Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Πολιτική χωρίς Πολίτες... (Μέρος 5ο)

Προτού εξετάσουμε αν ο λαός είναι αρκετά έτοιμος ή ώριμος, ώστε να του αναθέσουμε την ευθύνη περισσότερων δημοψηφισμάτων, μπορούμε ισοδύναμα να μεταθέσουμε το ερώτημα: είναι οι πολιτικοί, στους οποίους εναποθέτουμε την εμπιστοσύνη μας, αρκετά έτοιμοι ή ώριμοι για το έργο που καλούνται να επιτελέσουν; Γιατί, αν το εξετάσουμε ψύχραιμα, ένα από τα παρακάτω δύο μπορεί να συμβαίνει: είτε ο λαός είναι ανίκανος να ψηφίσει με ωριμότητα, συνεπώς είναι επίσης ανίκανος να ψηφίσει και τους καταλληλότερους αντιπροσώπους του, άρα οι τελευταίοι δεν είναι απαραίτητα οι ικανότεροι, είτε ο λαός είναι ικανός και συνεπώς ικανοί είναι και εκείνοι που τον κυβερνούν. Συνεκδοχικά, όμως, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι αν ένας λαός μπορεί ν’ αποφασίζει ώριμα για τους αντιπροσώπους του, τότε θα μπορεί να κάνει το ίδιο για πολύ περισσότερα ζητήματα (στο βαθμό βεβαίως που του παρέχεται η σωστή πληροφόρηση). Αν δεχτούμε την πρώτη περίπτωση (πως δηλαδή ο λαός δεν είναι επαρκής), ακυρώνουμε το δημοκρατικό πολίτευμα και κάπου εδώ λαμβάνει τέλος και η κουβέντα μας. Υποθέτω πως οι περισσότεροι ασπαζόμαστε τη δεύτερη επιλογή. Προσωπικά, τη δέχομαι, όχι απαραίτητα γιατί είναι ορθότερη με απόλυτους όρους, αλλά γιατί μου προκαλούν απέχθεια οι περισσότερες εναλλακτικές.

Άνθρωπο ζητώ...

Ας προσεγγίσουμε λίγο διαφορετικά τώρα το ζήτημα. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι οι άνθρωποι που επιλέγουμε να μας κυβερνήσουν – δε μπορεί – θα πρέπει να διακρίνονται από κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες ή γνώσεις, ώστε να έχουν το θάρρος / θράσος να αναλαμβάνουν ένα τόσο δύσκολο έργο. Με τα προηγούμενα δεν εννοώ, απαραίτητα σπουδές και πτυχία. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να πρόκειται για απλό πάθος ή ζήλο να υπηρετήσει κανείς τα κοινά. Ούτως ή άλλως, αν δεν απατώμαι κι εκτός εξαιρέσεων, οποιοσδήποτε Έλλην πολίτης έχει το δικαίωμα να πολιτευθεί. Η επιχειρηματολογία μας έχει φέρει σε ένα επικίνδυνο σημείο, καθώς αρχίζουν να κατακλύζουν τη σκέψη μας έννοιες, όπως: τιμιότητα, σοβαρότητα, ωριμότητα, αξιοπρέπεια, ειλικρίνεια, συνέπεια, ακεραιότητα, οξύνοια, ενεργητικότητα, δυναμισμός, πρωτοβουλία, αμεσότητα, κύρος, ήθος, ευφράδεια, κλπ. Όρεξη να έχει κανείς και λεξικό, αν φυσικά προλάβει από τα... γέλια!

Ας μη γινόμαστε, όμως, σκληροί και άδικοι. Δύσκολα θα μπορούσε να βρει κανείς, πάνω σ’ ολόκληρο τον πλανήτη, έστω κι έναν άνθρωπο που να πληροί και μόνο ποσοστό των παραπάνω. Τέλος πάντων, στο βαθμό που γνωρίζουμε τον εαυτό μας, γνωρίζουμε και μια πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Κι έτσι κατανοούμε πόσο δύσκολο είναι να αναζητούμε τέτοια ιδανικά στον οποιονδήποτε, πόσο μάλλον στους ανθρώπους που γλείφουν και γλείφονται από την εξουσία. Πρέπον είναι να προσαρμόσουμε λίγο τη λογική μας, στην πραγματικότητα. Ας ξεχάσουμε, λοιπόν, τα περί «δημοσίων λειτουργημάτων» και τα περί ιδανικών κι ας υποθέσουμε πως οι πολιτικοί δεν είναι – οι καημένοι – τίποτε περισσότερο παρά απλοί επαγγελματίες, όπως όλοι μας. Να τους κρίνουμε όπως τους πρέπει, δηλαδή αν πρόκειται για σωστούς επαγγελματίες ή όχι. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε τα εξής: (α) αν εξηγούν σωστά στον πελάτη τη δουλειά που πρόκειται να κάνουν, (β) αν προειδοποιούν σωστά τον πελάτη για το τίμημα της εργασίας τους και (γ) αν, τελικά, κάνουν τη δουλειά τους καλά. Αν απαντήσατε καταφατικά, έστω και σε ένα από τα προηγούμενα, σας παρακαλώ να μου εξηγήσετε κι εμένα!

Το μη χείρον βέλτιστον...

Να τελειώνουμε. Οι πολιτικοί είναι το ίδιο άνθρωποι και το ίδιο αδαείς με τον τελευταίο γύφτο στη λαϊκή (και δεν το λέω αυτό υποτιμητικά – ζητώ ωστόσο συγγνώμη από τους γύφτους αν βρίσκουν εκείνοι τη σύγκριση υποτιμητική). Αν δεχτούμε ότι – για διάφορους λόγους – η εικόνα που βγάζουν οι πολιτικοί, προς τα έξω, είναι γι’ αυτούς σημαντική, άρα συνειδητή και (ίσως) προμελετημένη, τότε δικαιούμαστε – σε κάποιο βαθμό – να τη χρησιμοποιήσουμε σαν μέτρο της προσωπικότητάς τους.

Τα συμπεράσματα: αρκετοί από αυτούς δείχνουν να είναι απλώς παν–ηλίθιοι και οκνηροί, αν όχι επίσης οχληροί, λαϊκιστές και άξεστοι. Οι περισσότεροι, πάντως, άγνωστοι και αδιάφοροι. Μένουν οι υπόλοιποι, το κλασικό είδος (σε διάφορες αναλογίες): κληρονόμοι επωνύμων με ειδικό βάρος, άνθρωποι εξαιρετικά εύστροφοι ή ακόμη και πονηροί, κοινωνικά ευφυείς, με πλατιά χαμόγελα, πληθωρικές χειρονομίες και επαρκείς ικανότητες χειρισμού του λόγου και των εννοιών. Βέβαια, τα ταλέντα τους δεν είναι απαραίτητα έμφυτα, παρά καλλιεργούνται (επιτυχώς ή όχι) δια της τριβής και δια της μιμήσεως. Κι ωστόσο εκόντες–άκοντες, παρ' όλες τις ικανότητές τους αυτές, παρότι καταφέρνουν να συντάσσουν φράσεις πομπώδεις και γραμματικά αψεγάδιαστες – μάλιστα στον ελάχιστο χρόνο μιας άμεσης ανταπάντησης – «αδυνατούν» να συντάξουν οτιδήποτε με νοηματικό περιεχόμενο. «Αδυνατούν» να συγκροτήσουν ένα υποτυπώδες ορθολογικό επιχείρημα, μια απλή λογική συνεπαγωγή με αιτία και αιτιατό. Αναλώνονται σε αψιμαχίες και αντιλογίες κενές οποιασδήποτε ουσίας, οι οποίες υπό ευνοϊκές συνθήκες θα έτειναν στην αιωνιότητα. Ανασκαλεύουν τα σαπισμένα αποφάγια και τα λέσια του παρελθόντος, όχι φυσικά σα λίπασμα για να φυτέψουν οτιδήποτε νέο ∙ αυτή απλά είναι η τροφή τους. Φτάνουν ν’ ακυρώσουν μέχρι και τους... εαυτούς τους, προκειμένου ν’ αρπάξουν έστω και μια ψήφο παραπάνω.

Η εικόνα που τελικά προβάλουν είναι εκείνη μιας ανίας στα όρια της απέχθειας και του εμέτου. Θα μπορούσες την επόμενη μέρα να δεις τα κουφάρια τους να κρέμονται στην πλατεία Συντάγματος κι από τη μια να λυπάσαι – κρίμα ήταν, άνθρωποι κι αυτοί – μ’ από την άλλη πάλι να αισθάνεσαι τον ήλιο φωτεινότερο, ν’ αντανακλά πάνω στα τζάμια της άδειας Βουλής. Το λάθος της αυτοκριτικής τους είναι πως νομίζουν ότι απλά μας κούρασαν ή μας εξόργισαν. Η πραγματικότητα λειτουργεί υπερθετικά: πολλοί από εμάς θα δεχόμασταν ευχαρίστως να τους δούμε να πονούν, να πονούν με πόνο σωματικό, να κλαίνε, να πεινούν, να πένονται, να παρακαλούν, να ξεφτιλίζονται. Εδώ, φυσικά, το επιχείρημά μου δεν βλασταίνει πάνω στον ορθό λόγο μα στο θυμικό. Ακόμη κι έτσι, ανώτερα μιλώ από την αερολογία.

Κοίτα μαμά, μπορώ και χωρίς τα γυαλιά μου!

Το θέμα, τελικά, δεν είναι από πόσες και ποιες ικανότητες διακατέχονται οι πολιτικοί μας, αλλά στην υπηρεσία ποιων στόχων τις θέτουν. Κι εκεί αποτυγχάνουν, αναφανδόν που λέμε. Μήπως, τώρα, οι γνώσεις τους πάνω σε διάφορα εξειδικευμένα ζητήματα τους καθιστούν καταλληλότερους για τις θέσεις, τις οποίες καταλαμβάνουν; Θεωρώ πως όχι. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, τι μπορεί να έχει σπουδάσει ένας πολιτικός; πολιτικές επιστήμες; οικονομικά; νομικά; Αρκούν αυτά όταν ο ίδιος άνθρωπος αναλαμβάνει τη μια χρονιά το ένα υπουργείο και την άλλη χρονιά κάποιο άλλο; Πόσες γνώσεις έχει πια ή πότε προλαβαίνει να αποκτήσει τη νέα του εξειδίκευση, μεταξύ των διαβουλεύσεων, των καναλιών, των ταξιδιών και των δεξιώσεων; Αυτό που συμβαίνει, φυσικά, είναι πως ο κάθε υπουργός περιβάλλεται από μια ομάδα συμβούλων και είναι εκείνοι οι οποίοι κατέχουν την ειδική γνώση, αναλύουν κι ενημερώνουν. Υποθέτω πως δεν είναι ο υπουργός, αυτός ο ίδιος, που νομοθετεί άμεσα, παρά ένα κάποιο νομικό επιτελείο του υπουργείου του (φυσικά, εδώ υπονοώ μια κάποια αλληλεπίδραση).

Ο ρόλος του εκάστοτε υπουργού είναι να έχει όση γνώση του χρειάζεται και, κατόπιν, εκείνο που όλοι περιμένουμε από αυτόν είναι να διαχειρίζεται, να οργανώνει, να παίρνει αποφάσεις ∙ ν' αφουγκράζεται την κοινή γνώμη και τις ανάγκες και να ξεδιακρίνει τις λύσεις από τις δυνατότητες. Είναι ο άνθρωπος που, τέλος πάντων, βάζει την υπογραφή του κι αναλαμβάνει την ευθύνη. Κι έπειτα, δε χρειάζεται κάτι περισσότερο: λίγη ευφυΐα, κανά πτυχίο, όρεξη για δουλειά και η τροφοδότηση με τις απαραίτητες πληροφορίες. Όλα αυτά όμως δεν είναι χαρακτηριστικά, που δε θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στο «μέσο Έλληνα» της εποχής μας: λίγη ευφυΐα την έχουμε όσο να ‘ναι, κανά πτυχίο λίγο–πολύ το κατέχουμε οι περισσότεροι (αν και δεν είναι στοιχείο εκ των «ων ουκ άνευ»), όσο για την όρεξη... τρώγοντας έρχεται κι εκείνη. Το μόνο στοιχείο, που χρειάζεται επιπλέον ένας λαός, για να υποκαταστήσει τον υποκαταστάτη του, δηλαδή τον οποιονδήποτε πολιτικό, είναι η έγκυρη και έγκαιρη πληροφόρηση.

Άμεση... αμέσως!

Καταλήγω: ο πολιτικός δεν είναι παρά ένας άνθρωπος, όπως όλοι μας, ο οποίος σύμφωνα με το γνωστό ρητό «it’s a dirty job, but somebody has to do it» αναλαμβάνει να «βγάλει το φίδι από την τρύπα», ώστε όλοι εμείς οι υπόλοιποι να μη φοβόμαστε για «φίδια». Κι ωστόσο, τα φίδια μας ζώσανε. Συνεχίζοντας μια παράδοση, προηγούμενων κοινωνιών, θεωρούμε αυτονόητο να εναποθέτουμε ΟΛΕΣ μας τις προσδοκίες στα χέρια τους, πρώτον γιατί θεωρούμε τους εαυτούς μας ίσως ανίκανους να το κάνουν και δεύτερον γιατί με τον τρόπο αυτό ξεκλέβουμε χρόνο για να ζήσουμε τις ζωές μας «καλύτερα». Δέχομαι εν μέρει το τελευταίο, όμως αρνούμαι ολωσδιόλου το πρώτο (με κάποιες βεβαίως προϋποθέσεις). Ψάχνω τη χρυσή τομή: δε είναι απαραίτητο να εναποθέσουμε όλες τις ελπίδες μας σε άλλους, παρά μόνον κάποιες! Είμαστε σε θέση να αποφασίζουμε και δικαιωματικά μας ανήκει (ίσως το Σύνταγμα, να αφήνει και θεσμικά το περιθώριο, δεν το έχω μελετήσει όλο) η δικαιοδοσία πάνω στα δικά μας συμφέροντα. Είναι αναγκαίο, ώστε να σπάσει ο φαύλος κύκλος της πολιτικής ασυδοσίας, να επιστραφεί στο λαό ένα κομμάτι (μικρό αρχικά) της δικής του εξουσίας, αυτής που ο ίδιος εναπόθεσε σε αντιπροσώπους για διάφορους λόγους. Είναι αναγκαίο, ένα μέρος των πλέον σημαντικών αποφάσεων να αφεθεί στα χέρια των ίδιων των Ελλήνων. Τις προϋποθέσεις θα τις εξετάσω σε άλλη ανάρτηση. Μιλάμε, λοιπόν, για μερικά δημοψηφίσματα το χρόνο. Ίσως δυο–τρία στην αρχή, περισσότερα στην πορεία, καθώς και θεσμικά θα διαμορφώνονται οι νέες συνθήκες.

Προτείνω: Το δημοψήφισμα, ως έκφραση άμεσης δημοκρατίας, είναι η βάση και το επιστέγασμα του δημοκρατικού πολιτεύματος. Στην πρώτη φάση, η πρότασή μου είναι να ξεχωρίσουμε ένα μικρό αριθμό δημοψηφισμάτων, ετησίως, τα οποία θα αφορούν στα σοβαρότερα ζητήματα. Η προσφυγή σε δημοψήφισμα, για τα ζητήματα αυτά, θα κατοχυρώνεται με νόμο (αν όχι από το ίδιο το Σύνταγμα) ο οποίος θα διασφαλίζει και το αδιαπραγμάτευτο των δημοψηφισμάτων, και όχι όπως ορίζει το υπάρχον Σύνταγμα, γελοιωδώς, στο άρθρο 44, παρ. 2 :

«Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Δημοψήφισμα προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με διάταγμα και για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση των δύο πέμπτων του συνόλου και όπως ορίζουν ο Κανονισμός της Βουλής και νόμος για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. Δεν εισάγονται κατά την ίδια περίοδο της Βουλής περισσότερες από δύο προτάσεις δημοψηφίσματος για νομοσχέδιο».

Ούτε «απόλυτες πλειοψηφίες», ούτε «τρία πέμπτα» της Βουλής και κολοκύθια, τα οποία χειραγωγούν την έκφραση της λαϊκής εξουσίας. Μιλάμε για αυστηρώς ορισμένα και αδιαπραγμάτευτα δημοψηφίσματα, των οποίων η πραγμάτωση δε θα επαφίεται στην «καλή θέληση» του οποιουδήποτε δικαστικού, νομοθετικού ή εκτελεστικού νταβατζή. Για παράδειγμα: όχι μόνο η ψήφιση νέου Συντάγματος, αλλά και η αναθεώρησή του θα πρέπει να απαιτεί τη λαϊκή επικύρωση, με άμεση δημοκρατία και απόλυτη πλειοψηφία. Οι αντιπρόσωποι δεν θα έχουν καμία άλλη δουλειά, παρά να συντάσσουν και να παρουσιάζουν την πρόταση της αναθεώρησης. Εκεί ο ρόλος τους πρέπει να παύει.

Τεχνικά ζητήματα

Φυσικά, δεν είναι εφικτό ο λαός ο ίδιος να νομοθετεί άμεσα, δηλαδή να συντάσσει και να προτείνει νομοσχέδια. Επιπλέον, στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, οι περισσότεροι πιθανότατα αγνοούμε ή υποτιμούμε το ρόλο και τα γινάτια της διπλωματίας, στην εξομάλυνση των σχέσεων των κρατών και την αποφυγή ανώφελων προστριβών και συρράξεων. Φόβος είναι να παρασυρθούμε σε επικίνδυνες αποφάσεις. Τυφλωμένοι από πάθη εφήμερα, να προκαλέσουμε δεινά δυσανάλογα και μακροχρόνια. Ίσως, αυτό να είναι ένα τίμημα της άμεσης δημοκρατίας. Γι’ αυτό, επιμένω και τονίζω, πως η μετάβαση στα δημοψηφίσματα θα πρέπει να γίνει ομαλά και υπό προϋποθέσεις.

Τέλος πάντων, για τους παραπάνω λόγους (κι άλλους ίσως που αδυνατώ να σκεφτώ αυτή τη στιγμή), ο ρόλος των δημοψηφισμάτων θα πρέπει να είναι επικυρωτικός (ή ακυρωτικός) των νομοσχεδίων, που θα προτείνει το νομοθετικό όργανο, δηλαδή η Βουλή. Με τη λογική αυτή, θα πρότεινα να απαιτείται η απόλυτη λαϊκή πλειοψηφία, ώστε να επικυρώνονται ίσως μερικά από τα παρακάτω ζητήματα:

α. Ψήφιση νέου Συντάγματος.
β. Αναθεώρηση (οποιουδήποτε εύρους) του ήδη υπάρχοντος Συντάγματος.
γ. Ένταξη σε διεθνικούς οργανισμούς (πχ. Ευρωπαϊκή Ένωση, ΝΑΤΟ, κλπ.)
δ. Αναγνώριση άλλων κρατών ή ονομασιών αυτών.
ε. Κήρυξη πολέμου (πάντα αμυντικού). Πχ. δε μπορεί (δεδομένων χρονικών περιθωρίων) να επωμίζεται ένας οποιοσδήποτε Μεταξάς το πλέον βαρύ «όχι». Θέματα ζωής και θανάτου ενός ολόκληρου λαού, δίχως την έγκριση του τελευταίου, θεωρείται αδιανόητο.
στ. Διάθεση πολεμικού υλικού (αεροδρομίων, βάσεων, κλπ.) σε συμμάχους, ακόμη κι αν υπάρχει ήδη ρύθμιση από προηγούμενες συμφωνίες. Πχ. αν ο λαός έχει επικυρώσει τη συμμετοχή του σε κάποιον οργανισμό, όπως το ΝΑΤΟ, και η συμμετοχή αυτή δίνει το δικαίωμα σε κάποιο σύμμαχο να χρησιμοποιήσει ελληνικές βάσεις, όμως ο τελευταίος τις χρησιμοποιεί τελικά για δικό του συμφέρον και ρόλους άσχετους με τη συμμαχία.
ζ. Συμμετοχή του ελληνικού στρατού σε οποιαδήποτε πολεμική επιχείρηση, εκτός συνόρων, επίσης, ακόμη κι αν υπάρχει ήδη ρύθμιση από προηγούμενες συμφωνίες.
η. Διάθεση ασύλου σε λαθρομετανάστες.
θ. Ψήφιση νέου εκπαιδευτικού συστήματος.
ι. (Χαχα, εδώ θα γελάσουμε) Ψήφιση νόμων που αφορούν τα μισθολόγια των δημοσίων υπαλλήλων (ιδιαίτερα των ανώτερων και, φυσικά, των βουλευτών συμπεριλαμβανομένων).
ια. Θέματα περί βουλευτικής ασυλίας κι άλλα τέτοια ευτράπελα. Είναι ύποπτο οι αντιπρόσωποι να αποφασίζουν για τους εαυτούς τους!

Θα χαρώ, λοιπόν, να με βοηθήσετε να πλουτίσουμε τη λίστα αυτή ή, ακόμη, και να τη διορθώσουμε. Ίσως, μέσα στην άγνοιά μου, να έγραψα κάτι παντελώς άστοχο, νομίζοντάς το για εξυπνάδα.

Αμήν!

Κάπου εδώ ολοκληρώνεται η συνολική μου πρόταση / απαίτηση, ώστε να αποκατασταθεί ο ουσιαστικός ρόλος του πολίτη / ψηφοφόρου κι έτσι να προκληθεί μια επαναδραστηριοποίηση του εκλογικού σώματος. Θέλω να πιστεύω, πως με τις δύο προτάσεις αυτές, δηλαδή, την επιστροφή στην απλή αναλογική και την επίρρωση των δημοψηφισμάτων, αποδίδουμε ένα μέρος της ευθύνης και του ενθουσιασμού, πίσω στους πολίτες, και μάλιστα σε βαθμό που δε θα τους κάνει να δυσανασχετήσουν. Γιατί μήτε είναι δίκαιο να θεωρήσουν τα παραπάνω αλλαγή δίχως ουσία, οπότε να επιμείνουν στην αδιαφορία ή τα διλήμματά τους, μήτε όμως είναι πιθανό να τα θεωρήσουν ουτοπικά άρα αδύνατα και αδιάφορα, εφόσον αφορούν έννοιες γνωστές, απλές και δοκιμασμένες.

Επιμένω ότι, ακόμη κι αν διαφωνείτε με τα προηγούμενα, το ζήτημα είναι όχι να «πειστεί», αλλά να το νιώσει βαθιά μέσα του, ο κάθε πολίτης, ότι η ψήφος του έχει εξουσία πραγματική και όχι τυπική. Θεωρώ πως δίχως αυτή την προϋπόθεση δεν έχει και μεγάλη σημασία αν θα διαιωνίσουμε το δικομματισμό ή θα ισχυροποιήσουμε ένα μικρότερο κόμμα, παρά μόνον ίσως προσωρινή. Αυτό που πρέπει να σπάσει είναι ο φαύλος κύκλος μιας δίχως μέλλον αντιπροσώπευσης. Με αυτό τον απώτερο στόχο, πάντα δεδομένο, θα χαιρόμουν να κουβεντιάσω και εναλλακτικές προτάσεις, που – για να είμαστε ρεαλιστές – θ' αφορούν στην υπάρχουσα «Προεδρευομένη» Κοινοβουλευτική Δημοκρατία (ή παραλλαγή αυτής).

Στην επόμενη ανάρτηση, θα αφεθώ να εξετάσω ένα λίγο πιο «προκλητικό» μου όραμα, όσον αφορά στη διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου