αντίθεση με μένα - ώστε να μην εξοστρακίζεσαι στη μαλακία - σε αντίθεση, πάλι, με μένα.

Ετούτος ο φιλελευθερισμός που διέλυσε της κοινωνίες σε άτομα, για να τις ανασυνθέσει ως ζόμπι, άφησε τους ανθρώπους μονάχους. Πόσο πια να παλέψει κανείς μονάχος του; Εκ των πραγμάτων, δεν έχουν όλοι την ίδια δύναμη, θέληση, υπομονή, ευφυία. Μαζί με τους άλλους λόγους, είναι ένας ακόμα, για τον οποίο στέκομαστε ευάλωτοι στο φασισμό κι άλλους -ισμούς. Γι' αυτό χρειαζόμαστε ένας τον άλλον. Δίχως το μαζί, δεν υπάρχει αύριο, μ' όποιο χρώμα κι αν θες να το βάψεις. Δεν υπάρχει αληθινή επανάσταση, αν είναι ν' αλλάξουν θέση οι σκλάβοι με τ' αφεντικά. Δεν υπάρχει νέα σκέψη, νέα κοινωνία, νέος κόσμος, αν ήταν μπορετό να οδηγηθούν αύριο στην αγχόνη όλοι οι φασίστες και οι ψυχικά ανέραστοι του κόσμου. Γι' αυτόν τον κόσμο, εγώ δεν έχω τίποτα να δώσω. Ας περάσω έτσι.

Μα είναι σωρό, που σκέφτονται όμοια με μένα και καλύτερα. Το ξέρω, καθώς, τους έχω γνωρίσει. Άνθρωποι μ' εξυπνες καρδιές περισσότερο, παρά με πολύπλοκους εγκεφάλους. Κλείνοντας όλη τη φλυαρία μου αυτή, ας είναι τούτος ο επόμενος στόχος μου: να ξαναβγώ απ' αυτό το καβούκι της αδράνειας και της αμηχανίας και να τους αναζητήσω. Καλή συνέχεια και σε σένα, αναγνώστη, αν δηλαδή έτυχε να ξεστρατίσει κανείς και σε τούτη τη γωνιά της σκεψης.

Σάββατο 10 Μαρτίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#09]

3. Ολοκληρωτισμός και μισαλλοδοξία

Αν πιάσει κανείς να μιλά για πολιτική με τους ανθρώπους, σύντομα θα καταλάβει πως, ακόμα κι αν οι ίδιοι απεχθάνονται τον ολοκληρωτισμό, οι αντιλήψεις τους είναι ξεκάθαρα ολοκληρωτικές. Ο καθένας έχει την άποψη και την ιδέα του, μα ζητά να εφαρμοστούν επί ολόκληρης της κοινωνίας. Θαρρεί την ιδέα του για σπορά ζωτικής σημασίας, πυρήνα της θεμελιωδέστερης λύσης. Θαρρεί πως η κοινωνία δε νιώθει και δεν καταλαβαίνει, πως στέκει τυφλή στο εκτυφλωτικό φως του οποίου είναι μύστης και μυσταγωγός ή ό,τι άλλο. Στην τελική, κάθε επιμέρους ομάδα, ονειρεύεται μια κοινωνία στα μέτρα και στα χρώματά της κι είναι καχύποπτη προς την πολυχρωμία.

Ας πούμε, οι Αριστεροί θέλουν μια αριστερή κοινωνία, όχι με την έννοια να φτιαχτεί μια κοινωνία των Αριστερών, μα η κοινωνία σύμπασα να υποταχθεί στα αριστερά ιδεώδη. Μάλιστα, λέγαν και τούτο παλαιότερα, πως δηλαδή η Κομμουνιστική Επανάσταση ήταν καταδικασμένη, στο βαθμό που απέτυχε να εγκατασταθεί όμοια στα γύρω έθνη. Η επιτυχία της επανάστασης, δηλαδή, στηριζόταν στην επέκταση και παγκοσμιοποίηση, δηλαδή στην παντοκρατορία της. Από την άλλη, Αναρχικοί και λοιποί «αντι», αν αφήσεις τις αμπελοφιλοσοφίες στην άκρη και σταθείς στα απλά και καθημερινά τους οράματα, δε ζητούν και τίποτα διαφορετικό. Ζητούν κι αυτοί μια κοινωνία αναρχική, στο σύνολό της, παρά μια κοινωνία των Αναρχικών. Ζητούν την καταστροφή του Κράτους, μα θα 'πρεπε να ζητούν περισσότερο την ανεξαρτητοποίηση των ίδιων απ' το Κράτος και ν' αφήσουν την υπόλοιπη κοινωνία ν' αποφασίσει κατά πώς γουστάρει. Ούτ' όλοι μισούν το Κράτος, ούτ' όλοι το θεωρούν βασικό υπαίτιο της δυστυχίας τους. Τι να κάνουμε τώρα; Να τους δείρουμε; Άμα ρωτήσεις ένα γύρω, μια χαρά είναι οι πολλοί στην ησυχία τους. Σου λένε: εγώ θέλω να δουλεύω 8 με 4 και μετά ν' αράζω σπίτι, όχι να τρέχω σε συνελεύσεις και στην Πνύκα. Τι θα γινότανε λοιπόν μεθαύριο, αν χαριζόταν στους αναρχικούς μια νίκη; Θα επέβαλαν μια ακρατική κοινωνία ή θα επέτρεπαν σ' όσους γουστάρουν να 'χουν το κράτος τους; Θα σου έλεγαν, βέβαια, ότι οι αναρχικοί δεν επιβάλλουν και τα σχετικά, αλλά μια χαρά τους βλέπω να προβαίνουν σε απαλλοτριώσεις άμα έχουν ανάγκες και στο όνομα μια κοινωνίας, που ουδέποτε ρωτήθηκε. Και μια χαρά κάνουν, αλλά υπογραφή να βάζουν τη δική τους κι όχι της κοινωνίας.

Δεν παίρνει να τους ικανοποιήσεις όλους, που να χτυπάς την κεφαλή σου στων αιώνα των αιώνων. Από την άλλη τι; να πιάσεις την αφαίρεση; Άμα πιάσεις ν' αφαιρείς ό,τι ξυνίζει στον ένα κι ό,τι βρωμάει στον άλλο π.χ. φασίστες, δεξιούς, νοικοκυραίους, εμπόρους, έχοντες, πατριώτες, θρήσκους και δε συμμαζεύεται (τα προηγούμενα αλληλοκαλύπτονται, σε κάποιο βαθμό) η μισή κοινωνία, πλάκα-πλάκα, θα έμενε στην απ' έξω.

Για δεξιούς, φασίστες κι επαμφοτερίζοντες  δε θα χάσω τσάμπα λόγια: τον ολοκληρωτισμό της φιλελεύθερης φιλοσοφίας τον βιώνουμε στο πετσί μας, σχεδόν, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Απ' αυτό το φρούτο, 'νταξει, χορτάσαμε. Εκτός κι αν νομίσει κανείς ότι ο πασοκικός πολιτισμός, που σάρωσε τη χώρα μας, ήταν στ' αλήθεια σοσιαλιστικός.

Λέω, λοιπόν, εδώ ότι παρά να παλεύει ο καθένας για τα ηνία της διακυβέρνησης, ας πιάσει πρώτα να δομήσει μια μικρο-κοινωνία όπως την οραματίζεται, στο βαθμό που είναι εφικτό, στην κλίμακα που είναι δυνατό και σε χρόνο παρόντα. Έτσι θ' αναγκάζεται να δίνει τις συγκρούσεις, που του επιβάλλει ετούτη η νέα του, μα πραγματική στάση, απ' το να οραματίζεται τις μάχες που 'ναι να δωθούν στην ιδεατή επανάσταση του τέλους της Ιστορίας. Οι αναρχικές κολεκτίβες - θαρρώ, μ' όλη την ξινίλα και την κριτική μου - είναι σήμερα οι μόνες πολιτικές οντότητες, που πλησιάζουν σε τούτο το ήθος. Σε πιο πρακτικό εργασιακό καθεστώς, φαντάζομαι, παλεύουν οι διάφοροι συνεταιρισμοί, που ανακάστηκαν να στριμωχθούν στο στενό νομικό πλαίσιο των αστικών συνεταιρισμών κι απ' τα πιο γνωστά παραδείγματα, επίσης, η ΒΙΟ.ΜΕ. Οι αστικοί συνεταιρισμοί, ωστόσο, δεν κρύβουν την παραμικρή διάθεση να συγκρουστούν με κανένα καθεστώς. Στήνουν την εναλλακτική τους διάθεση, μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας, δηλαδή με όρια σαφώς προδιαγεγραμμένα. Έτσι, δεν υπάρχει κανένας φόβος να κάνουν τη διαφορά και κάθε εγχείρηματα μοιάζει καταδικασμένο.

Οι περισσότεροι θα σου πουν, πως τούτο εδώ, να συντηρήσει δηλαδή κανείς μια τέτοια μικρο-κοινωνία, δεν είναι παρά μεγάλες προσδοκίες και πόθοι ευσεβείς. Το Σύστημα έχει προβλέψει τα πάντα και σε κάθε σου βήμα θα το βρίσκεις αντιμέτωπο.

Η απάντησή μου είναι ξεκάθαρη: μακάρι να 'ταν το Σύστημα, μόνο, το πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, είμαστε οργανωτικά παντελώς αδαείς και ηλίθιοι. Ανίκανοι να στήσουμε ένα μηχανισμό της προκοπής, ένα μηχανισμό μιας στοιχειώδους λειτουργικότητας και έκτασης. Στην πράξη, δεν υπάρχει ούτε μια οργάνωση με σοβαρή... οργάνωση. Αν υπήρχε έστω και μία πολιτική ομάδα με την οργάνωση και την πειθαρχία μιας κοινής πολυεθνικής θα σάρωνε και τα βρακιά μας. Μπαίνοντας π.χ. σ' ένα ΙΚΕΑ κι αν αφήσεις την πολιτική κριτική στην άκρη,  δε μπορείς παρά να θαυμάσεις το μέγεθος και την αποδοτικότητα ενός παρόμοιου εγχειρήματος. Ας δοκιμάσουμε, λοιπόν, πρώτα τη σοβαρή οργάνωση - κι όχι να ψάχνουμε παρασκευή βράδυ ποιος θα μοιράσει φυλλάδια την επομένη - κι αν πάλι αποτύχουμε, τότε ας είναι, ρίχνουμε και μία επανάσταση να δέσει η μπεσαμέλ.

Και ειρωνεύομαι δικαιότατα: αντί να βλέπουμε το βαθμό ανικανότητας για μια συνεννόηση της προκοπής, στο σήμερα, ονειρευόμαστε λειτουργικές μετ-επαναστατικές κοινωνίες. Να μας κλαίνε οι ρέγγες, δηλαδή. Άμα έχει κανείς τα εφόδια, τη βούληση, την ικανότητα και τη δυναμική, γιατί δεν τα βάζει σήμερα στην πράξη; Έλα μου ντε. Η ερώτηση είναι καθαρά ρητορική. Από την άλλη, αν η ζωή και η δράση σου γίνουν ζωντανά παράδειγματα των ιδεών και του ήθους σου (κάτι που δεν είναι ελπίδα να εκδηλωθεί, όσο εξακολουθεί ο εργασιακός διχασμός, για τον οποίο μίλησα νωρίτερα), ίσως φτάσεις να γίνεις πυρήνας έλξης και αρχή μαζικότητας. Κι αν, κάποτε, τα πράγματα πάνε κατευχήν κι επιτευχθεί μάζα κρίσιμη, οι δυναμικές αυτές ομάδες, πλέον καλά οργανωμένες και πολυπληθείς, θα μπορούν ν' ασκούν πολιτική πίεση και να διαμορφώνουν το υπάρχον καθεστώς, με τρόπους απροσπέλαστους στην προ-οικονομία. Όμως, ούτε παίκτες είμαστε, ούτε τάβλι ξέρουμε. Το μόνο που ξέρουμε είναι να ωρυόμαστε και να βροντάμε τα πούλια στον αέρα - στη θέα μάλιστα μιας ήττας, που είναι ξεκάθαρα όλη δική μας.

Προς το παρόν, μιζέρια. Βλέπεις, για παράδειγμα, το κομμουνιστικό ή άλλο αριστερό κόμμα να οργανώνει επιχειρήσεις με φιλοσοφία διαφορετική απ' την καπιταλιστική ή να πίεσαν ποτέ πολιτικά, ώστε να θεσμοθετηθεί ένα μικρό εμβαδόν αυτονομίας; Βλέπεις μήπως στο αντίπαλο δέος, τους πατριώτες και τους εθνικόφρονες ν' αγαπούν την ελληνική γλώσσα, τη σκέψη, τη φιλοξενία, τη μετοχικότητα, το ευ αγωνίζεσθαι ή ό,τι άλλη αρετή είθισται ν' αποδίδεται σ' αυτή την ασυναρτησία, που καλούμε ελληνικότητα; Βλέπεις μήπως τους Αναρχικούς να δημιουργούν κολεκτίβες σοβαρές, με διάθεση απαγκίστρωσης απ' την κρατική μέγγενη, ειδικά σήμερα που η τεχνολογία και το διαδίκτυο θα έδινε τη δυνατότητα ν' απαλλοτριώσεις ένα μικρό χωριό και να του δώσεις ζωή απ' το μηδέν, μ' εναλλακτικές τεχνολογίες, παραγωγή κι εθελοντισμό που να πιάνει τόπο; Βλέπει, τέλος πάντων, κανείς κανέναν άλλο να χτίζει κάτι της προκοπής, κάτι που να πατά στην κοινωνία ετούτη κι όχι στους κήπους της Εδέμ; Κι έπειτα να παλέψει για δαύτο, να το κρατήσει ζωντανό, κόντρα στο Σύστημα και την καταστολή, που πιθανότατα επιχειρήσει το τελευταίο;

Απ' την άλλη, πάλι, υπάρχει ένα απίστευτο πλήθος ανθρώπων που, μέσα στα πλαίσια πάντα του Συστήματος, παλεύει όπως καταλαβαίνει, οργανώνεται όσο μπορεί, θυσιάζεται όσο αντέχει, για ένα σωρό στόχους, οι οποίοι θα προκαλούσαν φυσικά αποστροφή στους καθαρόαιμους επαναστατικούς κύκλους, μόνο και μόνο γιατ' είναι «συστημικοί». Δεν υπάρχει, όμως, κανένας απολύτως λόγος να υποτιμήσω π.χ. τη «φιλανθρωπία» μιας αγνής καρδιάς της εκκλησίας, που ξημεροβραδιάζεται στην παροχή συσσιτίων (ή ό,τι άλλο), σε σχέση με την «κοινωνική» προσφορά μιας αγνής αναρχικής κουζίνας. Απ' την άγονη πολιτική της δεύτερης δε μπολιάζεται τίποτα, μ' απ' την αγνή προσφορά της ο κόσμος όλος. Αν αφήσεις το πολιτικό - με τη στενή του έννοια, της συνήθειας και της ιδεολογίας - αυτό που μένει δεν είναι ούτε μηδενικό, ούτε ασήμαντο, μα καθαρό σα κρυστάλλινο νάμα. Αυτό που μένει στο τέλος της ημέρας, ως ήθος, είναι η προσφορά του εαυτού κι όλα τα υπόλοιπα τ' ακούω βερεσέ. Δεν υπάρχει κανένας λόγος, δυο τέτοιες καρδιές να μη φτιάξουνε κοινό μέτωπο, στο μήκος ή το πλάτος, που συνταιριάζουν. Μήτε ο αναρχικός χρειάζεται να παρατήσει το γλιφιτζούρι της αθεΐας του, μήτε ο θρησκευάμενος απειλείται με καμια ρετσινιά του Καίσαρος. Η αποστροφή του αριστερού χώρου προς τη θρησκευτική μαφία των παπάδων, δεν έχει καμία απολύτως σχέση - ούτε φυσικά επιχειρήματα - κατά οποιασδήποτε πίστης καθαυτής. Η αθεΐα τους είναι κούφιο γράμμα και νεκρή παράδοση. Την κουβαλάνε από στείρο συντηρητισμό, μόνο και μόνο, επειδή έτσι κάνανε πάντα οι αριστεροί, επειδή το 'πε ο Μαρξ ή το 'χε τατουάζ ο Λένιν στον ποπό του, αντί να βάλουν το μυαλό τους κάτω και να κρίνουν πόσο άσχετο είναι το ένα θέμα με το άλλο.

Πιάνουμε και ρίχνουμε όλο το βάρος σ' αιτίες χωρισμού, παρά σε αφορμές ενότητας. Ως εκ τούτου, καταντούμε ζωολογικός κήπος από χωριστά όργανα, καθένα λειτουργικό από μόνο του in vitro, παρά ολάκερος ζωντανός οργανισμός, ακέραιο και πλήρες πολιτικό σώμα που ανασαίνει βαθιά και πάλλεται από επιθυμία και δύναμη ν' ανθίσει.

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#08]

2. Με το 'να πόδι στον τάφο

Ζούμε ζωές κυριολεκτικά διχασμένες. Ο σουρεαλισμός των βίων μας θα 'στελνε ως και το Νταλί στ' αζήτητα της Τέχνης. Το πρωί, λέει ο άλλος, εργάζεται υπάλληλος σε ναυτιλιακή εταιρεία και το βράδυ είναι αναρχικός και προετοιμάζει τον αγώνα! Καθίστε παιδιά, μην ξεχάσουμε κι αυτά που ξέραμε!! Το ανέκδοτο, εδώ, δεν είναι που καθένας παλεύει να επιβιώσει μέσα σε μια εργασιακή ζούγκλα, μ' όποιον τρόπο μπορεί. Οι ανάγκες κι οι λογαριασμοί πιέζουν επιτακτικότερα, από την Επανάσταση και τη Δευτέρα Παρουσία. Θα ήμουν εξαιρετικά αλαζόνας, αν τολμούσα να γελάσω μ' αυτό. Γελώ, ωστόσο, με την αυταπάτη, να νομίζει κανείς ότι μπορεί να παλεύει μόνον ο μισός και να 'ναι τούτο κάτι. Να νομίζει κάποιος ότι μπορεί να παλεύει μακριά απ' τον εργασιακό του χώρο, στο υπερπέραν και στο κάπου-κάπου, και να φέρνει ανατροπές κι αγωνιστικά κέρδη. Να είναι σκλάβος το πρωί, μα το βράδυ να 'χει χόμπι - στον ελεύθερο χρόνο, που του επιτρέπει ο αφέντης - να ζωγραφίζει συνθήματα και να κυνηγάει φασίστες στα στενά. Είπα ένα παράδειγμα απ' τα πολλά, που δεν περιορίζονται σε πολιτική απόχρωση, για να μην το πάρει κανάς αναρχικός της μετρητοίς.

Να δουλεύεις μόνο τον άλλον, δεν κάνεις και μεγάλη ζημιά. Να δουλεύεις όμως τον εαυτό σου, στερεί από τη δυναμική των κινητοποιήσεων την μαζικότητα, την οργάνωση και την κατευθύνση, που έχουμε αληθινά ανάγκη. Μου στερείς ένα σύντροφο κι ένα συμπολεμιστή στα τείχη, όπου δίνονται οι μάχες οι πραγματικές, αντί για κοκορομαχίες στις μάντρες και τις ξερολιθιές. Α δε μπορείς αλλιώς, μη λες τότε πως είσαι αναρχικός, αριστερός, αγωνιστής κι ό,τι άλλο βάνει ο νους σου. Τούτα δεν είναι ούτε επαγγέλματα, όπως λες είμαι υδραυλικός ή καρεκλάς, ούτε καμιά πάθηση, να λες είμαι συναχωμένος ή παραπληγικός. Ο αγωνιστής δεν είναι αγωνιστής, παρά μόνο αν πράττει αγωνιστικά, αν η ζωή του είναι αγωνιστική. Δεν είναι αγωνιστής 7-9 μ.μ. , αλλιώς αφήστε μήνυμα. Αυτά τα ντεμί και τα κομσί-κομσά, εμένα προσωπικά, δε μου κάθονται καλά ούτε στο νού, ούτε στον οισοφάγο. Εγώ, ας πούμε, δεν είμαι πολιτικός αγωνιστής. Ουτ' όμως πείθω τον εαυτό μου πως είμαι. Ή πως θα ΄μουν, αν δε μου φταίγανε οι άλλοι, που 'ναι κουτσοί, κοντοί κι αλλήθωροι.

Αν μιλώντας λίγο συμβατικά, θεωρήσουμε πως οι εχθροί μας είναι οι δυνατοί και οι δυνατοί εκφράζονται με τρόπο οικονομικό, τότε πού αλλού χρειάζεται να φτιάξουμε το κυριότερο μέτωπο, παρά στους χώρους της εργασίας, εκεί δηλαδή όπου το οικονομικό πραγματώνεται στις πλάτες μας; Όσο λουφάζουμε στο εργοστάσιο ή στο γραφείο, όσο είμαστε τα καλά παιδιά, όσο μιλάμε σιγά στους διαδρόμους και καθόλου στο γραφείο του διευθυντή, μην περιμένουμε και πολλά επί των ημερών μας. Χαιρετίσματα. Όσο παραμένουμε διαιρεμένοι, όσο παραμένουμε συνδικαλιστικά ανοργάνωτοι, τόσο οι πολυπληθείς πορείες μας θα είναι πορείες για τον πούτσο, θ' αποτελούνται από χιλιάδες μεμονωμένες ατομικότητες, άτομα που στην πράξη και στα δύσκολα θα είναι πάντα μόνα τους. Μιλώ για τον άνθρωπο, που στο δρόμο της απεργίας θα μετράει τους συντρόφους σε ντουζίνες, μα την επομένη της απόλυσης, στο δρόμο της ανεργίας, ζήτημα να πάρει σουβενίρ δυο-τρία φιλικά χτυπήματα στην πλάτη. Τα πολιτικά προβλήματα, ωστόσο, δε λύνονται με δανεικά των φίλων, ούτε με κερασμένους καφέδες.

Υπάρχει, φυσικά, και μια κακή μεριά της συνδικαλιστικής δράσης (καλά, να 'τανε μόνο μία), η οποία σαν κακομαθημένο νιάνιαρο παρεμποδίζει την παραγωγή ή σηκώνει μπαϊράκια με το παραμικρό, ακόμα και σε βιομηχανίες με στοιχειώδη αξιοπρέπεια (κι εννοώ φυσικά με όση αξιοπρέπεια μπορεί να επιτρέπει μια καπιταλιστική διαχείρηση). Εδώ το σφάλμα δεν είναι η αγωνιστικότητα, είναι η τσάμπα μαγκιά. Θα πρέπει κανείς να κατανοήσει πως δε μπορεί να ζητά συνεχώς και τα πάντα, δίχως απ' την άλλη να ζητά να φορτωθεί κι ένα μέρος της ευθύνης και της διαχείρησης της παραγωγής. Γι' αυτό μην παρεξηγήσει ο δούλος πως, όσο ζητάει περισσότερο φαί και το παίρνει, είναι τούτο καμία χειραφέτηση και ρίγανες. Δουλεία είναι πάντα, μα δουλεία καλά ψιμυθιωμένη. Άμα θέλει αληθινή χειραφέτηση, πρέπει ν' απαιτήσει και θέση στα ηνία της μοίρας του, ν' αποκτήσει λόγο στην παραγωγή και δικαίωμα στα παραγωγικά του μέσα. Μα εδώ επικρατεί ο καλός δουλάκος: άσε με τώρα, θες μπλεξίματα; χίλιες φορές υπάλληλος.

Τέλος πάντων, να τα βάλω σε μια καθαρότερη διατύπωση, όλα ετούτα: ανάμεσα σε αφηρημένες ρητορείες περί ελευθερίας, ισονομίας, αδελφοσύνης και τα σχετικά, που χρειάζονται πτυχίο φιλοσοφίας, από τη μία, κι από δράσεις παράλληλες, παράπλευρες και περιθωριακές, από την άλλη, θεωρώ πως οι πολιτικοί αγώνες απαιτείται να επιστρέψουν στο φυσικό τους χώρο που, κατα τη γνώμη μου, είναι οι χώροι εργασίας. Είναι κάτι απόλυτα συγκεκριμένο και κατανοητό, ακόμα κι από τον τελευταίο αμόρφωτο (όχι υποτιμητικά) εργάτη και συνάμα είναι αγώνας πολιτικά ισχυρότατος, καθώς είναι κυρίως στην εργασία και στη φορολογία που εκδηλώνεται βαρύς ο βούρδουλας της καταπίεσης και η απογύμνωση της αξιοπρέπειας. Άμα συνέβαινε τούτο, θα 'βλεπες σταδιακά και το πολιτικό καθεστώς να διαμορφώνεται αναλόγως, από την πίεση των εργατικών συνδικάτων. Θ' άλλαζε βέβαια σαν οχιά διπρόσωπη, εφόσον τούτος είναι ο ρόλος κάθε Κράτους. Μ' αν ο εργάτης δεν μάσαγε, να πιάσει πάλι να κουνάει σημαιάκια πράσινα, τιρκουάζ και ροζ, δε θα 'χαμε το παραμικρό να φοβηθούμε.

Είναι, λοιπόν, ένας αγώνας που χρειάζεται να δωθεί όχι μόνο στο πεδίο των υλικών απολαβών, μα πολύ περισσότερο στο πεδίο της διαχείρησης των ίδιων των μέσων. Το δε τελευταίο είναι ακόμα επιτακτικότερο, αν συνειδητοποιήσει κανείς πόσο εύκολο είναι στην εποχή της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, ν' αλλάζουν οι επιχειρήσεις έδρες και χώρες, ώστε πολύ συχνά θα καταλήγουμε άνεργοι με το πουλί στο χέρι, αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να πιάσουμε οι ίδιοι το τιμόνι στα χέρια μας. Αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να στριμωχτούμε μαζί, να ζοριστούμε μαζί, να πεινάσουμε μαζί. Αλλά τούτο το τελευταίο, δεν ηχεί και πολύ γοητευτικό στον εργάτη του «ώχου, έλα μωρέ, λογαριασμούς θ' ανοίγουμε;». Δεν ηχεί και πολύ γοητευτικό στον εργαζόμενο, ο οποίος δεν έχει μάθει να κοινωνεί, μα να ιδιωτεύει όπως όλος ο κόσμος. Δεν ηχεί και πολύ γοητευτικό στους υπαλλήλους, που στην πραγματικότητα δεν αγαπούν κανένα πέραν του μισθού τους. Γι' αυτό θα μιλήσω αργότερα και για τούτο: ο πολιτικός αγώνας είναι χρεία να μπολιαστεί ξανά με την αγάπη για τον άνθρωπο, με το σεβασμό της ζωής, με την ελπίδα και τη χαρά του κοινωνείν. Ο πολιτικός αγώνας θα πρέπει ν' αποκτήσει ξανά εσωτερικότητα και ψυχή, να γίνει τομή προς κάθε διάσταση, πέραν της στενής οικονομικής, της οποίας η φαντασία εξαντλείται σε κελιά με wi-fi.

Μα κι ένα επιπλέον χρέος του σημερινού συνδικαλισμού, που υπονομεύεται από προέδρους, ρουφιάνους και ιεαραρχίες, είναι να επιστρέψει πίσω στις ρίζες του, να γίνει και πάλι αναρχικός. Να γίνει οριζόντιος, μετοχικός, υπεύθυνος. Να γιατί θλίβομαι με την σημερινή (πολιτική) κατάντια των αναρχικών. Λούφαξαν σε 2-3 δράσεις και παράτησαν τους φυσικούς τους χώρους. Εισβάλλουν στα σουπερμάρκετ, απαλλοτριώνοντας την κλεμμένη περιουσία, διαμοιράζοντας σαν άλλοι Ρομπέν, αντί να εισβάλλουν στους εργασιακούς χώρους και στις συνειδήσεις των εργατών. Τέτοιες ανόητες δράσεις, μ' όλη την πολιτική τους φιλοσοφία, στην πράξη δε διαφέρουν και πολύ απ' την αστική φιλανθρωπία: δε βοηθούν τους ενδεείς παρά στιγμιαία, δεν περνούν το παραμικρό μήνυμα (παρά μόνο χαριεντίζονται μεταξύ τους) και δεν αλλάζουν τίποτα ουσιαστικό. Αν όμως αύριο, το 50% του εργατικού δυναμικού μεταπηδούσε στις τάξεις της Αναρχίας, θα 'βλεπες πολύ καλά τι σημαίνει πολιτική δύναμη κι αγώνας.

Ξεκίνησα να μιλώ πολιτικά, μάλλον θα καταλήξω ρομαντικός, στο τέλος.

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2018

Χειμώνας βαρύς [#07]

1. Δράση για την αντί-δραση

Η μεταμοντέρνα στάση κι οι συναφείς διαδηλώσεις είναι δράσεις αρνητικού προσήμου, δηλαδή αντιδράσεις. Ο αγαθός από μόνος του δεν έχει να πει τίποτα, παρά περιμένει να δράσει πρώτα ο μαλάκας. Έπειτα πιάνει να οργανώσει την αντίδρασή του. Αν δεχτούμε ν' αφήσουμε τις εξειδικευμένες αφορμές στην άκρη, τις αφορμές που έχουν να κάνουν με ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες (μετανάστες, ιερόδουλες, ρομά, φυλακισμένους, ναρκομανείς και γενικά ανθρώπους, που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, στο σύγχρονο αστικό κράτος), και πιάσουμε αυτές που αφορούν στον τρόπο ζωής, τότε εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι δεν έχουμε τι ακριβώς να υπερασπίσουμε. Είναι - κατά τη γνώμη μου - κι ο βασικότερος λόγος, που 'χουμε γεμίσει «αντί»: αντι-φασιστική πορεία, αντι-μνημονιακή πολιτική, αντι-ρατσιστική συναυλία και πάει αντι-λέγοντας. Προσδιορίζοντας όμως αυτό που είμαστε, ως το υπόλοιπο εκείνου που δεν είμαστε, τελικά στερεώνουμε βαθύτερα στις αντιλήψεις του κόσμου τις πραγματικότητες που αποστρεφόμαστε, τις στάσεις που ζητούμε να εξαλείψουμε, αφήνοντας μονίμως στους πέντε ανέμους τις πραγματικότητες που επιθυμούμε να εγκαθιδρύσουμε. Σκέψεις τετριμμένες. Αυτός ο ετεροπροσδιορισμός λειτουργεί ως ταφόπλακα της ελπίδας. Το να μη θες να πεθάνεις δε σημαίνει απαραίτητα το να θες να ζήσεις. Κι εμείς, χρειαζόμαστε επιτακτικά μια πολιτική της ζωής και του φωτός. Κάθε τι άλλο είναι θάνατος καθαυτός ή δρόμος ίσα καταπάνω του.

Θαύμασε, ας πούμε, τους βιρτουόζους της αντίρρησης, τους ανθρώπους που απεχθάνονται (όχι άδικα, φυσικά) σχεδόν κάθε έκφανση της μοντέρνας πολιτικής πραγματικότητας κι αναφέρομαι στους αναρχικούς. Τι διάολο κατάφεραν να χτίσουν και να οργανώσουν απ' τη μεταπολίτευση και δώθε; Δεν είναι κιόλας πως έχω εντρυφήσει στα της νεότερης αναρχικής ιστορίας κι ούτε μιλώ σαν ειδικός, μιλώ ως αυτό που είμαι. Ψαρεύοντας εδώ κι εκεί απόηχους από παλαιότερους του χώρου, αντιλαμβάνομαι ότι ίσως τα πράγματα είχαν μια διαφορετική ποιότητα ή δυναμική, κάπου εκεί στη δεκαετία του 80. Αλλά τόσο λίγο, για τόσο λίγο. Τι έχει απομείνει σήμερα; Όταν, από το '10, έπιασα να κουβεντιάζω ερευνώντας τους πολιτικούς αυτούς ανθρώπους και να διαβάζω ό,τι έπεφτε στα χέρια μου δεν κατάφερα να διακρίνω (πέρα από την ευγένεια των στόχων και συχνά ένα θάρρος αξιοζήλευτο) καμία αξιόλογη οργάνωση ή οργανωτικότητα, αποτέλεσμα της χρόνιας τριβής τους, καμία φιλοδοξία (εκτός κι αν θεωρείται φιλοδοξία η παθολογία μιας εσαεί αναμονής), κανένα χαραγμένο πολιτικό προτέρημα. Λιμνασμένοι στα ίδια και στα ίδια, στις συνελευσούλες τους, στις πορειούλες τους, στις καταληψούλες τους, στα μανιφέστα που βγαίνουν καρμπόν μία δραχμή ο τόνος, σα να μην έβγαιναν από ζωντανό οργανισμό, παρά από χιλιοτριμμένο καλούπι. Μα δεν προχώρησαν βήμα πιο πέρα τις δράσεις, τις συγκινήσεις, τη γλώσσα τους. Μιλώ ειρωνικά, αλλά με θλίψη δίκοπη, όταν πρωτίστως στο μπόλιασμα του αναρχισμού βασίζω τις ελπίδες μου.

Κοντεύουν (ή κλείσαν) δέκα χρόνια, που η εύθραστη ελληνική πραγματικότητα γίνηκε χίλια κομμάτια κι οι αφορμές για επαναπροσδιορισμό κι οργάνωση αυξήθηκαν με τρόπο εκθετικό. Μα τούτοι οι ανεκδιήγητοι δεν κατάφεραν ούτε μια πανελλήνια οργάνωση της προκοπής να καταφέρουν. Μα τι λέω; ούτε καν αθηναϊκή. Ακόμη και για τα πρακτικά ζητήματα, το μυαλό δε φτάνει παραπέρα: χαιρόντουσαν σαν τα παιδάκια που, τις ένδοξες ημέρες επί Ρωμάνειας απεργίας πείνας, μάζεψε η πορεία δύο-χιλιάδες-ξερω-γω-πόσους νοματαίους, μ' αν έκανες μια έτσι, παραδίπλα στην πλατεία Συντάγματος, οι Σύροι είχαν περιφρούρηση μια δράκα κουρασμένους. Και λέω, ρε πούστη μου, τόσοι χαραμοφάηδες στην πρωτεύουσα, δε θα μπορούσε κάθε βράδυ να υπάρχει μόνιμη, σταθερή ασπίδα, από εναλασσόμενες βάρδιες; Τι χρειάζεται περισσότερο από excel και καλή διάθεση; Μπα. Ξεφούσκωσε το πράμα. Ως εκεί αντέξε η καρδιά μας και η αγωνιστικότητα. Το πρωί δουλεύουμε κιόλας. Έτσι, μια όμορφη νύχτα πριν τις γιορτές, άνθρωποι και πράγματα εξαφανίστηκαν μέχρι να πεις κίμινο, σαν ποτέ να μη συνέβη το παραμικρό και σαν ποτέ να μην υπήρξαν. Μάλιστα, γρήγορα κιόλας εκλογικεύτηκε η ήττα ετούτη. Διαβάσαμε, τις επόμενες μέρες (και δεν εννοώ στην Καθημερινή), πως και να υπήρχε ο κόσμος, τι θα 'κανε; τι θ' άλλαζε; τσάμπα η φασαρία. Μα καταλαβαίνετε τι λέω, εδώ; το νόημα δεν είναι αν θα είχε αποτέλεσμα ή όχι η οποιαδήποτε κίνηση. Το νόημα εδώ είναι ότι αδυνατούμε να συγκροτηθούμε σε ένα οργανωτικό σκαλοπάτι παραπάνω, αδυνατούμε να φανταστούμε τους εαυτούς μας καλύτερους και ισχυρότερους, δεν έχουμε όραμα κι ούτε περιμένουμε κάτι περισσότερο απ' τις ζωές μας.

Ειλικρινά, δεν έχουμε για τι να παλέψουμε, δεν έχουμε εικόνες να χτίσουμε το μέλλον μας. Να φύγει το Μνημόνιο λένε οι μισοί, να φύγει το Κράτος οι υπόλοιποι. Ναι. Και μετά τι; Μετά θα το βρούμε; Ζήσε Μάη μου. Εδώ δε μιλώ πολιτικά, είναι βασικά θέματα ψυχολογίας όλα ετούτα. Αν είμαι σκλάβος, δεν αρκεί να μισώ τ' αφεντικό μου, δεν αρκεί καν να μισώ τη σκλαβιά. Δεν αρκεί να ξέρω τι δεν θέλω, αυτό γίνεται αυτόματα με την πρώτη βουρδουλιά. Είναι χρεία ν' αποκτήσει σχήμα αυτό που θέλω. Πρέπει να χτιστεί μέσα μου η λύσσα για την ελευθερία, τους ανοιχτούς τόπους, την ευθύνη του εαυτού μου ή του συντρόφου μου. Όχι ελευθερία έτσι γενικά κι αυθαίρετα. Ο άνθρωπος, που επαναστατεί στ' αλήθεια, νιώθει απλά πράματα κι όχι φιλοσοφικές τζιριτζάντζουλες. Η ελευθερία του έχει μορφή, δεν είναι του ανέμου. Είναι ελευθερία από την πείνα, απ' την αρρώστια, απ' την αμάθεια. Είναι ελευθερία να μιλάει με το κεφάλι ορθό, να περπατάει άφοβα, να χτίσει ένα σπιτικό και μέσα του ν' αγαπήσει. Άμα δεν ξέρει τι ζητά, τότε γιατί να παλέψει κανείς τα σίδερα; έτσι, ιδεατά, για να μην είναι σκλάβος, γιατί είν' η σκλαβιά πράμα κακό; Πρέπει κάτι να ποθώ για να μεταμορφωθεί ο κόσμος, να πάρει η Γη μπροστά. Με το μίσος τίποτα δεν παίρνει κίνηση - παρά μόνο επιφανειακά - κι ας γεμίσει κανείς τρεις τόμους ματοβαμμένης Ιστορίας. Την ίδια μάχη θα διαβάζεις ξανά και ξανά με άλλα ονόματα και χρόνους, δίχως την παραμικρή πρόοδο. Μ' αν υπάρχει ο πόθος και λείπει μονάχα η αφορμή, ε, τούτα είναι εύκολα πράματα πια, για την αποφασισμένη ψυχή.

Οι παλιοί τουλάχιστον λέγανε κι ένα «ψωμί, παιδεία, ελευθερία». Ήτανε κάτι ετούτο, απτό. Ασχέτως τι ακολούθησε. Γιατί και τα ψωμιά μας μια χαρά τα φάγαμε, τα χρόνια που ακολούθησαν τη δικτατορία. Η Μαρία-Αντουανέτα αποδείχτηκε, τελικά, μεγάλη αλεπού: οι υποτελείς αγοράζουν άφθονο πια το παντεσπάνι από τα σουρπερμάρκετς και το καταβροχθίζουν σε σπίτια δίχως βιβλιοθήκες, δίχως χαμόγελο, δίχως θέρμανση το χειμώνα. Την Παιδεία, που 'ταν αστικού τύπου, ούτως ή άλλως - δηλαδή καταδικασμένη στο δήθεν - μια χαρά την καταφέραμε και τούτη. Τη συνδέσαμε μονοδιάστατα με το σχολείο κι έπειτα απογυμνώσαμε κάθε άλλη δραστηριότητα απ' αυτή. Δεν θα 'βρισκες, δηλαδή, και πολλή παιδεία σε μια δημόσια υπηρεσία, σε μια κοινή διασταύρωση με φανάρι, στον τρόπο που μεγαλώναμε τα παιδιά μας, στην τηλεόραση ή τη μουσική. Τελικά, εφεύραμε τις πανελλήνιες σύγχρονου τύπου, δίνοντας έτσι τη χαριστική βολή σε ο,τιδήποτε γνήσιο, αποθεώνοντας τη χρησιμοθηρία. Αλλά μήτε η Ελευθερία μας έμεινε της προκοπής. Όχι γιατ' είναι λίγο να μπορείς να μιλάς ανεμπόδιστα για τα πιστεύω σου, δίχως το φόβο να σου δώσουν οι μπάτσοι ραντεβού στη γωνία - για το οποίο δεν βάζεις, βέβαια, και το χέρι σου στη φωτιά - αλλά γιατί είναι ελευθερία μόνο των λόγων, άρα του αέρα του κοπανιστού. Άμα επιχειρήσει κανείς να ζήσει τη ζωή του όχι με λόγους, παρά με τρόπο αληθινό, δηλαδή με το σώμα και τη δράση του, αλλά μια στάλλα δα εκτροχιασμένος απ' τα καθεστηκότα και το μονοδιάστατο, τότε μόνο θα νιώσει στο πετσί του τι στον κόρακα σημαίνει αστικό Κράτος (ή αν το θέτε Κράτος γενικότερα) και πόση ελευθερία σηκώνει, γενικά.

Οι ζωές μας παραπαίουν, δίχως ιδιαίτερη εσωτερικότητα, δηλαδή ευάλωτες στη δημαγωγία και το λαϊκισμό, για να χρησιμοποιήσω κι εγώ μερικά κλισέ. Κι αυτά δεν είναι μονοπώλιο της Καθεστηκυίας: καλά λαϊκίζουν κι οι επαναστατικές φυλλάδες, που 'χουνε γίνει πιο βαρετές κι ανούσιες από σαπουνόπερα. Κατά βάθος, δεν είμαστε διατεθειμένοι ν' αλλάξει τίποτα. Στην καλύτερη, απαιτούμε να επανακτήσουμε τα κεκτημένα παλαιότερων αγώνων, τους οποίους έδωσε μία άλλη πάστα αγωνιστών. Στην μέση οδό, απαιτούμε μια πρώτερη καλοζωΐα και θα το βουλώναμε μια χαρά, άμα πιάναμε στα χέρια μας ξανά το καροτάκι. Στη χειρότερη, είμαστε ικανοποιημένοι με τη μιζέρια τούτη, που δεν έχει ευθύνες, δεν έχει πολλά-πολλά, μόνο μπόλικη γκρίνια, χωρίς να θίγεται η επαναστατικότητά μας.

Δεν υπάρχουν, ανάμεσά μας, και πολλοί άνθρωποι, που να την ονειρεύονται όντως αλλιώς την κοινωνία. Άρδην αλλιώς κι όχι με τους μισθούς, απλά, ανεβασμένους. Εδώ, φυσικά, δεν αναφέρομαι στα λόγια, που πλεονάζουν σαν τις κουράδες στο βόθρο. Άμα συναναστραφείς τους ανθρώπους, στην πράξη, θα διαπιστώσεις μια πνευματική οκνηρία και μια μυωπία ψυχική: στην πραγματικότητα δεν επιθυμούν και πολύ ν' αλλάξουν. Δεν είμαστε διατεθειμένοι να στερηθούμε, να πονέσουμε, να υποστούμε το τίμημα, προκειμένου να γεννηθεί το καινούργιο. Και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Και επανάσταση και βόλεμα. Ξεγελούμε ακόμα κι εαυτούς, σε τούτο το χούι, χρόνια τριμμένοι πάνω στα επαναστατικά και στα ηρωικά (εδώ μάλλον δε με πιάνει εμένα), μα στην πραγματικότητα κακομαθημένοι και κρυφο-βολεψάκηδες (εδώ όμως με πιάνει).