Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Δημοσκοπικός Δήμος: μια εκπληκτική ιδέα!!

Τόσο όμορφες ιδέες! Τόσες όμορφες ιδέες! Μα γιατί να μη μας επιτρέπεται να δοκιμάσουμε τις ζωές μας με χίλιους διαφορετικούς τρόπους; Είναι σημαντικό που, άνθρωποι τόσο μορφωμένοι, καταλήγουν σε συμπεράσματα συγγενή, με τις δικές μου πρωτογενείς προσεγγίσεις. Παραθέτω αυτό το τελευταίο σχόλιο, σε καμία περίπτωση προκειμένου να ευλογήσω τα γένια μου, παρά με την αφελή χαρά ενός ερασιτέχνη, που διαπιστώνει - επιτέλους - τη λειτουργική επάρκεια μιας στοιχειώδους λογικής, μέσα στον εγκέφαλό του. Τελικά, τη δυνατότητα που κρύβεται στη διανόηση του καθενός, αν ποτέ αποφασίσει να αναγνωρίσει στο σκέπτεσθαι ένα γόνιμο στίβο και όχι ένα πάρεργο, απέναντι στο αντίπαλο δέος μιας αβίαστης, ενστικτώδους ενόρμησης. Απολαύστε μια εξαιρετική συζήτηση, από εκείνες που για κάποιο λόγο δε θα ήθελες να τελειώσουν.


Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Μικρό σημείωμα στον ελληνικό Αναρχισμό [Νο1]

Στις 9 Φεβρουαρίου του 2012, η τότε κατάληψη της Νομικής μοίρασε (άμα τη καταλήψει) μια ανακοίνωση, η οποία μεταξύ άλλων όμορφων, προβλέψιμων και τετριμμένων έλεγε και τα εξής (τετριμμένα και αυτά):

"Εμείς διαλέγουμε συνειδητά στρατόπεδο θεωρώντας πως κάθε παρουσία εθνικού συμβόλου και σημαίας ανήκουν στο πεδίο του εχθρού και είμαστε διατεθειμένοι να το πολεμήσουμε με κάθε μέσο".

και

"Μόνη λύση η κοινωνική επανάσταση. Σε όλα αυτά έχουμε να αντιπροτείνουμε την κοινωνική επανάσταση την οποία θεωρούμε ως μόνη λύση για να έχουμε ζωή και όχι επιβίωση. Αυτό σημαίνει να εξεγερθούμε απέναντι σε κάθε οικονομικό και πολιτικό θεσμό. Απαιτεί, μέσα στην πορεία της εξέγερσης, να λάβουμε μέτρα όπως κατάργηση του κράτους, της ιδιοκτησίας και κάθε είδους μετρησιμότητας, της οικογένειας, του έθνους, της ανταλλαγής και τους κοινωνικού φύλλου. Ώστε να επεκτείνουμε τη χαριστικότητα και την ελευθερία σε κάθε σημείο του κοινωνικού βίου".

(Ολόκληρη η ανακοίνωση, εδώ.)

Προσωπικά, δε διαφωνώ και σε πολλά ως προς το περιεχόμενο, τόσο της ανακοίνωσης, όσο και του αναρχισμού γενικότερα κι ίσως, μάλιστα, κάποτε βρω το καθαρό μυαλό να ξετυλίξω συνολικά τις σκέψεις μου περί του θέματος. Ωστόσο, εδώ θα με απασχολήσουν κυρίως δύο ερωτήματα: (α) σε ποιο κοινό απευθύνεται η συγκεκριμένη ανακοίνωση και (β) αν τα παραπάνω αποσπάσματα λειτουργούν θετικά, δηλαδή ως πρόσκληση, ή αρνητικά, δηλαδή ως μια γραφική, αναρχική αμπελοφιλοσοφία.

(α)

Επειδή ολόκληρο το περιεχόμενο της ανακοίνωσης λέει πράγματα τα οποία - υποθέτω - θα πρέπει να είναι χιλιο-ειπωμένα στους κύκλους των αναρχικών, φαντάζομαι πως δε γράφτηκε για εσωτερική κατανάλωση, αλλά αντίθετα σαν ένα άνοιγμα στο ευρύτερο κοινό. Στο κάτω-κάτω, θα ήταν παράδοξο μια οποιαδήποτε συνέλευση να βγάζει ανακοινώσεις, με στόχο να τις μοιράσει σε όσους τις συνέταξαν!

Θα μου πείτε, φυσικά, όλα αυτά τα φυλλάδια και οι ρητορικές εξάψεις, θα μπορούσαν να έχουν ως στόχο την ενημέρωση και το συντονισμό των ομοδόξων. Θεωρώ από τις ελάχιστες γνώσεις μου, ότι οι αναρχικές ομάδες - ως επί το πλείστον - δεν πάσχουν από κοινωνικό αυτισμό, αλλά αντιθέτως, αναζητούν με κάθε ευκαιρία τρόπους "ανοίγματος" και συμπαράστασης προς την υπόλοιπη κοινωνία. Με αυτό κατά νου, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι παραλήπτης της ανακοίνωσης δεν είναι καμιά αναρχο-μυστικιστική σέχτα, αλλά εγώ κι εσύ που διαβάζεις τώρα (αν υπάρξει ποτέ κανείς τέτοιος). Από την αλλη, τώρα, πολύ φοβάμαι ότι - όμοια με το ΚΚΕ - οι σημερινή αναρχική σκέψη (μπούρδα είναι αυτό, αφού δεν υπάρχει μία μόνο αναρχική σκέψη, αλλά χάριν του επιχειρήματος, που λέμε) διακατέχεται από μιας μορφής φιλοσοφικό αυτισμό και είναι αυτό που, σε γενικές γραμμές, θα θίξω παρακάτω. Κάτω από αυτή την οπτική, θα προχωρήσω λοιπόν στην κριτική των προαναφερθέντων αποσπασμάτων.

(β)

Καταρχήν, αδυνατώ να κατανοήσω πώς είναι δυνατόν, άνθρωποι που αντιπαλεύουν σαν τα σκυλιά τις φασιστικές, ακροδεξιές οργανώσεις, κατηγορώντας τες για μιλιταρισμό και άπλετη χρήση βίας, να καταφέρνουν μέσα σε δύο μόλις σειρές γραπτού λόγου να εξαντλήσουν το μιλιταριστικό λεξιλόγιο: "στρατόπεδο", "εχθρού", "πολεμήσουμε". Άλλα μου λεν τα μάτια σου και άλλα η καρδιά σου, ένα πράγμα. Αλλά θεωρώ - όχι αβάσιμα υποθέτω - ότι η ποιότητα του λόγου μεταφέρει κι ένα μέρος απ' την ποιότητα του περιεχομένου του. Με αυτό κατά νου, αναρωτιέμαι αν ο εμπνευστής του παραπάνω κειμένου ξέρει τι να περιμένει από τον αναγνώστη του. Γιατί, προσωπικά, φοβάμαι ότι ο αδαής - και έστω άδολος - αναγνώστης, δε θα κοινωνήσει ούτε ίχνος απ' την ποιότητα του αληθινού αναρχικού ζητούμενου, μέσα από τέτοιες "στρατιωτικοποιημένες" εκφράσεις. Δεν θα αναλωθώ άλλο στο συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά προκαλώ κάθε αναρχικό συγγραφέα ανακοινώσεων να αναρωτηθεί τόσο ως προς την ποιότητα που πιστεύει ότι εκπροσωπεί, όσο και ως προς εκείνη που πιστεύει ότι μεταλαμπαδεύει. Γιατί "αγώνας" δε σημαίνει "πόλεμος", "αντίπαλος" δε σημαίνει "εχθρός" και "παίρνω θέση" δε σημαίνει "επιλέγω στρατόπεδο".

Ως προς το θέμα της σημαίας τώρα. Μα καλά, οι σημερινοί αναρχικοί σε ποια χώρα μεγάλωσαν; σε ποιον πλανήτη; Τι κι αν εγώ εκστασιάζομαι, κάθε φορά που ακούω το συγχωρεμένο το Διαμαντόπουλο να τα χώνει για τη σημαία και τους συμβολισμούς της; Παρ' όλα αυτά, δε ζω μονάχος μου σ' αυτή την κοινωνία. Ή μάλλον, δεν κλείνω τα μάτια μου στον κόσμο γύρω, δεν κατεβάζω ρολά. Παρατηρώ και κρίνω. Μια σημαία είναι, φυσικά, ικανή (αυτός που την κρατά δηλαδή, όχι η ίδια) να καλύψει ό,τι βρωμιά μπορεί κανείς να φανταστεί - ειδικά αν πιάσουμε τίποτε ιδεώδεις συμβολισμούς: Δημοκρατία, Ελευθερία και τα σχετικά. Αλλά μπορεί να σημαίνει, επίσης, το σπίτι μου, το χωριό μου, το καΐκι που με πέρναγε απέναντι, τον παππού Μιχάλη που πέθανε το '40, όχι από κανένα εθνικιστικό ιδεώδες, παρά διεκδικώντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Θα μου πείτε: αφέλειες και γενικεύσεις. Άμα ρωτήσεις κάποιον τι κρατάει στα χέρια του εκείνη τη στιγμή, το πιθανότερο είναι να μην ξέρει ούτε ο ίδιος. Αλλά; Τον ρώτησες;

Δε μπορώ, σε καμία περίπτωση, να κατανοήσω με ποιον τρόπο η παρουσία της σημαίας είναι ικανή να στιγματίσει κάποιον ως εχθρό μου (εκτός κι αν βλέπω παντού εχθρούς). Όχι, δίχως να καθίσω και να συνδιαλεχθώ μαζί του, δίχως να επιχειρήσω να κατανοήσω τους συμβολισμούς, με τους οποίους έχει φορτίσει - αυτός προσωπικά - το πανί που κρατάει ή έχει κρεμάσει στο μπαλκόνι του. Τα εθνικά σύμβολα δεν είναι απαραίτητα συνώνυμα του εθνικισμού, όσο κι αν αηδιάζουν μερικούς από εμάς ή έστω μας αφήνουν αδιάφορους. Αυτό για να το καταλάβει κανείς, πρέπει καταρχήν να συνειδητοποιήσει ότι κι αν ο ίδιος έχει αγγίξει υπερβατικά επίπεδα διαύγειας, οι υπόλοιποι θνητοί διάγουμε βίο σε διάφορα επίπεδα ωρίμανσης. Πολλοί είναι εκείνοι που αγαπάνε αυτή την αοριστία που ονομάζουμε Ελλάδα, δίχως να επιθυμούν σώνει και καλά το θάνατο όλων των άλλων. Αυτούς, λοιπόν, τους αδαείς πρέπει ο γερο-σοφός των Εξαρχείων να τους προσεγγίσει με τρόπο ανθρώπινο - όχι οικτίρωντας ή υποτιμώντας τους - και να τους εξηγήσει γιατί αυτό που έχει να τους προτείνει είναι ανώτερο, καλύτερο ή αξιότερο από αυτό που οι ίδιοι πιστεύουν. Αλλά απορρίπτοντάς τους εκ των προτέρων, ως εν δυνάμει εχθρούς, τελικά τους καθιστούμε εχθρούς από μόνοι μας.

Αλλά όσο χρέος έχει ο "Ελληναράς" να γλιτώσει απ' τη "σαπίλα" των εθνικών συμβόλων, άλλο τόσο έχει κι ο αναρχικός να γλιτώσει απ' την άλλη πλύση εγκεφάλου: εκείνη των αντεθνικών συμβόλων και μιας ξύλινης και μονοκόμματης αντίδρασης, η οποία δε διαφέρει και πολύ από το φασισμό που αντιμάχεται. Παρά ομφαλοσκοπώντας, από την υψικόρυφη κωλάρα της αναρχικής μας διανόησης, κάνουμε τις δικές μας παραδοχές και επικολλούμε τις δικές μας ετικέτες στους συνανθρώπους μας, κατά πώς μας καπνίσει και μέχρι εκεί που φτάνει ο νους μας. Αλλά θα πρέπει να καταλάβει κανείς, ότι δε μπορείς να γκρεμίσεις μια ολόκληρη κοινωνία, δίχως μια στάλα ταπεινότητας και ανοχής. Ταπεινότητα για τα λάθη που σχεδόν βέβαια θα κάνεις, ανοχή για τα λάθη που κι οι άλλοι έχουν δικαίωμα και περιθώρια να κάνουν. Δε μπορείς να οραματίζεσαι, ακόμα και τα αγνότερα οράματα, δίχως μια στάλα υπομονής για τις μεταμορφώσεις εκείνες, που συνήθως ξεπερνούν σε χρονικές απαιτήσεις τις ζωές πολλών γενεών. Δε μπορείς να καταδικάζεις τη σημαία του άλλου, αλλά εσύ απ' την πλευρά σου να εκστασιάζεσαι στη θέα και τον κυματισμό των αναρχικών λαβάρων (απ' τα οποία ουκ ολίγα υπάρχουν). Γιατί δεν είναι άλλο το ένα κι άλλο το άλλο. Όσο εθνικιστής είναι αυτός με την ελληνική σημαία, άλλο τόσο είναι κι εκείνος με την αναρχική. Μονάχα το "έθνος" του διαφέρει. Άμα δε θέλω λοιπόν να βλέπω γύρω μου σημαίες, χρέος έχω να κάψω πρώτα τη δική μου. Τελεία.

[Του Μπι Κοντίνιουδ]

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Ο Συνταγματολόγος Ηλίας Νικολόπουλος

Μια εξαιρετικά συγκροτημένη και διαφωτιστική συζήτηση του 2011, στο διαδικτυακό κανάλι "Εδώ Σύνταγμα WEBTV", γύρω από μερικά φλέγοντα συνταγματικά ζητήματα , τη νομιμότητα των κυβερνητικών αποφάσεων, τον εκλογικό νόμο και άλλα τέτοια όμορφα. Πολύ μούρη ο Κος Νικολόπουλος. Αξίζει τον κόπο...



Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Αναθεωρήσεις - Επισημάνσεις.

Σε προηγούμενη υπεράσπισή μου της απλή αναλογικής απέτυχα να διακρίνω μια «λεπτομέρεια» εξαιρετικής σημασίας. Τα μάτια μου άνοιξε ένα άρθρο πάνω στο θέμα, κάποιου Πάνου Ελευθεριάδη , νομικού, γραμμένο στο περιοδικό Cogito (τεύχος 10, Ιούλιος 2010). Εκεί θίγεται το εξής ερώτημα, το οποίο ελάχιστα με είχε απασχολήσει: αν υποθέσουμε, δηλαδή, πως η απλή αναλογική είναι σύστημα δικαιότερο, τότε θα πρέπει να εξετάσουμε ως προς τι είναι δικαιότερο ∙ τι είναι με άλλα λόγια εκείνο το οποίο μοιράζεται δικαιότερα από αυτήν; Ο αρθρογράφος αναρωτιέται και υποστηρίζει ότι εκείνο που θεωρητικά θα πρέπει να μοιράζεται δικαιότερα είναι η εξουσία. Ωστόσο, στην πράξη αυτό ουδόλως συμβαίνει. Στη συνέχεια, παραθέτω εν συντομία τα βασικότερα σημεία της επιχειρηματολογίας του, στα οποία τονίζω ότι συμφωνώ και επαυξάνω (η ευθύνη της περίληψης και της απλοποίησης δική μου):

Η εξουσία, λοιπόν, δεν μοιράζεται δίκαια για τους εξής λόγους:

α. Το δεύτερο κόμμα, ακόμη και στην καλύτερη των περιπτώσεων (δηλαδή ενός οριακού 49% των εδρών) έχει δυσανάλογα μικρότερη εξουσία. Δεν παίρνει ούτ’ ένα υπουργείο, δεν επανδρώνει ούτε μία γενική γραμματεία υπουργείου, δε διαχειρίζεται κρατικές τράπεζες ή άλλους κρατικούς οργανισμούς, τέλος πάντων, αυτό που παίρνει (είναι εκείνο στο οποίο δικαίως πάει το μυαλό σας, αλλά δεν επιτρέπεται να το εκστομίσουμε γιατί είμαστε σοβαρό blog) είναι ένα τεράστιο, ολοστρόγγυλο και με μπόλικο σουσάμι μηδενικό.

β. Πολύ περισσότερο - αν οι συγκυρίες το θελήσουν έτσι - είναι πιθανό ένα κόμμα του 3%, μέσω μιας κυβέρνησης συνεργασίας, να έχει δικά του υπουργεία (η πρόσφατη εμπειρία με το ΛΑ.Ο.Σ. το απέδειξε αυτό περίτρανα), όταν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης - με πολλαπλάσια ποσοστά εδρών - δεν απολαμβάνει κανένα μέρισμα εξουσίας.

γ. Ακόμη χειρότερα μπορούν να γίνουν τα πράγματα, αν αναλογιστούμε ότι ένα τέτοιο ήσσον κόμμα συνεργασίας έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει μεγαλύτερη εξουσία ακόμη κι απ’ αυτή την ίδια την κυβέρνηση, κι αυτό πάντα με την απειλή ή τον εκβιασμό μιας επικείμενης αποχώρησης. Εδώ, αναφέρει χαρακτηριστικά ο αρθρογράφος το παράδειγμα των Φιλελεύθερων Δημοκρατών στη Γερμανία, οι οποίοι με τον τρόπο αυτό, λέει, κράτησαν για χρόνια το σημαντικό Υπουργείο Εξωτερικών.

Όλα τα παραπάνω – αλλά και μερικά ακόμη που αναλύονται στο εν λόγω άρθρο - με κλόνισαν γερά, καθώς δεν είχα αντιληφθεί στο παραμικρό αυτές τις προφανείς παρατηρήσεις πάνω στη νομή της εξουσίας, που έπεσαν πάνω μου σαν δυνατές καρπαζιές αποκάλυψης. Φυσικά και δε θεωρούσα την απλή αναλογική πανάκεια, αλλά όχι κι έτσι βρε αδερφέ. Ωστόσο, από την αρχή υπήρχε κάτι που μ’ ενοχλούσε έντονα στο εν λόγω άρθρο (πάνω δηλαδή στην δομή της επιχειρηματολογίας, όχι κάτι πονηρότερο), όμως εν πρώτοις θεώρησα πως δεν ήταν παρά θιγμένος εγωισμός και τίποτα περισσότερο. Τελικά, κατόπιν ωρίμου σκέψεως, νομίζω ότι τελικά συνειδητοποίησα περί τίνος πρόκειται.

Γιατί η υπόθεση πάνω στην οποία στηρίζεται, ευθύς εξαρχής, όλο το λογικό οικοδόμημα είναι άκρως αμφισβητήσιμη. Η απλή αναλογική δεν καλείται, απαραίτητα, να μοιράσει δίκαια την εξουσία, αλλά δίκαια την αντιπροσώπευση. Γιατί τα δύο αυτά, φυσικά, δεν ταυτίζονται κι αυτό αποτυγχάνεται να επισημανθεί δεόντως. Έχω την εντύπωση ότι - εδώ ίσως οι γνώσεις μου στέκονται ανεπαρκείς – ένα εκλογικό σύστημα είναι υπεύθυνο μόνο για τον τρόπο που μοιράζονται οι έδρες κι όχι για το πώς θα γίνει τελικά η κατανομή της εξουσίας (τέλος πάντων, τουλάχιστον ανάμεσα σε όσους ανοίξει τελικά η Βουλή τις πόρτες της). Για την κατανομή αυτή υπεύθυνα είναι - υποθέτω - διάφορες νομοθεσίες και οι συνταγματικές διατάξεις. Ο εκλογικός νόμος δε βλέπω με ποιον τρόπο έχει ισχύ και επιρροή πάνω στη νομή της εξουσίας, από τη στιγμή που θα μοιραστούν οι βουλευτικοί θώκοι και μετά. Γιατί μπορεί κανείς να έχει έδρα χωρίς καμία εξουσία ή πάλι να έχει εξουσία χωρίς καμία έδρα (πχ. αντιπρόσωποι που διορίζονται απ' τα κόμματα, αλλά ουδέποτε εμφανίστηκαν στα ψηφοδέλτια, βλ. Παπαδήμος - αν υποθέσουμε φυσικά ότι έχει μια κάποια εξουσία και δεν είναι απλή βιτρίνα). Να το πω και λίγο διαφορετικά: εννοείται πως η κατανομή των εδρών αποτελεί μια πρώτη κατανομή εξουσίας, ωστόσο η τελευταία δεν εξαντλείται (ή δεν θα 'πρεπε να εξαντλείται) εκεί. Έτσι η απλή αναλογική μοιράζει δικαιότερα τις έδρες, αλλά όχι και δικαιότερα την εξουσία. Δεν είναι αυτή η δουλειά της. Αυτό θα απαιτούσε νόμους δημοκρατικότερους και αντιπροσώπους ωριμότερους, τέλος πάντων, άλλα ήθη και έθιμα, άγνωστα σε τούτη τη μικρή γωνιά της Γης.

Πάντως, η δικαιότερη αντιπροσώπευση σε ένα σύστημα κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης - τονίζω για άλλη μια φορά – ΕΙΝΑΙ το ζητούμενο! Πρόκειται περί μιας ηθικής επιταγής πλήρους αντικρύσματος, νοήματος και ειδικού βάρους. Η συζήτηση θα έπρεπε να ξεκινάει ΑΠΟ αυτήν και όχι πριν απ’ αυτήν. Στα υπόλοιπα σημεία, όπως προανέφερα, ο αρθρογράφος θα με βρει σύμφωνο με τα περισσότερα, ωστόσο νομίζω ότι τελικά σε ένα ακόμα ιδιαίτερα σημαντικό σημείο αδυνατεί. Αδυνατεί, δηλαδή, να δείξει με τρόπο ισχυρό γιατί η ενισχυμένη αναλογική είναι δικαιότερη. Επιχειρεί να την αναδείξει απαιτώντας, ωστόσο, προϋποθέσεις τέτοιες οι οποίες θα καθιστούσαν τελικά το όποιο δημοκρατικό εκλογικό σύστημα ουδέτερης σημασίας. Αν πληρούνταν όντως οι όροι του διαχωρισμού των εξουσιών, της διαφάνειας, των πολλαπλών ελέγχων κτλ. δηλαδή σε μια «ιδανική» κοινωνία, τότε πράγματι θα ήταν αδιάφορο αν εκλέγαμε κυβερνήσεις ενισχυμένης αναλογικής, τεχνηέντως αυτοδύναμες, ή «αδύναμες» κυβερνήσεις συνεργασίας, απλής αναλογικής.

Τέλος πάντων, όλα ετούτα είναι θεωρητικές αερολογίες και ακαδημαϊσμοί, στο βαθμό που έχω ήδη κουβεντιάσει σε προηγούμενες αναρτήσεις μου, πως η κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση οφείλει να αποκατασταθεί μόνο ως κτίσμα διατηρητέο, το οποίο θα υποχωρήσει σταδιακά δίνοντας τη θέση του σε όλο και λιγότερη αντιπροσώπευση, όλο και περισσότερη άμεση δημοκρατία.

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2009

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

Πολιτική με Πολίτες (Μέρος 1ο)

«(...) Έτσι κανένα κράτος, όσο δημοκρατική κι αν είναι η μορφή του, ακόμη και η πιο κόκκινη πολιτική δημοκρατία, λαϊκό μόνο με την έννοια αυτού του ψεύδους που είναι γνωστό με το όνομα της αντιπροσώπευσης του λαού, δεν είναι σε θέση να δώσει στο λαό αυτό που έχει ανάγκη, δηλαδή την ελεύθερη οργάνωση των ίδιων του των συμφερόντων, από κάτω προς τα πάνω, χωρίς καμιά ανάμιξη, προστασία ή καταναγκασμό από τα πάνω, γιατί κάθε κράτος, ακόμη και το πιο δημοκρατικό, ακόμη και ψευδολαϊκό, όπως το κράτος που φαντάζεται ο κ. Μαρξ, δεν είναι τίποτε άλλο, στην ουσία του, από την διακυβέρνηση των μαζών, από πάνω προς τα κάτω, από μια σοφή και γι’ αυτό το λόγο προνομιούχο μειοψηφία, που ισχυρίζεται ότι καταλαβαίνει καλύτερα τα πραγματικά συμφέροντα του λαού απ’ ό,τι ο ίδιος ο λαός» (Μ. Μπακούνιν, "Κρατισμός και Αναρχία")

Στα προηγούμενα, θεώρησα δεδομένο ότι έλλειψη αυτοδυναμίας και ακυβερνησία δεν είναι έννοιες ταυτόσημες ή ισοδύναμες, στο βαθμό που τα κόμματα έχουν την επιλογή της συνεργασίας ή του συνασπισμού. Όμως, όπως καλά το γνωρίζουμε, τα κόμματα συνήθως παραμένουν αδιάλλακτα και αρνούνται οποιαδήποτε συνεργασία, είτε για λόγους ιδεολογικούς (δεν είναι δίκαιο ν’ αρνηθούμε πχ. στο κομμουνιστικό κόμμα την αξιωματική του αντίθεση στα δύο «μεγάλα» κόμματα), είτε για λόγους μικροπολιτικούς και δημιουργία εντυπώσεων. Είναι έτσι λογικό να οδηγηθούμε στην παραδοχή, πως ένα σύστημα απλής αναλογικής σπάνια θα επιτύγχανε αυτοδυναμίες, συνεπώς δύσκολα θα οδηγούμασταν σε επίτευξη ουσιαστικού νομοθετικού έργου. Αυτό το τελευταίο, βέβαια, δεν είναι καθαρή συνεπαγωγή. Θέλω να πω: θα μπορούσε μια κυβέρνηση να μην είναι αυτοδύναμη – να κατέχει δηλαδή λιγότερες από 151 έδρες – κι ωστόσο σε περίπτωση που κατέθετε ένα δίκαιο και λειτουργικό νομοσχέδιο, το τελευταίο να υπερψηφιζόταν ακόμη κι από βουλευτές άλλων κομμάτων. Αυτό θα προϋπόθετε πως και οι 300 βουλευτές θα ψήφιζαν κατά... συνείδηση και όχι σαν τα πρόβατα, καθοδηγούμενοι από τον κομματικό τους ποιμένα. Μεγάλες προσδοκίες κι όνειρα θερινής νυχτός! Φτάσαμε, λοιπόν σε αδιέξοδο; Απ’ τη μία ζητάμε απλή αναλογική κι απ’ την άλλη η πραγματικότητα αδήριτη, μας αναγκάζει να παραδεχτούμε πως θα καταλήγουμε συνεχώς σε ασυμφωνίες και παρατεταμένη ακυβερνησία; Γιατί, βέβαια, στην εποχή μας φαντάζει ιδιαίτερο τολμηρό να ονειρευτεί κανείς ποσοστά άνω του 50%, δια της απλής αναλογικής.

Αλλά ακόμα κι έτσι, αν δηλαδή το 50% ήταν εφικτό, θα οδηγούμασταν ξανά στα αδιέξοδα που επιφέρει η σύγκλιση των δύο εξουσιών (νομοθετικής και εκτελεστικής) στα χέρια μίας και της αυτής κλίκας. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι να αναζητούμε δικαιότερα εκλογικά συστήματα, τα οποία όμως θα εξακολουθούν να είναι φορείς των ίδιων προβλημάτων και αδιεξόδων. Σε πρώτη φάση, αυτό που αναζήτησα ήταν τρόπους να επαναδραστηριοποιηθεί ο πολίτης. Σε δεύτερη φάση, βαθύτερα, ακόμη και η απλή αναλογική δε λύνει μερικά από τα ενδογενή προβλήματα του πολιτεύματός μας, δηλαδή της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης. Εδώ έρχεται το δημοψήφισμα. Μέχρις εδώ, όσα είπα, πάνω κάτω, τα είχα ξαναπεί. Να περάσω ένα βήμα μπροστά.

Ν’ αλλάξει ο Μανωλιός

Η πρόταση μου είναι ο ρόλος της Βουλής από αυστηρά νομοθετικός να γίνει χαλαρά νομοθετικός. Δηλαδή, να συνεχίσει να λειτουργεί όπως και σήμερα για ζητήματα ήσσονος σημασίας, αλλά για μείζονα θέματα να έχει ρόλο νομοσχεδιαστικό ή νομοπαρασκευαστικό. Από εκεί και πέρα, το νομοθετικό έργο θα εναποτίθεται στα χέρια του άμεσα ενδιαφερόμενου, δηλαδή του ίδιου του λαού. Η πρότασή μου αυτή προχωράει λίγο πιο τολμηρά, σε σχέση με τα δύο ή τρία δημοψηφίσματα το χρόνο, για τα οποία έγραψα σε προηγούμενη ανάρτηση. Μιλάω για σταθερό και συνεχές νομοθετικό ρόλο και έργο. Μιλάω για μόνιμα εκλογικά κέντρα, τα οποία θα λειτουργούν αδιαλείπτως καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και κανονικότατα σαν οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία. Μέσα στη διάρκεια ενός μήνα, οι πολίτες θα έχουν το δικαίωμα (υποχρέωση;), να μελετήσουν τους προς ψήφιση νόμους και να εξασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα, ανά πάσα ώρα και στιγμή ευκαιρήσουν, έως και το τέλος του μήνα. Τα χρονικά περιθώρια είναι απλώς ενδεικτικά. Θα μπορούσαν να υπάρχουν περίοδοι επιτακτικές, όπου μια ψηφοφορία θα έπρεπε να ολοκληρωθεί σε λίγες ημέρες και περίοδοι νομοθετικά «νεκρές» όπου θα μπορούσαν τα περιθώρια ν’ αυξηθούν στους δυο μήνες. Την οργάνωση των εκλογικών κέντρων και το κατά πόσο θα μπορούσε η τεχνολογία να επιταχύνει τις διαδικασίες, θα το εξετάσω αργότερα.

Δεν ήξερες... δε ρώταγες;

Αλλά ανάμεσα στην πρόταση ενός νομοσχεδίου και το δημοψήφισμα, υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα, το οποίο δημιουργείται από την άγνοια του «μέσου» πολίτη για τα διάφορα ζητήματα, φλέγονται και μη. Καίρια η σημασία και ο ρόλος της έγκυρης και σωστής ενημέρωσης. Και φυσικά, κάθε άλλο παρά συνετό θα ήταν να την αφήσουμε στα χέρια της κρατικής τηλεόρασης ή – πολύ χειρότερα – στα χέρια της ιδιωτικής ή του τύπου. Εδώ έρχεται η επόμενη πρόταση.

Για κάθε ξεχωριστό τεχνικό ζήτημα: οικονομικό, περιβαλλοντικό, εκπαιδευτικό, ασφαλιστικό, κλπ. προτείνω να υπάρχει και μια ξεχωριστή επιτροπή εμπειρογνωμόνων. Σε γενικές γραμμές – θα αναλύσω παρακάτω – ο ρόλος μια επιτροπής θα είναι να μελετά το προτεινόμενο νομοσχέδιο, να το ερμηνεύει και ουσιαστικά να εκλαϊκεύει την ερμηνεία του αυτή. Να το καθιστά κατανοητό και προφανές, αν είναι δυνατόν και σ’ ένα παιδί. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να παρουσιάζεται με τη μορφή σύντομων ερωτήσεων–απαντήσεων, όπως συχνά συμβαίνει να διαβάζουμε σε εφημερίδες για πολλά σημαντικά ζητήματα, που φαντάζουν εν πρώτοις πολύπλοκα και μπερδεμένα. Θα μπορούσαν να συνοδεύονται από φωτογραφίες, χάρτες, διαγράμματα, ώστε να καθίστανται ακόμα πιο άμεσα αντιληπτά. Κατόπιν το νομοσχέδιο, εκλαϊκευμένο πια, θα τυπώνεται απ’ το τυπογραφείο του κράτους και θα μοιράζεται μέχρι και το τελευταίο χωριό, όπως ακριβώς και τα ψηφοδέλτια (θα μπορούσαμε ακόμη και να υποχρεώσουμε τις ιδιωτικές εφημερίδες να συνδράμουν στο στόχο αυτό).

Δεν έχει «αλλά»;

Εδώ τίθενται δύο σοβαρές παράμετροι: πρώτον, πώς θα γίνει οι επιτροπές αυτές να μην είναι κατευθυνόμενες και δεύτερον πώς θα γίνει οι επιτροπές αυτές να συμφωνούν σε ένα κείμενο, δηλαδή σε μια και μόνο ερμηνεία του νόμου. Ας εξετάσουμε αυτά τα δύο.

Η Ελλάδα είναι ήδη χωρισμένη σε 52 ευρύτερες διοικητικές περιφέρειες, τους γνωστούς νομούς. Προτείνω, λοιπόν, κάθε επιτροπή να αποτελείται από 52 αντιπροσώπους, έναν από κάθε νομό. Οι αντιπρόσωποι αυτοί δε θα είναι ούτε πολιτικάντηδες, ούτε τυχάρπαστοι, αλλά θα πρόκειται για ειδήμονες σε καθένα από τα ξεχωριστά τεχνικά ζητήματα, στα οποία θα αφορά ένα νομοσχέδιο και θα καλείται η αντίστοιχη επιτροπή να εκλαϊκεύσει. Αυτοί θα επιλέγονται από κάθε νομό, είτε με κλήρωση ίσως από μια λίστα με όσους έχουν δηλώσει αυτοβούλως την επιθυμία συμμετοχής τους (και πληρούν φυσικά κάποιες προδιαγραφές), είτε – σε περίπτωση έλλειψης μελών – με επίταξη αυτών, ακριβώς όπως συμβαίνει με τις εφορευτικές σήμερα. Η θητεία των επιτροπών αυτών θα μπορούσε να διαρκεί είτε ακριβώς όσο κι εκείνη της κυβέρνησης, είτε λιγότερο (πχ. ετήσια) για την αποφυγή δημιουργίας ιδιαίτερων ομάδων συμφερόντων, εντός της. Άρα μιλάμε για επιτροπές κληρωτές (όχι αιρετές) και με συγκεκριμένη θητεία.

Π.χ.

Ας υποθέσουμε λοιπόν, για παράδειγμα, πως κατατίθεται από την κυβέρνηση ένα καινούργιο νομοσχέδιο, που αφορά ας πούμε στην αναγνώριση των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Εδώ η Βουλή θα μπορούσε να μην έχει κανέναν απολύτως λόγο! Το νομοσχέδιο θα περνάει αμέσως, στην αρμόδια επιτροπή για τα εκπαιδευτικά ζητήματα. Οι 52 κληρωτοί αντιπρόσωποι θα είναι άνθρωποι από το χώρο της παιδείας, όχι όμως με αυστηρή οριοθέτηση ειδικοτήτων: θα μπορούσε να είναι ακαδημαϊκοί, πανεπιστημιακοί, εκπαιδευτικοί οποιασδήποτε βαθμίδας, παλαιότεροι υπουργοί παιδείας, τέλος πάντων άνθρωποι που θα μπορούσαν να έχουν λόγο μεστό και αντίληψη στα εκπαιδευτικά ζητήματα. Η επιτροπή αυτή θα μελετάει το σχέδιο νόμου αλλά ο ρόλος της θα είναι καθαρά ερμηνευτικός, δηλαδή δεν θα έχει καμία απολύτως άλλη δικαιοδοσία επί του νομοσχεδίου.

Χαμένοι στη μετάφραση

Ας υποθέσουμε τώρα πως (πολύ λογικά) κατά την ερμηνεία του νόμου, εμφανίζονται διαφωνίες, παρεξηγήσεις, αντιρρήσεις και παρερμηνείες, εντός της επιτροπής. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι το νομοσχέδιο δεν αντιλαμβάνεται ή αποφεύγει δεδομένες αντισυνταγματικές παραμέτρους του ζητήματος των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Προτείνω η εκάστοτε «επικρατούσα» ερμηνεία να είναι εκείνη στην οποία συμφωνεί η σχετική πλειοψηφία της επιτροπής. Παρ' όλα αυτά, η επιτροπή θα δικαιούται σε πρώτη φάση να ζητήσει, επί μέρους, διασαφηνίσεις από το Υπουργείο Παιδείας. Αν παρ’ όλα αυτά οι διασαφηνίσεις αυτές δεν είναι επαρκείς για να επιλύσουν τις διαφωνίες τότε η επιτροπή θα περνάει, ούτως ή άλλως, στην επόμενη φάση, δηλαδή όπως προανέφερα θα συντάσσει ένα βασικό ερμηνευτικό κείμενο, αυτό στο οποίο θα συμφωνεί η σχετική πλειοψηφία των 52 ειδικών και το οποίο δε θα περιέχει όμως καμία κρίση επί του νομοσχεδίου. Θα εκλαϊκεύει απλά το πνεύμα και τις προθέσεις του.

Έτσι θα μπορεί να συμβαίνει το εξής: ενώ κάποιο μέλος της επιτροπής, σαν άτομο, θα μπορούσε να διαφωνεί αντιδιαμετρικά με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ωστόσο εδώ θα είναι υποχρεωμένο απλά να κατανοήσει και να εξηγήσει με απλά λόγια τη θέληση της κυβέρνησης, αυτή και μόνον αυτή. Για παράδειγμα: «Σκοπός του νομοσχεδίου για την ίδρυση των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι ο εναρμονισμός της ελληνικής νομοθεσίας με το αντίστοιχο Κοινοτικό πλαίσιο κι επιπλέον να συμβάλλει στον γόνιμο ανταγωνισμό και, κατά συνέπεια, στην αναβάθμιση όλων των πανεπιστημίων, ακόμη και των κρατικών. Για να το πετύχουμε αυτό και μπλα-μπλα-μπλα». Κατόπιν η εκλαϊκευμένη πλέον ερμηνεία θα παίρνει την έγκριση του Υπουργείου και θα είναι έτοιμη προς διάθεση. Κι εδώ τελειώνει η πρώτη φάση.

Γελάει καλύτερα...

Στη επόμενη φάση τώρα – κι εδώ είναι το ζουμί – θα έχουν το δικαίωμα τα μέλη της επιτροπής των ειδικών, είτε ομόφωνα, είτε οποιουδήποτε πλήθους υποομάδα τους, είτε ακόμη και ατομικά – ένα μονάχα μέλος της! – να αναρτούν μαζί με το νομοσχέδιο και με τον ίδιο εκλαϊκευμένο τρόπο, τις δικές τους πεποιθήσεις σχετικά με αυτό, θετικές, αρνητικές ή οτιδήποτε άλλο! Το σημείο αυτό είναι φυσικά και το καθοριστικό της διαδικασίας, εφόσον εξασφαλίζει στον πολίτη την πληρέστερη και αντικειμενικότερη ενημέρωσή του. Κι αυτό γιατί θα μπορεί πλέον, ακόμη και το τελευταίο μέλος της επιτροπής, να έχει λόγο διαφωνίας και, βεβαίως, δυνατότητα ανάλυσης κι επιχειρηματολογίας. Ισότιμα, ελεύθερα και γιατί όχι και ανώνυμα. Τι στα κομμάτια ειδήμονες θα ήταν, αν δεν περιμέναμε από αυτούς ετούτο το κάτι παραπάνω; Στο τέλος κι αυτής της φάσης, το πλήρες ερμηνευτικό κείμενο, μαζί με τις κρίσεις και τις επικρίσεις, θα παρέχεται πια έτοιμο προς τους ψηφοφόρους, ώστε να μπορέσουν οι τελευταίοι να σχηματίσουν τη δική τους άποψη, λαμβάνοντας υπόψιν όσο είναι δυνατόν μία πληρέστερη εικόνα.

Όταν λοιπόν ο ψηφοφόρος θα καλείται να αποφασίσει, θα έχει τις εξής επιλογές: ΝΑΙ – συμφωνώ με το νομοσχέδιο, ΟΧΙ – το απορρίπτω. Στη δεύτερη περίπτωση θα μπορούσε προαιρετικά (ή υποχρεωτικά) να του παρέχεται η δυνατότητα να επιλέξει και την αντίστοιχη αντίρρηση της επιτροπής, η οποία τον έκανε να απορρίψει το νομοσχέδιο. Για παράδειγμα, το ψηφοδέλτιο θα μπορούσε να έχει ως εξής:

--- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- ---

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ
ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

[ ] ΝΑΙ – Συμφωνώ
[ ] ΟΧΙ – Διαφωνώ

ΛΟΓΟΙ ΔΙΑΦΩΝΙΑΣ

[ ] Είναι αντισυνταγματικό.
[ ] Θα οδηγήσει στην υποβάθμιση των κρατικών πανεπιστημίων.
[ ] Ποσοστό του ελληνικού χρήματος θα διαρρέει προς το εξωτερικό.
[ ] Άλλοι λόγοι, κλπ.

--- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- --- ---

Φυσικά, σε περίπτωση διαφωνίας θα μπορούσε κανείς να συμπληρώσει περισσότερες της μίας επιλογές. Στη συνέχεια κι εφόσον το νομοσχέδιο δε θα έχει χαρεί τελικά την αποδοχή του 50% τουλάχιστον των ψηφοφόρων, η κυβέρνηση θα υποτάσσεται στην οριστική πια λαϊκή απόφαση (δηλαδή, οι αντιπρόσωποι στους εντολοδόχους τους, όπως και η λογική επιτάσσει). Ο νόμος θα αποσύρεται ή θα επαναπροσδιορίζεται. Σε αυτό το τελευταίο, θα βοηθούσε αν οι πολίτες προσδιόριζαν όντως στο ψηφοδέλτιο και τους λόγους της διαφωνίας τους. Θα μπορούσαν οι πολίτες, έμμεσα, να υποχρεωθούν σε αυτό, καθιστώντας έγκυρες από τις αρνητικές ψήφους μόνον όσες έφεραν συμπληρωμένο και έναν τουλάχιστον λόγο άρνησης. Τότε, θα μπορούσαν να καταμετρούνται ξεχωριστά οι διάφοροι λόγοι διαφωνίας κι από αυτούς να λαμβάνονται υπόψιν, εκείνοι που καλύπτουν τουλάχιστον ένα ποσοστό των ψήφων των διαφωνούντων (πχ. το 50%).

Αν, δηλαδή, από όσους απάντησαν «όχι» στο ψηφοδέλτιο, το 50% θεωρεί πως αρνήθηκαν το νομοσχέδιο γιατί είναι πχ. αντισυνταγματικό τότε η «αντισυνταγματικότητα» θα θεωρείται επίμαχο «κατά μείζονα λόγο» σημείο. Στην περίπτωση αυτή αν η κυβέρνηση δεν καταφέρει να εναρμονίσει το νομοσχέδιο με το Σύνταγμα (και όχι το αντίθετο! :–) το νομοσχέδιο θα αποσύρεται, διαφορετικά θα διορθώνεται με γνώμονα τη λαϊκή βούληση και θα επανα-προτείνεται προς δημοψήφισμα. Στο σημείο αυτό και προκειμένου να αποφύγουμε επανειλημμένα, χρονοβόρα κι επιζήμια δημοψηφίσματα, θα μπορούσαμε ίσως να δώσουμε στις ερμηνευτικές επιτροπές τη δικαιοδοσία να απορρίπτουν ένα επανα-προτεινόμενο, «διορθωμένο» νομοσχέδιο, αν η απόλυτη πλειοψηφία της θεωρεί πως η «διόρθωση» δεν αφορά στο πνεύμα του νόμου, αλλά στο γράμμα (πχ. το υπουργείο απλά επαναδιατύπωσε δυο–τρεις φράσεις με άλλα λόγια, μα το νόημα παραμένει το ίδιο).

Πολιτική χωρίς Πολίτες (Μέρος 5ο)

Προτού εξετάσουμε αν ο λαός είναι αρκετά έτοιμος ή ώριμος, ώστε να του αναθέσουμε την ευθύνη περισσότερων δημοψηφισμάτων, μπορούμε ισοδύναμα να μεταθέσουμε το ερώτημα: είναι οι πολιτικοί, στους οποίους εναποθέτουμε την εμπιστοσύνη μας, αρκετά έτοιμοι ή ώριμοι για το έργο που καλούνται να επιτελέσουν; Γιατί, αν το εξετάσουμε ψύχραιμα, ένα από τα παρακάτω δύο μπορεί να συμβαίνει: είτε ο λαός είναι ανίκανος να ψηφίσει με ωριμότητα, συνεπώς είναι επίσης ανίκανος να ψηφίσει και τους καταλληλότερους αντιπροσώπους του, άρα οι τελευταίοι δεν είναι απαραίτητα οι ικανότεροι, είτε ο λαός είναι ικανός και συνεπώς ικανοί είναι και εκείνοι που τον κυβερνούν. Συνεκδοχικά, όμως, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι αν ένας λαός μπορεί ν’ αποφασίζει ώριμα για τους αντιπροσώπους του, τότε θα μπορεί να κάνει το ίδιο για πολύ περισσότερα ζητήματα (στο βαθμό βεβαίως που του παρέχεται η σωστή πληροφόρηση). Αν δεχτούμε την πρώτη περίπτωση (πως δηλαδή ο λαός δεν είναι επαρκής), ακυρώνουμε το δημοκρατικό πολίτευμα και κάπου εδώ λαμβάνει τέλος και η κουβέντα μας. Υποθέτω πως οι περισσότεροι ασπαζόμαστε τη δεύτερη επιλογή. Προσωπικά, τη δέχομαι, όχι απαραίτητα γιατί είναι ορθότερη με απόλυτους όρους, αλλά γιατί μου προκαλούν απέχθεια οι περισσότερες εναλλακτικές.

Άνθρωπο ζητώ...

Ας προσεγγίσουμε λίγο διαφορετικά τώρα το ζήτημα. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι οι άνθρωποι που επιλέγουμε να μας κυβερνήσουν – δε μπορεί – θα πρέπει να διακρίνονται από κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες ή γνώσεις, ώστε να έχουν το θάρρος / θράσος να αναλαμβάνουν ένα τόσο δύσκολο έργο. Με τα προηγούμενα δεν εννοώ, απαραίτητα σπουδές και πτυχία. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να πρόκειται για απλό πάθος ή ζήλο να υπηρετήσει κανείς τα κοινά. Ούτως ή άλλως, αν δεν απατώμαι κι εκτός εξαιρέσεων, οποιοσδήποτε Έλλην πολίτης έχει το δικαίωμα να πολιτευθεί. Η επιχειρηματολογία μας έχει φέρει σε ένα επικίνδυνο σημείο, καθώς αρχίζουν να κατακλύζουν τη σκέψη μας έννοιες, όπως: τιμιότητα, σοβαρότητα, ωριμότητα, αξιοπρέπεια, ειλικρίνεια, συνέπεια, ακεραιότητα, οξύνοια, ενεργητικότητα, δυναμισμός, πρωτοβουλία, αμεσότητα, κύρος, ήθος, ευφράδεια, κλπ. Όρεξη να έχει κανείς και λεξικό, αν φυσικά προλάβει από τα... γέλια!

Ας μη γινόμαστε, όμως, σκληροί και άδικοι. Δύσκολα θα μπορούσε να βρει κανείς, πάνω σ’ ολόκληρο τον πλανήτη, έστω κι έναν άνθρωπο που να πληροί και μόνο ποσοστό των παραπάνω. Τέλος πάντων, στο βαθμό που γνωρίζουμε τον εαυτό μας, γνωρίζουμε και μια πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Κι έτσι κατανοούμε πόσο δύσκολο είναι να αναζητούμε τέτοια ιδανικά στον οποιονδήποτε, πόσο μάλλον στους ανθρώπους που γλείφουν και γλείφονται από την εξουσία. Πρέπον είναι να προσαρμόσουμε λίγο τη λογική μας, στην πραγματικότητα. Ας ξεχάσουμε, λοιπόν, τα περί «δημοσίων λειτουργημάτων» και τα περί ιδανικών κι ας υποθέσουμε πως οι πολιτικοί δεν είναι – οι καημένοι – τίποτε περισσότερο παρά απλοί επαγγελματίες, όπως όλοι μας. Να τους κρίνουμε όπως τους πρέπει, δηλαδή αν πρόκειται για σωστούς επαγγελματίες ή όχι. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε τα εξής: (α) αν εξηγούν σωστά στον πελάτη τη δουλειά που πρόκειται να κάνουν, (β) αν προειδοποιούν σωστά τον πελάτη για το τίμημα της εργασίας τους και (γ) αν, τελικά, κάνουν τη δουλειά τους καλά. Αν απαντήσατε καταφατικά, έστω και σε ένα από τα προηγούμενα, σας παρακαλώ να μου εξηγήσετε κι εμένα!

Το μη χείρον βέλτιστον...

Να τελειώνουμε. Οι πολιτικοί είναι το ίδιο άνθρωποι και το ίδιο αδαείς με τον τελευταίο γύφτο στη λαϊκή (και δεν το λέω αυτό υποτιμητικά – ζητώ ωστόσο συγγνώμη από τους γύφτους αν βρίσκουν εκείνοι τη σύγκριση υποτιμητική). Αν δεχτούμε ότι – για διάφορους λόγους – η εικόνα που βγάζουν οι πολιτικοί, προς τα έξω, είναι γι’ αυτούς σημαντική, άρα συνειδητή και (ίσως) προμελετημένη, τότε δικαιούμαστε – σε κάποιο βαθμό – να τη χρησιμοποιήσουμε σαν μέτρο της προσωπικότητάς τους.

Τα συμπεράσματα: αρκετοί από αυτούς δείχνουν να είναι απλώς παν–ηλίθιοι και οκνηροί, αν όχι επίσης οχληροί, λαϊκιστές και άξεστοι. Οι περισσότεροι, πάντως, άγνωστοι και αδιάφοροι. Μένουν οι υπόλοιποι, το κλασικό είδος (σε διάφορες αναλογίες): κληρονόμοι επωνύμων με ειδικό βάρος, άνθρωποι εξαιρετικά εύστροφοι ή ακόμη και πονηροί, κοινωνικά ευφυείς, με πλατιά χαμόγελα, πληθωρικές χειρονομίες και επαρκείς ικανότητες χειρισμού του λόγου και των εννοιών. Βέβαια, τα ταλέντα τους δεν είναι απαραίτητα έμφυτα, παρά καλλιεργούνται (επιτυχώς ή όχι) δια της τριβής και δια της μιμήσεως. Κι ωστόσο εκόντες–άκοντες, παρ' όλες τις ικανότητές τους αυτές, παρότι καταφέρνουν να συντάσσουν φράσεις πομπώδεις και γραμματικά αψεγάδιαστες – μάλιστα στον ελάχιστο χρόνο μιας άμεσης ανταπάντησης – «αδυνατούν» να συντάξουν οτιδήποτε με νοηματικό περιεχόμενο. «Αδυνατούν» να συγκροτήσουν ένα υποτυπώδες ορθολογικό επιχείρημα, μια απλή λογική συνεπαγωγή με αιτία και αιτιατό. Αναλώνονται σε αψιμαχίες και αντιλογίες κενές οποιασδήποτε ουσίας, οι οποίες υπό ευνοϊκές συνθήκες θα έτειναν στην αιωνιότητα. Ανασκαλεύουν τα σαπισμένα αποφάγια και τα λέσια του παρελθόντος, όχι φυσικά σα λίπασμα για να φυτέψουν οτιδήποτε νέο ∙ αυτή απλά είναι η τροφή τους. Φτάνουν ν’ ακυρώσουν μέχρι και τους... εαυτούς τους, προκειμένου ν’ αρπάξουν έστω και μια ψήφο παραπάνω.

Η εικόνα που τελικά προβάλουν είναι εκείνη μιας ανίας στα όρια της απέχθειας και του εμέτου. Θα μπορούσες την επόμενη μέρα να δεις τα κουφάρια τους να κρέμονται στην πλατεία Συντάγματος κι από τη μια να λυπάσαι – κρίμα ήταν, άνθρωποι κι αυτοί – μ’ από την άλλη πάλι να αισθάνεσαι τον ήλιο φωτεινότερο, ν’ αντανακλά πάνω στα τζάμια της άδειας Βουλής. Το λάθος της αυτοκριτικής τους είναι πως νομίζουν ότι απλά μας κούρασαν ή μας εξόργισαν. Η πραγματικότητα λειτουργεί υπερθετικά: πολλοί από εμάς θα δεχόμασταν ευχαρίστως να τους δούμε να πονούν, να πονούν με πόνο σωματικό, να κλαίνε, να πεινούν, να πένονται, να παρακαλούν, να ξεφτιλίζονται. Εδώ, φυσικά, το επιχείρημά μου δεν βλασταίνει πάνω στον ορθό λόγο μα στο θυμικό. Ακόμη κι έτσι, ανώτερα μιλώ από την αερολογία.

Κοίτα μαμά, μπορώ και χωρίς τα γυαλιά μου!

Το θέμα, τελικά, δεν είναι από πόσες και ποιες ικανότητες διακατέχονται οι πολιτικοί μας, αλλά στην υπηρεσία ποιων στόχων τις θέτουν. Κι εκεί αποτυγχάνουν, αναφανδόν που λέμε. Μήπως, τώρα, οι γνώσεις τους πάνω σε διάφορα εξειδικευμένα ζητήματα τους καθιστούν καταλληλότερους για τις θέσεις, τις οποίες καταλαμβάνουν; Θεωρώ πως όχι. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, τι μπορεί να έχει σπουδάσει ένας πολιτικός; πολιτικές επιστήμες; οικονομικά; νομικά; Αρκούν αυτά όταν ο ίδιος άνθρωπος αναλαμβάνει τη μια χρονιά το ένα υπουργείο και την άλλη χρονιά κάποιο άλλο; Πόσες γνώσεις έχει πια ή πότε προλαβαίνει να αποκτήσει τη νέα του εξειδίκευση, μεταξύ των διαβουλεύσεων, των καναλιών, των ταξιδιών και των δεξιώσεων; Αυτό που συμβαίνει, φυσικά, είναι πως ο κάθε υπουργός περιβάλλεται από μια ομάδα συμβούλων και είναι εκείνοι οι οποίοι κατέχουν την ειδική γνώση, αναλύουν κι ενημερώνουν. Υποθέτω πως δεν είναι ο υπουργός, αυτός ο ίδιος, που νομοθετεί άμεσα, παρά ένα κάποιο νομικό επιτελείο του υπουργείου του (φυσικά, εδώ υπονοώ μια κάποια αλληλεπίδραση).

Ο ρόλος του εκάστοτε υπουργού είναι να έχει όση γνώση του χρειάζεται και, κατόπιν, εκείνο που όλοι περιμένουμε από αυτόν είναι να διαχειρίζεται, να οργανώνει, να παίρνει αποφάσεις ∙ ν' αφουγκράζεται την κοινή γνώμη και τις ανάγκες και να ξεδιακρίνει τις λύσεις από τις δυνατότητες. Είναι ο άνθρωπος που, τέλος πάντων, βάζει την υπογραφή του κι αναλαμβάνει την ευθύνη. Κι έπειτα, δε χρειάζεται κάτι περισσότερο: λίγη ευφυΐα, κανά πτυχίο, όρεξη για δουλειά και η τροφοδότηση με τις απαραίτητες πληροφορίες. Όλα αυτά όμως δεν είναι χαρακτηριστικά, που δε θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στο «μέσο Έλληνα» της εποχής μας: λίγη ευφυΐα την έχουμε όσο να ‘ναι, κανά πτυχίο λίγο–πολύ το κατέχουμε οι περισσότεροι (αν και δεν είναι στοιχείο εκ των «ων ουκ άνευ»), όσο για την όρεξη... τρώγοντας έρχεται κι εκείνη. Το μόνο στοιχείο, που χρειάζεται επιπλέον ένας λαός, για να υποκαταστήσει τον υποκαταστάτη του, δηλαδή τον οποιονδήποτε πολιτικό, είναι η έγκυρη και έγκαιρη πληροφόρηση.

Άμεση... αμέσως!

Καταλήγω: ο πολιτικός δεν είναι παρά ένας άνθρωπος, όπως όλοι μας, ο οποίος σύμφωνα με το γνωστό ρητό «it’s a dirty job, but somebody has to do it» αναλαμβάνει να «βγάλει το φίδι από την τρύπα», ώστε όλοι εμείς οι υπόλοιποι να μη φοβόμαστε για «φίδια». Κι ωστόσο, τα φίδια μας ζώσανε. Συνεχίζοντας μια παράδοση, προηγούμενων κοινωνιών, θεωρούμε αυτονόητο να εναποθέτουμε ΟΛΕΣ μας τις προσδοκίες στα χέρια τους, πρώτον γιατί θεωρούμε τους εαυτούς μας ίσως ανίκανους να το κάνουν και δεύτερον γιατί με τον τρόπο αυτό ξεκλέβουμε χρόνο για να ζήσουμε τις ζωές μας «καλύτερα». Δέχομαι εν μέρει το τελευταίο, όμως αρνούμαι ολωσδιόλου το πρώτο (με κάποιες βεβαίως προϋποθέσεις). Ψάχνω τη χρυσή τομή: δε είναι απαραίτητο να εναποθέσουμε όλες τις ελπίδες μας σε άλλους, παρά μόνον κάποιες! Είμαστε σε θέση να αποφασίζουμε και δικαιωματικά μας ανήκει (ίσως το Σύνταγμα, να αφήνει και θεσμικά το περιθώριο, δεν το έχω μελετήσει όλο) η δικαιοδοσία πάνω στα δικά μας συμφέροντα. Είναι αναγκαίο, ώστε να σπάσει ο φαύλος κύκλος της πολιτικής ασυδοσίας, να επιστραφεί στο λαό ένα κομμάτι (μικρό αρχικά) της δικής του εξουσίας, αυτής που ο ίδιος εναπόθεσε σε αντιπροσώπους για διάφορους λόγους. Είναι αναγκαίο, ένα μέρος των πλέον σημαντικών αποφάσεων να αφεθεί στα χέρια των ίδιων των Ελλήνων. Τις προϋποθέσεις θα τις εξετάσω σε άλλη ανάρτηση. Μιλάμε, λοιπόν, για μερικά δημοψηφίσματα το χρόνο. Ίσως δυο–τρία στην αρχή, περισσότερα στην πορεία, καθώς και θεσμικά θα διαμορφώνονται οι νέες συνθήκες.

Προτείνω: Το δημοψήφισμα, ως έκφραση άμεσης δημοκρατίας, είναι η βάση και το επιστέγασμα του δημοκρατικού πολιτεύματος. Στην πρώτη φάση, η πρότασή μου είναι να ξεχωρίσουμε ένα μικρό αριθμό δημοψηφισμάτων, ετησίως, τα οποία θα αφορούν στα σοβαρότερα ζητήματα. Η προσφυγή σε δημοψήφισμα, για τα ζητήματα αυτά, θα κατοχυρώνεται με νόμο (αν όχι από το ίδιο το Σύνταγμα) ο οποίος θα διασφαλίζει και το αδιαπραγμάτευτο των δημοψηφισμάτων, και όχι όπως ορίζει το υπάρχον Σύνταγμα, γελοιωδώς, στο άρθρο 44, παρ. 2 :

«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Δημοψήφισμα προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με διάταγμα και για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση των δύο πέμπτων του συνόλου και όπως ορίζουν ο Κανονισμός της Βουλής και νόμος για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. Δεν εισάγονται κατά την ίδια περίοδο της Βουλής περισσότερες από δύο προτάσεις δημοψηφίσματος για νομοσχέδιο».

Ούτε «απόλυτες πλειοψηφίες», ούτε «τρία πέμπτα» της Βουλής και κολοκύθια, τα οποία χειραγωγούν την έκφραση της λαϊκής εξουσίας. Μιλάμε για αυστηρώς ορισμένα και αδιαπραγμάτευτα δημοψηφίσματα, των οποίων η πραγμάτωση δε θα επαφίεται στην «καλή θέληση» του οποιουδήποτε δικαστικού, νομοθετικού ή εκτελεστικού νταβατζή. Για παράδειγμα: όχι μόνο η ψήφιση νέου Συντάγματος, αλλά και η αναθεώρησή του θα πρέπει να απαιτεί τη λαϊκή επικύρωση, με άμεση δημοκρατία και απόλυτη πλειοψηφία. Οι αντιπρόσωποι δεν θα έχουν καμία άλλη δουλειά, παρά να συντάσσουν και να παρουσιάζουν την πρόταση της αναθεώρησης. Εκεί ο ρόλος τους πρέπει να παύει.

Τεχνικά ζητήματα

Φυσικά, δεν είναι εφικτό ο λαός ο ίδιος να νομοθετεί άμεσα, δηλαδή να συντάσσει και να προτείνει νομοσχέδια. Επιπλέον, στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, οι περισσότεροι πιθανότατα αγνοούμε ή υποτιμούμε το ρόλο και τα γινάτια της διπλωματίας, στην εξομάλυνση των σχέσεων των κρατών και την αποφυγή ανώφελων προστριβών και συρράξεων. Φόβος είναι να παρασυρθούμε σε επικίνδυνες αποφάσεις. Τυφλωμένοι από πάθη εφήμερα, να προκαλέσουμε δεινά δυσανάλογα και μακροχρόνια. Ίσως, αυτό να είναι ένα τίμημα της άμεσης δημοκρατίας. Γι’ αυτό, επιμένω και τονίζω, πως η μετάβαση στα δημοψηφίσματα θα πρέπει να γίνει ομαλά και υπό προϋποθέσεις.

Τέλος πάντων, για τους παραπάνω λόγους (κι άλλους ίσως που αδυνατώ να σκεφτώ αυτή τη στιγμή), ο ρόλος των δημοψηφισμάτων θα πρέπει να είναι επικυρωτικός (ή ακυρωτικός) των νομοσχεδίων, που θα προτείνει το νομοθετικό όργανο, δηλαδή η Βουλή. Με τη λογική αυτή, θα πρότεινα να απαιτείται η απόλυτη λαϊκή πλειοψηφία, ώστε να επικυρώνονται ίσως μερικά από τα παρακάτω ζητήματα:

α. Ψήφιση νέου Συντάγματος.
β. Αναθεώρηση (οποιουδήποτε εύρους) του ήδη υπάρχοντος Συντάγματος.
γ. Ένταξη σε διεθνικούς οργανισμούς (πχ. Ευρωπαϊκή Ένωση, ΝΑΤΟ, κλπ.)
δ. Αναγνώριση άλλων κρατών ή ονομασιών αυτών.
ε. Κήρυξη πολέμου (πάντα αμυντικού). Πχ. δε μπορεί (δεδομένων χρονικών περιθωρίων) να επωμίζεται ένας οποιοσδήποτε Μεταξάς το πλέον βαρύ «όχι». Θέματα ζωής και θανάτου ενός ολόκληρου λαού, δίχως την έγκριση του τελευταίου, θεωρείται αδιανόητο.
στ. Διάθεση πολεμικού υλικού (αεροδρομίων, βάσεων, κλπ.) σε συμμάχους, ακόμη κι αν υπάρχει ήδη ρύθμιση από προηγούμενες συμφωνίες. Πχ. αν ο λαός έχει επικυρώσει τη συμμετοχή του σε κάποιον οργανισμό, όπως το ΝΑΤΟ, και η συμμετοχή αυτή δίνει το δικαίωμα σε κάποιο σύμμαχο να χρησιμοποιήσει ελληνικές βάσεις, όμως ο τελευταίος τις χρησιμοποιεί τελικά για δικό του συμφέρον και ρόλους άσχετους με τη συμμαχία.
ζ. Συμμετοχή του ελληνικού στρατού σε οποιαδήποτε πολεμική επιχείρηση, εκτός συνόρων, επίσης, ακόμη κι αν υπάρχει ήδη ρύθμιση από προηγούμενες συμφωνίες.
η. Διάθεση ασύλου σε λαθρομετανάστες.
θ. Ψήφιση νέου εκπαιδευτικού συστήματος.
ι. (Χαχα, εδώ θα γελάσουμε) Ψήφιση νόμων που αφορούν τα μισθολόγια των δημοσίων υπαλλήλων (ιδιαίτερα των ανώτερων και, φυσικά, των βουλευτών συμπεριλαμβανομένων).
ια. Θέματα περί βουλευτικής ασυλίας κι άλλα τέτοια ευτράπελα. Είναι ύποπτο οι αντιπρόσωποι να αποφασίζουν για τους εαυτούς τους!

Θα χαρώ, λοιπόν, να με βοηθήσετε να πλουτίσουμε τη λίστα αυτή ή, ακόμη, και να τη διορθώσουμε. Ίσως, μέσα στην άγνοιά μου, να έγραψα κάτι παντελώς άστοχο, νομίζοντάς το για εξυπνάδα.

Αμήν!

Κάπου εδώ ολοκληρώνεται η συνολική μου πρόταση / απαίτηση, ώστε να αποκατασταθεί ο ουσιαστικός ρόλος του πολίτη / ψηφοφόρου κι έτσι να προκληθεί μια επαναδραστηριοποίηση του εκλογικού σώματος. Θέλω να πιστεύω, πως με τις δύο προτάσεις αυτές, δηλαδή, την επιστροφή στην απλή αναλογική και την επίρρωση των δημοψηφισμάτων, αποδίδουμε ένα μέρος της ευθύνης και του ενθουσιασμού, πίσω στους πολίτες, και μάλιστα σε βαθμό που δε θα τους κάνει να δυσανασχετήσουν. Γιατί μήτε είναι δίκαιο να θεωρήσουν τα παραπάνω αλλαγή δίχως ουσία, οπότε να επιμείνουν στην αδιαφορία ή τα διλήμματά τους, μήτε όμως είναι πιθανό να τα θεωρήσουν ουτοπικά άρα αδύνατα και αδιάφορα, εφόσον αφορούν έννοιες γνωστές, απλές και δοκιμασμένες.

Επιμένω ότι, ακόμη κι αν διαφωνείτε με τα προηγούμενα, το ζήτημα είναι όχι να «πειστεί», αλλά να το νιώσει βαθιά μέσα του, ο κάθε πολίτης, ότι η ψήφος του έχει εξουσία πραγματική και όχι τυπική. Θεωρώ πως δίχως αυτή την προϋπόθεση δεν έχει και μεγάλη σημασία αν θα διαιωνίσουμε το δικομματισμό ή θα ισχυροποιήσουμε ένα μικρότερο κόμμα, παρά μόνον ίσως προσωρινή. Αυτό που πρέπει να σπάσει είναι ο φαύλος κύκλος μιας δίχως μέλλον αντιπροσώπευσης. Με αυτό τον απώτερο στόχο, πάντα δεδομένο, θα χαιρόμουν να κουβεντιάσω και εναλλακτικές προτάσεις, που – για να είμαστε ρεαλιστές – θ' αφορούν στην υπάρχουσα «Προεδρευομένη» Κοινοβουλευτική Δημοκρατία (ή παραλλαγή αυτής).

Στην επόμενη ανάρτηση, θα αφεθώ να εξετάσω ένα λίγο πιο «προκλητικό» μου όραμα, όσον αφορά στη διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων.